.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2010

ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ – ΤΟΜΑΣ ΜΑΝΝ

...Εβγήκε έξω, μόνο όσο να περπατήσει πάνω στο σανιδένιο δρομάκι που οδηγούσε στο υγρό κατάστρωμα του πλοίου, που τον επερίμενε για να τον φέρει στη Βενετία.
Ήτανε ένα παμπάλαιο ιταλικό καράβι, ξεχαρβαλωμένο, γιομάτο σκουριές, σκυθρωπό. Σε μια θολωτή και φτωχά φωτισμένη αίθουσα του πλοίου, όπου υποδέχτηκε τον Άσσενμπαχ ένας καμπούρης και βρώμικος ναύτης, με μια κακομοιριασμένη ευγένεια, καθότανε πίσω από ένα τραπέζι με το καπέλο στραβά στο μέτωπο και μ' ένα τσιγάρο στην άκρη των χειλιών του, ένας τραγογένης μεσόκοπος, φυσιογνωμία διευθυντού τσίρκου της παλαιάς εποχής. Μ' ανάλαφρους μορφασμούς κατά τη διεκπεραίωση της δουλειάς του, ζητούσε τις ταυτότητες των επιβατών και τους έδινε τα εισιτήριά τους.
“Για τη Βενετία!” επανέλαβε την επιθυμία του Άσσενμπαχ, τεντώνοντας το χέρι του και βουτώντας τον κοντυλοφόρο στο πηχτό απομεινάρι κάποιου γερμένου μελανοδοχείου.
“Βενετία, πρώτη θέσις. Είστε εν τάξει, κύριε!”
Και έγραψε κάτι μεγάλα ορνιθοσκαλίσματα, τα πασπάλισε με μαύρη άμμο, ύστερα την έχυσε σε μια πήλινη κούπα, δίπλωσε το χαρτί με τα κίτρινα κοκκαλιάρικα δάχτυλά του και ξανάσκυψε στο γράψιμο δίχως να σταματήσει και τη φλυαρία:
“Πολύ πετυχημένη εκλογή”, μουρμούρισε, “Α! Βενετία! Εξαίσια πόλη! Τραβάει με μια ακαταμάχητη έλξη κάθε μορφωμένο, εξ αιτίας και της ιστορίας της, μα και της σημερινής της αίγλης!”
Οι μηχανικές κινήσεις του και τα ανούσια λόγια του που τις συνόδευαν σ' ένα τόνο αποχαυνωμένο, είχαν κάτι το αποκαρδιωτικό, σα νάθελε με τον τρόπο αυτό να κάνει τον ταξιδιώτη ν' αλλάξει την απόφασή του για ένα ταξίδι στη Βενετία. Εισέπραξε το αντίτιμο βιαστικά και άφησε τα ρέστα με γραγοράδα γκρουπιέ πάνω στο λεκιασμένο τραπεζομάντηλο.
“Καλή διασκέδαση, κύριέ μου”, είπε και έκανε μια θεατρινίστικη υπόκλιση. “Τιμή μου να διεκπεραιώνω τις υποθέσεις σας, κύριοι!” φώναξε με σηκωμένο το χέρι ψηλά, σα νάχε φούριες το μαγαζί και ας μη βρισκόταν εκεί κανείς που να χρειαζόταν την εξυπηρέτησή του...
Ο Άσσενμπαχ γύρισε στο κατάστρωμα. Με το ένα χέρι ακουμπισμένο στα κάγκελα κοιτούσε τους αργόσχολους που κόβανε βόλτες στην προκυμαία, περιμένοντας να δούνε το καράβι που θα σαλπάρει σε λίγο, καθώς και τους ταξιδιώτες που διασχίζανε το λιμάνι. Στη δεύτερη θέση, άντρες και γυναίκες μασουλούσαν, καθισμένοι σε κιβώτια και μπόγους. Ένας όμιλος από νεαρούς αποτελούσε την ταξιδιωτική παρέα του πρώτου καταστρώματος. Σίγουρα ήταν εμποροϋπάλληλοι απ' την Πόλα, που γιομάτοι διάθεση είχαν αποφασίσει να κάνουν μια εκδρομή στην Ιταλία. Παίνευαν τον εαυτό τους και τις δουλειές τους, φλυαρούσαν, γελούσαν, χαιρόντουσαν απολαβαίνοντας τα καμώματά τους και πείραζαν τους συναδέλφους τους που κάτω στο λιμάνι τραβούσαν με το χαρτοφύλακα στο χέρι για τις δουλειές τους. Και κείνοι από κάτω φοβέριζαν με το μπαστουνάκι τους γλεντζέδες, που ακουμπισμένοι στην κουπαστή τόχαν ρίξει στην καζούρα. Ένας από δαύτους, μ' ανοιχτοκίτρινο, της τελευταίας μόδας, καλοκαιρινό κοστούμι, κόκκινη γραβάτα και γυρισμένο αγέρωχα τον παναμά προς τα πάνω, εξεδήλωνε ασυγκράτητα το μεγάλο κέφι του με τσιριχτή φωνή. Όταν όμως, ο Άσσενμπαχ τον επρόσεξε από πιο κοντά, διαπίστωσε με έκπληξη πως ο “νεαρός” αυτός δε φαινόταν νάναι και τόσο νέος. Ήταν ηλικιωμένος, δε χωρούσε συζήτηση. Ρυτίδες αυλάκωναν τα μάτια και το στόμα του. Το κόκκινο σκούρο χρώμα στα μάγουλά του ήτνα βαρύ, τα καφετιά μαλλιά του κάτω απ' το γυρισμένο χρωματιστό παναμά ήταν περούκα, ο πλαδαρός λαιμός του όλο φλέβες και ζάρες, το στριμμένο μουστάκι του και το μουσάκι του βαμμένα. Τα κίτρινα και χωρίς κενά δόντια του, που τάδειχνε όταν γελούσε – φτηνό υποκατάστατο και τα χέρια του στολισμένα στους δυό δείχτες μ' αρχοντικά δαχτυλίδια ήταν κι αυτά γεροντικά. Με δέος ο Άσσενμπαχ τον παρατηρούσε και απορούσε για το θάρρος που έδειχνε στη συντροφιά. Δεν το βλέπανε, δεν καταλαβαίνανε, πως τον είχαν πάρει τα χρόνια; δεν ήταν ανάρμοστο νάναι ντυμένος δανδίστικα και παρδαλά σαν και αυτούς και να χαριεντίζεται μαζί τους; Από συνήθεια βέβαια, φαίνεται πως τον ανέχονταν στην παρέα τους και τον μεταειρίζονταν σαν όμοιό τους, ανταποδίδοντας, δίχως να θυμώνουν, τα άγαρμπα καμώματά του. “Πως γινόταν τέτοιο πράμα;” αναρωτήθηκε ο Άσσενμπαχ, σηκώνοντας το χέρι στο μέτωπό του και κλείνοντας τα ερεθισμένα από την αυπνία βλέφαρά του. Είχε την παράισθηση πως πήγαινε ν' αλλάξει ο γνώριμος ρυθμός των πραγμάτων, πως άρχιζε ν' αποξενώνεται απ' την γύρω πραγματικότητα, πως γινόταν μια μετάθεση του κόσμου στο αλλόκοτο. Και πίστευε πως θα μπορούσε να κρατηθεί και να σταματήσει ίσως τούτη την κατάσταση, αν σκέπαζε το πρόσωπό του για λίγο και ξανακοίταζε πάλι γύρω του. Ξαφνικά την ίδια στιγμή ένιωσε να ταλαντεύεται και ρίχνοντας μια τρομαγμένη ματιά γύρω σα να τραντάχτηκε απότομα, διαπίστωσε πως ο βαρύς και σκυθρωπός όγκος του καραβιού ξεμάκραινε αργά αργά απ' την αποβάθρα. Σε γραμμές, τη μια δίπλα στην άλλη, απλωνόταν μια λουρίδα βρώμικα και χρωματιστά νερά, που αντιφέγγιζαν ανάμεσα στην προκυμαία και στα ύφαλα του καραβιού. Με το μπρος πίσω της μηχανής και ύστερα από δύσκολες μανούβρες το καράβι έβαλε πλώρη για την ανοιχτή τη θάλασσα. Ο Άσσενμπαχ μετατοπίστηκε στην πλώρη, όπου ο καμπούρης του είχε ετοιμάσει μια σαιζ λογκ και ένας καμαρότος με λεκιασμένο φράκο περίμενε διαταγές του...

ΤΟΜΑΣ ΜΑΝΝ
ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΡΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΝΔΙΚΤΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: