Coincidentia Oppositorum

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010

Νίκος Νικολαϊδης - Ο οργισμένος βαλκάνιος

Φίλους δεν είχε, κολλητούς δηλαδή. Καμιά φορά καθόταν στο στέκι, στη γωνιά της μάντρας δυό τετράγωνα πιο κάτω και τα ψιλολέγανε με τα παιδιά της γειτονιάς.
Ο Γιώργος ο Γιουγκοσλάβος, τον λέγαν έτσι γιατί φορούσε χειμώνα καλοκαίρι κόκκινες ελβιέλες, ο Κούλης, ο Αντώνης ο Κοκόνιεφ, ο βούδας, ο Γιωργέλης, ο Τάκης, ο Φασόλας που τράβαγε κάτι μανούλια απ' τα Πατήσια κι ένα σωρό πιτσιρικάδες της καρπαζιάς.
Ο Φάνης δεν τους άφηνε σε χλωρό κλαρί κι όποτε του δινότανε η ευκαιρία τους έβαζε μπροστά και τους τα 'λεγε έξω απ' τα δόντια, αλλά όταν τα πράγματα σκουραίνανε αυτοί βουρλιάζανε και κοίταζαν ψηλά, και να πεις ότι δεν ήτανε μαχητικοί, στα Ιουλιανά τους είχανε μαυρίσει οι μπάτσοι, πέφταν μες στα όλα, αλλά στο φινάλε κάπου χάνανε. Καλά παιδιά, τους έφτανε να τους χαρίσεις αυτό που τους έκλεψες, πρέφα δεν παίρνανε. Ερχόντουσαν τα βράδια μ' ανοιγμένα κεφάλια και σκισμένα ρούχα κι ήτανε ευτυχισμένοι απ' το παραμύθι.
Τους γαμήσαμε τους μπάτσους, του 'λεγαν.
Αρχίδια γαμήσατε, τους έλεγε κι αυτός.
Γιατί ρε Φάνη, του 'λεγε ο Γιωργέλης με παράπονο, αφού κατέβηκες κι εσύ.
Εγώ κατέβηκα για πάρτη μου ρε κορόιδα, τους απαντούσε κι εκεί τελείωνε η συζήτηση. Τι να τους πεις.
Από γυναίκες τίποτα, χρόνια στη δίαιτα. Οι ντόπιες μεγαλοπιανόντουσαν με κάτι Μερσεντές και τους σνομπάρανε, κάτι εικοσάρες με σπυριά ψάχνανε για γαμπρό, τουρίστριες δεν πατούσανε απο κει, τις αδελφές τους δεν τις πειράζανε, έπεφτε η μαλακία σύννεφο. Πήρανε και μια φορά τον Φασόλα από πίσω, όταν τους είπε ότι πάει να βρει τα μανούλια και τον πιάσανε στα κάτω Πατήσια αγκαλιά μ' ένα πούστη μες στο καλοκαιρινό σινεμά.
Κάποτε είχε χτυπήσει μια δεκαεξάρα απ' του Γκύζη, καλή κοπέλα και χαρούμενη. Ητανε καστανή χοντρούλα και γαλανομάτα. Ο,τι και να της έλεγε γελούσε. Κακάριζε με το τίποτα και τον είχε κάνει νούμερο μια φορά στο σινεμά, αλλά την έκανε μεγάλη πλάκα και δεν του πήγαινε να της μιλήσει άσχημα. Ασε, που τον τελευταίο καιρό είχε τραβηχτεί με κάτι λινάτσες και δεν γούσταρε να ξαναπέσει στο έτσι στυλ, την άφηνε λοιπόν να γελάει σα χάνος. Μια φορά που την στρίμωξε και πήγε να της βάλει χέρι, άρχισε να κακαρίζει σαν κότα, και του άρπαξε τα δάχτυλα. Γαργαλιότανε λέει όταν την ψαχούλευαν κι ο φάνης δεν της ξανακόλλησε. Ρόζα τη λέγανε.
Κάνανε παρέα καμιά εικοσαριά μέρες και ξαφνικά μια μέρα τον έστησε. Πήγε στο Φροντιστήριό της τ' άλλο αππόγευμα και της ζήτησε εξηγήσεις. Του δικαιολογήθηκε κάτι για τη μάνα της και του ξανάδωσε ραντεβού κι αυτός πήγε και τον ξαναέστησε. Αλλά ο Φάνης δεν το 'βαλε κάτω και ξαναπήγε και την βρήκε κι έγινε πάλι το ίδιο. Δικαιολογία, νέο ραντεβού και παραμύθι. Παραμύθι εσύ; Παραμύθι κι εγώ, είπε και τον έπιασε το μουρλό του. Πήγε και την άραξε λοιπόν στη γωνιά στο Φροντιστήριο και περίμενε. Βγήκαν τσούρμο που λες τα γκομενάκια κι ανάμεσά τους κι η “έτσι”. Φαίνεται είχε βγάλει παράρτημα, γιατί μόλις τον πήραν είδηση αρχίσανε κάτι κατινίστικα, κάτι πνιχτά ξεφωνητά και Ρόζα, “ο δικός σου”, και τέτοια, κατάλαβες, οι κουφάλες.
Θέλω να σου μιλήσω, της είπε όταν αυτή ήρθε κοντά.
Λέγε τι θέλεις, του 'πε κι αυτή και γύρισε και γέλασε στο τσούρμο.
Είναι σοβαρό, της είπε ο Φάνης και πήρε το θλιμμένο του, πάμε να κάτσουμε κάπου.
Δεν γίνεται, έκανε με νάζι και τσάκισε το γόνατό της, με περιμένουν τα κορίτσια να πάμε σινεμά 8 -10.
Τώρα θα σε πλακώσω να σε κάνω ίσαμ' ένα άλογο, σκέφτηκε.
Καλά, της είπε κι έσκυψε το κεφάλι του. Εσφιξε τα χείλη σκεφτικός, μετά πήρε μια βαθιά ανάσα σα να πνιγόταν και κοίταξε ψηλά σμίγοντας τα φρύδια του.
Τι 'ναι; τον ρώτησε η Ρόζα, ανήσυχα.
Να, σκέφτηκα για μας. Ρόζα, της είπε διστακτικά, δνε κάνει να 'μαστε έτσι... Οπως και να 'ναι έχεις δίκιο. Οχι άσε με να τελειώσω, έχεις απόλυτο δίκιο. Σε καταλαβαίνω... Που με ξέρεις; Σήμερα είμαστε, αύριο δεν είμαστε. Εγώ δεν θέλω να νομίσεις ότι είμαι σαν τους άλλους. Δεν ξέρω πόσους γνώρισες πριν από μένα και δεν μ' ενδιαφέρει να μάθω, αλήθεια στο λέω. Για μένα υπάρχεις από τότε που σε γνώρισα. Σκέφτηκα λοιπόν κάτι... να... έλα, χεσ' τα τώρα, δεν καταλαβαίνεις;
Ρόζα, θα 'ρθεις, ρώτησε μια ψηλή με σιδεράκια στα δόντια.
Καλησπέρα σας, της είπε ευγενικά ο Φάνης.
Καλησπέρα, του 'πε κι αυτή και μόνο που δεν τον πήρε με τα μάτια. Η Ρόζα την κοίταξε ενοχλημένη.
Πηγαίνετε εσείς και θα 'ρθω, της είπε απότομα.
Ξερεις, εγώ με τον πατέρα μου είμαστε πολύ φίλοι, συνέχισε ο Φάνης μόλις η άλλη απομακρύνθηκε, και με είδε στενοχωρημένο και γω του τα είπα όλα.
Τι του 'πες, ρώτησε η μικρή ξεψυχισμένα.
Να του 'πα για μας. Του μιλούσα ώρες και μου 'πε εντάξει. Αύριο θα πάμε να σε γνωρίσει και μετά θα 'ρθω να δω τους γονείς σου. Ελα ανέβα τώρα να πάμε κάπου ήσυχα οι δυό μας.
Η Ρόζα καβάλησε σαν υπνωτισμένη τη Machules.
Την πήγε στο δασάκι της Φιλοθέης και την ξέσκισε. Οταν βαρέθηκε και τον πιάσανε τα μελάτα του ξάπλωσε ανάσκελα, κοίταξε τ' αστέρια και της είπε:
Τωρα κάνε μου και τις πίπες μου.
Της έδωσε ραντεβού την άλλη μέρα στο Φροντιστήριο, για να πάνε στους γέρους. Την ώρα που την καληνύχτιζε έξω απ' το σπίτι της, σήκωσε το χέρι του κι έβγαλε ένα χορταράκι απ' τα μαλλιά της.
Τι 'ναι, του 'πε αυτή.
Είχες ένα χορταράκι, της είπε.
Δωσ' το μου είπε κι αυτή και του το πήρε. Θα το φυλάξω. Θα το κοιμήσω μαζί μου απόψε. Ξέρεις που... Φίλησέ το.
Το φίλησε αλλά στο ραντεβού δεν πήγε.
Λίγες μέρες αργότερα τον πέτυχε στο τηλέφωνο. “Κι άκουσε να σου πω – του είπε – μη νομίζεις ότι 'σαι και κανένας γόης, έτσι; Οσο καιρό είμαστε μαζί έβγαινα και με άλλον, έτσι για να ξέρεις, κι έχει κι αυτοκίνητο Φορντ Θάντερμπερντ”.
Αντε σκίσου, της είπε κι ο Φάνης και της βρόντηξε το τηλέφωνο.

ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ
Ο ΟΡΓΙΣΜΕΝΟΣ ΒΑΛΚΑΝΙΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ





ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΑ ΝΕΑ 06/09/2007
ΖΕΝΕΡΙΚ ΤΕΛΟΥΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ ΝΙΚΟ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ
«Τα κουρέλια θα πάρουν την εξουσία»
Του Παύλου Θ. Κάγιου
Εξέγερση και Νίκος Νικολαΐδης ταυτίστηκαν. Από χθες, η πρώτη και ο ελληνικός κινηματογράφος έμειναν ορφανοί
O «Οργισμένος Βαλκάνιος», ο πιο προκλητικός και ασυμβίβαστος ώς το τέλος, σκηνοθέτης του νέου ελληνικού κινηματογράφου, ο Νίκος Νικολαΐδης, δεν είναι πια κοντά μας. Είχε κερδίσει όλες τις μάχες που έδινε με τους «εχθρούς» της ελευθερίας του μυαλού, αλλά χθες το πρωί άφησε την τελευταία του πνοή από πνευμονικό οίδημα σε ηλικία 67 χρόνων στο Ιατρικό Κέντρο όπου νοσηλευόταν. Κι αυτό ενώ ετοιμαζόταν η έκδοση του νέου του μυθιστορήματος και σχεδίαζε να βάλει μπροστά τη νέα ταινία του! Σκηνοθέτης οκτώ ταινιών, οι περισσότερες εκ των οποίων ηλέκτριζαν τους θεατές σε σημείο που να είναι από τους πλέον αγαπημένους Έλληνες σκηνοθέτες μεταξύ των σινεφίλ, ο Νίκος Νικολαΐδης είχε κερδίσει πέντε φορές το βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Αλλά ποτέ αυτό της Καλύτερης Ταινίας. Κι αυτό όχι τυχαία, καθώς ήταν πάντα εκτός συνδικαλιστικών κυκλωμάτων, τα οποία για χρόνια μαίνονταν και μαγείρευαν τις βραβεύσεις...
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1940, σπούδασε σκηνοθεσία στη Σχολή Σταυράκου και σκηνογραφία στη Σχολή Βακαλό (1962). Ξεκίνησε την πορεία του στον κινηματογράφο ως βοηθός σκηνοθέτη του Βασίλη Γεωργιάδη, το 1960. Στη σκηνοθεσία πρωτοεμφανίστηκε το 1962 με τη μικρού μήκους ταινία «Lacrimae rerum» αποσπώντας το κρατικό βραβείο του υπουργείου Βιομηχανίας, στο οποίο υπαγόταν τότε ο ελληνικός κινηματογράφος. Ο Νίκος Νικολαΐδης, που έγραφε τα σενάρια όλων των ταινιών του και διακρίθηκε για τις λογοτεχνικές του αρετές και το μυθιστόρημά του «Οργισμένος Βαλκάνιος» (1977) έκανε αλλεπάλληλες εκδόσεις, στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης έγινε το «Ευαγγέλιο» των ανυπότακτων συνειδήσεων μεγάλης μερίδας της νεολαίας. Το ΄64 εκδόθηκαν τα διηγηματά του «Τυμβωρύχοι» και το 1993 το μυθιστορημά του «Γουρούνια στον άνεμο».
Με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, την «Ευρυδίκη Β.Α. 2037» το 1975 κέρδισε το βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη. Τέσσερα χρόνια μετά, το ΄79, έρχονται «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα» (βραβείο Σκηνοθεσίας, Ανδρικής Ερμηνείας και Μοντάζ στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με τους Άλκη Παναγιωτίδη, Κωνσταντίνο Τζούμα, Χρήστο Βαλαβανίδη). Ένα φιλμ που χαρακτηρίστηκε η πιο «αναρχική» και «αντί» ταινία του νέου ελληνικού κινηματογράφου και λατρεύτηκε από τους νέους σε μια εποχή που ο αριστερός προσανατολισμός στην ελληνική κοινωνία έπαιρνε τον δρόμο της κομματικοποίησης.
Το 1983 είναι η χρονιά που μια «Γλυκιά συμμορία» με τους Τάκη Σπυριδάκη, Τάκη Μόσχο, Δώρα Μασκλαβάνου, Άλκη Παναγιωτίδη, Κωνσταντίνο Τζούμα. Μια ταινία που κάνει άνω- κάτω τις τακτοποιημένες συνειδήσεις πολλών δήθεν προοδευτικών και γίνεται σημείο αναφοράς κάθε εξεγερμένου νέου. Ακολουθεί η «Πρωινή περίπολος» ΄87, το «Singapore sling» το ΄89, «Το κορίτσι με τη βαλίτσα»- τηλεταινία με τον Λάκη Λαζόπουλο- το ΄93, «Θα σε δω στην κόλαση αγάπη μου» το ΄99, «Ο χαμένος τα παίρνει όλα» το 2002, «Τhe zero years» το 2006. Σε όλες σχεδόν τις παραπάνω τένιες του, τα σκηνικά-κοστούμια είχε κάνει η σύντροφός του Μαρί Λουίζ Βαρθολομαίου, η οποία είχε βραβευτεί και στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης .
ΕΙΠΕ:
«Ζούμε τον θρίαμβο του κρατικού φασισμού»
«Επισημαίνω τον απόλυτο θρίαμβο του κρατικού φασισμού, την οριστική εγκατάσταση του "στερεοτύπου" και των μεταλλαγμένων, και την επιτυχή μεταμόσχευση του τηλεοπτικού κοντρόλσύστεμ στον κοινωνικό κορμό. Πάγος, σιωπή, σπασμένες επικοινωνίες».
«Πρέπει ν΄ αρχίσω να λαμβάνω στα σοβαρά τις διαθέσεις και τις ανάγκες των καταναλωτών για θέαμα; Για ένα θέαμα που τους έχουν επιβάλει και που η λειτουργία του έχει φτάσει να εξαντλείται στην έκδοση ενός εισιτηρίου και στην κατανάλωση μιας κούπας ποπ-κορν μέσα σε πλήρη αποκτήνωση;».
«Κάποτε βραχνά, κάποτε παράφωνα, στριγκά κι επίμονα όμως, τραγουδάνε ακόμα τα κουρέλια και υπάρχουν και οι κρυφοί δέκτες που συλλαμβάνουν και μεταφράζουν, και το κύμα μεγαλώνει και κατεβαίνουν συνεχώς και νέοι drivers αποκωδικοποίησης».
«Η ελληνική μυθολογία μάς διδάσκει ότι στο τέλος το κουρέλι θα σκοτώσει τον Βig Βrother, θα παντρευτεί την Βig Sister και θα γίνει βασιλιάς. Και τότε θα έρθουν στην εξουσία τα κουρέλια, όπου σύμφωνα με τους προφήτες- θα φάει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι, για να ακολουθήσει ένα μεγάλο τριήμερο ξέσκισμα των παρθένων, των υαλοπινάκων και των βιτρό».
«Ζούμε σε μια υπέροχη εποχή αναμπουμπούλας, όπου οι λύκοι χαίρονται κι ο ποντικός χορεύει, κι εκείνη η περίεργη γάτα όλο και κάτι μαγειρεύει».
«Ο εφιάλτης είναι εδώ, καθώς το "με παρακολουθούν, άρα υπάρχω" αποτελεί ένδειξη ζωής, ενώ με το αντίθετο δεν έχεις λόγο ύπαρξης, δεν υπάρχεις, είσαι ένα τίποτα».
«Θεωρώ τον εαυτό μου ιδιαίτερα ευνοημένο, γιατί συμμετέχω πλήρως σε μια εποχή όπου τα εφιαλτικότερα των εφηβικών οραμάτων μου έγιναν πραγματικότητα».

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

Ο Edgar Allan Poe, ο Carlos Castaneda και τα... έντομα

Η ΣΦΙΓΓΑ - Edgar Allan Poe
Τον καιρό που βασίλευε στη Νέα Υόρκη η φρίκη της χολέρας, είχα δεχτεί την πρόσκληση ενός συγγενή μου να περάσω μαζί του δεκαπέντε μέρες στο αναχωρητήριό του, ένα εξοχικό σπίτι στις όχθες του Χούδσωνα. Εκεί είχαμε ολόγυρά μας όλα τα συνηθισμένα μέσα καλοκαιρινής ψυχαγωγίας- και με τους περίπατους στο δάσος, την ιχνογραφία, την κωπηλασία, το ψάρεμα, το κολύμπι, τη μουσική και τα βιβλία θα περνούσαμε αρκετά ευχάριστα τον καιρό μας, αν δεν υπήρχαν οι φοβερές ειδήσεις που έφταναν κάθε πρωί απ' την πολυάνθρωπη πόλη. Δεν περνούσε ούτε μέρα που να μη μας φέρει το νέο για το θάνατο κάποιου γνωστού μας. Σιγά - σιγά, όσο απλωνόταν η συμφορά, μάθαμε να περιμένουμε καθημερινά το χαμό κάποιου φίλου. Στο τέλος τρέμαμε κάθε φορά που ζύγωνε κάποιος μαντατοφόρος. Ακόμα κι ο αέρας που ερχόταν απ' τα νότια μας φαινόταν ότι μύριζε θάνατο. Αυτή η φοβερή σκέψη κυρίεψε πέρα για πέρα την ψυχή μου. Δεν μπορούσα να μιλήσω ούτε να σκεφτώ ούτε να ονειρευτώ τίποτ' άλλο. Ο οικοδεσπότης μου είχε λιγότερο ευσυγκίνητη ιδιοσυγκρασία, και, παρόλο που το ηθικό του ήταν πολύ πεσμένο, προσπαθούσε ν' ανυψώσει το δικό μου. Η πλούσια φιλοσοφική του διάνοια δεν επηρεαζόταν ποτέ από φανταστικά γεγονότα. Έδειχνε αρκετή ευαισθησία στο χειροπιαστό τρόμο, αλλά τη σκιά του δεν τη φοβόταν.
Οι προσπάθειές του να με βγάλει από την αφύσικη κατάθλιψη, στην οποία είχα βυθιστεί, έμεναν άκαρπες, και σ' αυτό έφταιγαν σε μεγάλο βαθμό κάτι τόμοι που είχα βρει στη βιβλιοθήκη του. Οι τόμοι αυτοί ήταν ό,τι έπρεπε για να βλαστήσουν τα όποια σπέρματα κληρονομικής δεισιδαιμονίας υπήρχαν μέσα μου σε λανθάνουσα κατάσταση. Διάβαζα αυτά τα βιβλία χωρίς να το ξέρει ο οικοδεσπότης μου, κι έτσι αυτός αδυνατούσε συχνά να εξηγήσει τις ζωηρές εντυπώσεις που είχαν χαραχτεί στη φαντασία μου.
Ένα από τα προσφιλή μου θέματα ήταν η λαϊκή πίστη στους οιωνούς -μια πίστη που, εκείνη την περίοδο της ζωής μου, είχα την τάση να την υπερασπίζω. Πάνω σ' αυτό το ζήτημα κάναμε πολύωρες και ζωηρές συζητήσεις- εκείνος υποστήριζε ότι η πίστη σε τέτοια πράγματα είναι ολότελα αστήριχτη, ενώ εγώ ισχυριζόμουν ότι ένα λαϊκό αίσθημα που γεννιέται τόσο αυθόρμητα -δηλαδή χωρίς τα εξωτερικά σημάδια της υποβολής- έχει μέσα του οπωσδήποτε στοιχεία αλήθειας και δικαιούται ν' απαιτεί το σεβασμό μας.
Το γεγονός είναι πως, λίγο μετά την άφιξή μου στο εξοχικό, μου συνέβη ένα περιστατικό τόσο ανεξήγητο και, όπως έδειχνε, τόσο σημαδιακό, ώστε ίσως να δικαιολογούμαι που το πήρα για κακό οιωνό. Το περιστατικό αυτό με τρομοκρατούσε και ταυτόχρονα με σάστισε τόσο πολύ, που πέρασαν πολλές μέρες πριν αποφασίσω να μιλήσω στο φίλο μου γι' αυτό.
Κατά το γέρμα μιας πολύ ζεστής μέρας, καθόμουν, μ' ένα βιβλίο στο χέρι, πλάι σ' ένα ανοιχτό παράθυρο, με πανοραμική θέα προς τις όχθες του ποταμού, όταν πρόσεξα ένα μακρινό λόφο, που η πιο κοντινή πλευρά του είχε απογυμνωθεί από τα περισσότερα δέντρα της εξαιτίας μιας κατολίσθησης. Από ώρα οι σκέψεις μου πετούσαν από το βιβλίο που κρατούσα στα χέρια μου στο ζόφο και την ερήμωση της γειτονικής πόλης. Όταν σήκωσα τα μάτια μου από τη σελίδα, έπεσαν πάνω στη γυμνή πλαγιά του λόφου και πάνω σ' ένα αντικείμενο -σε κάποιο ζωντανό τέρας με φρικιαστική εμφάνιση, που κατέβαινε γρήγορα την πλαγιά, ώσπου τελικά εξαφανίσθηκε στο πυκνό δάσος που απλωνόταν πιο κάτω. Όταν πρωτοείδα αυτό το πλάσμα, ένιωσα αμφιβολίες για την πνευματική υγεία μου, ή τουλάχιστον για την αξιοπιστία των ματιών μου, και πέρασαν πολλά λεπτά πριν καταφέρω να πείσω τον εαυτό μου πως ούτε τρελός ήμουν ούτε ονειρευόμουν. Ωστόσο, αν περιγράψω το τέρας (που το είδα καθαρά και το παρακολούθησα ψύχραιμα σ' όλη του την πορεία), φοβάμαι πως οι αναγνώστες μου θα δυσκολευθούν να πεισθούν γι' αυτές τις λεπτομέρειες περισσότερο απ' όσο δυσκολεύθηκα εγώ ο ίδιος.
Υπολογίζοντας το μέγεθος του πλάσματος από τη διάμετρο των χοντρόκορμων δέντρων, πλάι στα οποία πέρασε -των λιγοστών γιγάντων του δάσους που είχαν γλιτώσει από τη μανία της κατολίσθησης- συμπέρανα ότι ήταν πολύ μεγαλύτερο από κάθε πλοίο της γραμμής που υπάρχει. Λέω πλοίο της γραμμής, γιατί αυτή την εντύπωση έδινε το σχήμα του τέρατος- το κύτος ενός δίκροτου των εβδομηντατεσσάρων πυροβόλων δίνει μια αρκετά πιστή εικόνα για το γενικό περίγραμμα αυτού του πλάσματος. Το στόμα του ζώου βρισκόταν στην άκρη μιας προβοσκίδας με μάκρος εξήντα ως εβδομήντα πόδια και με πάχος όσο περίπου το κορμί ενός συνηθισμένου ελέφαντα. Κοντά στη ρίζα αυτής της προβοσκίδας υπήρχε ένα τεράστιο πλήθος από μαύρες, ανάκατες τρίχες -περισσότερες απ' όσες θα έβγαιναν από είκοσι βουβάλια- και μέσα απ' αυτό το τρίχωμα πρόβαλλαν προς τα κάτω και τα πλάγια δυο γυαλιστεροί χαυλιόδοντες, όχι ανόμοιοι με τους χαυλιόδοντες ενός αγριογούρουνου, αλλά ασύγκριτα μεγαλύτεροι. Παράλληλα στην προβοσκίδα, και σε κάθε πλευρά της, εκτεινόταν από μια γιγαντιαία κεραία, με μάκρος τριάντα ως σαράντα πόδια, που έδειχνε ν' αποτελείται από καθαρό κρύσταλλο και σχημάτιζε ένα τέλειο πρίσμα -μάλιστα αντανακλούσε με λαμπρό τρόπο τις αχτίνες του ήλιου που βασίλευε. Ο κορμός του τέρατος είχε σχήμα σφήνας, με την αιχμή προς τα κάτω. Απ' αυτόν ξεφύτρωναν δυο ζευγάρια φτερά, που το καθένα τους είχε μήκος γύρω στις εκατό γιάρδες- το ένα ζευγάρι ήταν πάνω στο άλλο κι όλα τα φτερά ήταν σκεπασμένα με πυκνά μεταλλικά λέπια- κάθε λέπι φαινόταν να έχει διάμετρο δέκα με δώδεκα, πόδια. Πρόσεξα πως τα πάνω και τα κάτω φτερά, συνδέονταν με μια γερή αλυσίδα. Αλλά το πιο παράξενο πράγμα σ' αυτό το φρικιαστικό ον ήταν η εικόνα μιας Νεκροκεφαλής, που σκέπαζε σχεδόν ολόκληρη την επιφάνεια του στήθους του και ήταν τόσο πιστά χαραγμένη, με άσπρο αστραφτερό χρώμα, πάνω στο μαύρο φόντο του σώματος, που θα 'λεγε κανείς πως τη ζωγράφισε εκεί μ' επιμέλεια κάποιος καλλιτέχνης. Καθώς κοίταζα αυτό το φοβερό ζώο, και ιδιαίτερα τη μορφή που υπήρχε πάνω στο στήθος του, με αίσθημα δέους και φρίκης -μ' ένα αίσθημα επερχόμενης συμφοράς, που στάθηκε αδύνατο να το υπερνικήσω με το λογικό μου- είδα τα πελώρια σαγόνια που υπήρχαν στην άκρη της προβοσκίδας ν' ανοίγουν ξαφνικά, κι από μέσα τους βγήκε ένας ήχος τόσο δυνατός και θρηνητικός, που τάραξε τα νεύρα μου σαν πένθιμη κωδωνοκρουσία, κι όταν το τέρας εξαφανίσθηκε στα ριζά του λόφου σωριάστηκα μεμιάς λιπόθυμος στο πάτωμα.
Όταν συνήλθα, η πρώτη μου σκέψη ήταν φυσικά να πληροφορήσω το φίλο μου γι' αυτό που είχα δει κι ακούσει -και μου είναι σχεδόν αδύνατο να εξηγήσω ποιο αίσθημα απέχθειας μ' εμπόδισε τελικά να το κάνω.
Τελικά, ένα βράδυ, τρεις ή τέσσερις μέρες έπειτα απ' το περιστατικό, καθόμασταν μαζί στο ίδιο δωμάτιο όπου είχα δει εκείνο το πλάσμα. Εγώ καθόμουν στην ίδια θέση, πλάι στο ίδιο παράθυρο, ενώ ο φίλος μου ήταν ξαπλωμένος σ' ένα ντιβάνι εκεί κοντά. Η σύμπτωση του τόπου και του χρόνου μ' έκανε να του περιγράψω το φαινόμενο που είχα δει. Αυτός μ' άκουσε ως το τέλος. Στην αρχή γέλασε με την καρδιά του, ύστερα όμως το φέρσιμό του έγινε πολύ σοβαρό, σαν να μην αμφέβαλε καθόλου ότι ήμουν τρελός. Εκείνη τη στιγμή είδα και πάλι καθαρά το τέρας, στο οποίο και έστρεψα την προσοχή του φίλου μου με μια κραυγή απερίγραπτου τρόμου.
Αυτός κοίταξε καλά, αλλά ισχυρίσθηκε πως δεν έβλεπε τίποτα -αν και του περιέγραψα καταλεπτώς την πορεία εκείνου του εφιαλτικού πλάσματος, που ροβόλησε και πάλι τη γυμνή πλαγιά του λόφου.
Τώρα ήμουν αναστατωμένος όσο δεν λέγεται, γιατί θεώρησα ότι το όραμα αυτό ήταν ή σημάδι του θανάτου μου, ή, πράγμα ακόμα χειρότερο, προάγγελος μιας κρίσης μανίας. Σωριάστηκα απελπισμένος στην καρέκλα μου και για κάμποση ώρα κράτησα το πρόσωπό μου κρυμμένο στα χέρια μου. Όταν ξεσκέπασα τα μάτια μου, το τερατώδες ον δεν φαινόταν πια.
Ο οικοδεσπότης μου, όμως, είχε ξαναβρεί ως ένα βαθμό το ήρεμο φέρσιμό του και μου έκανε εξονυχιστικές ερωτήσεις για την εμφάνιση εκείνου του εξωπραγματικού πλάσματος. Όταν ικανοποίησα όλες τις απορίες του, αυτός αναστέναξε βαθιά, σαν να είχε ανακουφισθεί από κάποιο αβάσταχτο βάρος, και, με μια αταραξία που μου φάνηκε απάνθρωπη εξακολούθησε να μιλάει για διάφορα φιλοσοφικά ζητήματα, για τα οποία συζητούσαμε συχνά ως εκείνη τη στιγμή. Θυμάμαι ότι, ανάμεσα σ' άλλα πράγματα, επέμενε ιδιαίτερα στην ιδέα ότι η κύρια πηγή πλάνης σε κάθε ανθρώπινη έρευνα είναι η τάση του λογικού να υποτιμά ή να υπερτιμά τη σημασία ενός αντικειμένου, από κακό υπολογισμό της απόστασής του στο χώρο ή στο χρόνο. «Λόγου χάρη», είπε, «για να εκτιμήσουμε σωστά την επίδραση που θ' ασκήσει γενικά στην ανθρωπότητα η διάχυση της Δημοκρατίας, πρέπει να πάρουμε υπόψη μας την απόσταση της εποχής, στην οποία θα έχει ίσως ολοκληρωθεί αυτή η διάχυση. Μπορείς να μου πεις ένα συγγραφέα, απ' όσους ασχολούνται με το ζήτημα της διακυβέρνησης των ανθρώπων, που να καταδέχτηκε ποτέ να εξετάσει αυτή την πτυχή του ζητήματος;»
Στο σημείο αυτό σταμάτησε για μια στιγμή, πήγε σ' ένα ράφι με βιβλία κι έβγαλε ένα από τα συνηθισμένα εγχειρίδια φυσικής ιστορίας. Κατόπιν, παρακαλώντας με ν' αλλάξω θέση μαζί του, για να μπορεί να διαβάσει καλύτερα τα ψιλά γράμματα του βιβλίου, τράβηξε την πολυθρόνα μου κοντά στο παράθυρο και, ανοίγοντας το βιβλίο, εξακολούθησε να μιλάει στον ίδιο τόνο όπως και πριν.
«Αν δεν μου περιέγραφες με τόσες λεπτομέρειες το τέρας», είπε, «ίσως να μη μπορούσα ποτέ να σου αποδείξω τι ήταν». Πρώτα απ' όλα, όμως, άφησέ με να σου διαβάσω μια σχολική περιγραφή για το γένος σφίγγα, της οικογένειας των νυκτιιδών, της τάξης των λεπιδοπτέρων, της ομοτα-ξίας τον εντόμων. Ιδού η περιγραφή:
«Τέσσερα μεμβρανώδη φτερά, σκεπασμένα με μικρά έγχρωμα λέπια που έχουν μεταλλική εμφάνιση- το στόμα σχηματίζει μια περιελιγμένη προβοσκίδα, που δημιουργείται από την επιμήκυνση των χειλέων- στα πλάγια της προβοσκίδας βρίσκονται υποτυπώδη σαγόνια και χνουδωτά εξαρτήματα- τα κατώτερα φτερά συνδέονται με τα ανώτερα χάρη σε μια σκληρή τρίχα, οι κεραίες έχουν τη μορφή επιμηκυσμένων ροπάλων και σχήμα πρίσματος- η κοιλιά είναι οξύληκτη. Η «σφίγγα - νεκροκεφαλή» σκορπίζει συχνά τον τρόμο στους αμαθείς, εξαιτίας της μελαγχολικής κραυγής που βγάζει και των συμβόλων του θανάτου που στολίζουν το θώρακά της».
Σ' αυτό το σημείο ο φίλος μου έκλεισε το βιβλίο κι έγειρε προς τα εμπρός, παίρνοντας τη στάση ακριβώς που είχα όταν αντίκρισα «το τέρας».
«Α, νάτο», φώναξε ξαφνικά. «Ξανανεβαίνει την πλαγιά του λόφου, κι ομολογώ πως έχει πολύ παράξενη εμφάνιση. Ωστόσο, με κανένα τρόπο δεν είναι τόσο μεγάλο ούτε τόσο μακρινό όσο φαντάστηκες- γιατί, καθώς σκαρφαλώνει τούτο δω το νήμα, που κάποια αράχνη ύφανε στο παράθυρο, διαπιστώνω πως το μήκος του είναι το πολύ γύρω στο ένα δέκατο έκτο της ίντσας, κι άλλο τόσο απέχει επίσης από την κόρη του ματιού μου».

Edgar Allan Poe - Ο άγγελος του παράξενου
Εκδόσεις Αιγόκερως
Μετάφραση Δημοσθένης Κούρτοβικ


Ο ΦΥΛΑΚΑΣ – Carlos Castaneda
…Ξαφνικά σωριάστηκα στην αριστερή μου πλευρά και βρέθηκα να κοιτάζω τον Δον Χουάν απ’ το πάτωμα.
Ο Δον Χουάν έσκυψε πάνω μου και με διέταξε ψιθυριστά να μην κοιτάζω αυτόν, αλλά να συγκεντρώσω το βλέμμα μου σ’ ένα σημείο του χαλιού που βρισκόταν μπροστά μου. Είπε πως έπρεπε να κοιτάζω με το ένα μάτι, το αριστερό, και ότι αργά ή γρήγορα θα έβλεπα τον φύλακα.
Στήλωσα τα μάτια μου στο σημείο που μου είχε δείξει αλλά δεν έβλεπα τίποτα. Σε μία στιγμή ωστόσο διέκρινα ένα κουνούπι να πετάει μπροστά απ’ τα μάτια μου και κατόπιν να κάθεται πάνω στο ψαθινο χαλί. Παρακολουθούσα τις κινήσεις του. Με πλησίαζε ολοένα και πιο πολύ ώστε τελικά τα μάτια μου θάμπωσαν από την κάθετη κλίση που έπαιρνε το βλέμμα μου. Κατόπιν, εντελώς ξαφνικά, ένιωσα σαν να είχα σηκωθεί όρθιος. Ηταν μια τόσο παράξενη αίσθηση ώστε θα άξιζε να την μελετήσει κανείς, αλλά εκείνη την στιγμή δεν υπήρχε χρόνος για κάτι τέτοιο. Είχα την απόλυτη αίσθηση πως κοίταζα κατευθείαν μπροστά, στο συνηθισμένο οπτικό μου επίπεδο, κι αυτό που είδα συντάραξε και την τελευταία ίνα της ύπαρξης μου. Δεν υπάρχει τρόπος να περιγράψω το συγκινησιακό σοκ που δοκίμασα. Ακριβώς απέναντι μου, σε μικρή απόσταση, στεκόταν ένα γιγάντιο τερατώδες ζώο. Ηταν τόσο φοβερό, ώστε ούτε η πιο τολμηρή μυθιστορηματική φαντασία δεν θα μπορούσε ποτέ να το συλλάβει. Το κοίταζα κυριολεκτικά κατάπληκτος.
Το πρώτο πράγμα που παρατήρησα ήταν το μέγεθος του. Υπολόγισα πως πρέπει να ήταν περίπου 30 μέτρα ψηλό. Φαινόταν να στέκεται όρθιο, αν και δεν μπορούσα να καταλάβω πως στεκόταν. Κατόπιν παρατήρησα πως είχε φτερά, δύο κοντά και πλατιά φτερά. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι επέμενα να εξετάζω το ζώο σαν να ήταν ένα συνηθισμένο θέαμα, δηλαδή να το κοιτάζω. Στην πραγματικότητα ωστόσο, δεν μπορούσα να το κοιτάξω με τον τρόπο που ήμουν συνηθισμένος να κοιτάζω και μάλλον παρατηρούσα ορισμένα του χαρακτηριστικά, προσπαθώντας μ’ αυτόν τον τρόπο να κάνω πιο καθαρή την εικόνα του. Το σώμα του ήταν σκεπασμένο με πυκνό μαύρο τρίχωμα, είχε μακρύ, κωμικό μουσούδι, και τα μάτια του ήταν πεταχτά και στρογγυλά σαν δύο τεράστιες άσπρες μπάλλες.
Υστερα άρχισε να χτυπάει τα φτερά του. Η κίνηση δεν ήταν πλατάγιασμα φτερών ενός πουλιού, αλλά ένα είδος κυματιστής δόνησης με την οποία το τέρας άρχισε να κινείται και να κάνει κύκλους μπροστά μου. Δεν φαινόταν να πετάει, αλλά μάλλον να γλιστράει με εκπληκτική ταχύτητα και ελαφράδα μόλις λίγες ίντσες πάνω από το έδαφος. Για μια στιγμή απορροφήθηκα παρακολουθώντας την κίνηση του. Εβρισκα τις κινήσεις του άσχημες, αλλά η ταχύτητα και η ευκολία με την οποία κινούνταν ήταν έξοχες.
Εκανε δύο κύκλους μπροστά μου, πάλλοντας τα φτερά του κι αυτό που έβγαζε απ’ το στόμα του διαχύθηκε σε όλες τις κατευθύνσεις. Μετά έκανε μεταβολή και απομακρύνθηκε, γλυστρώντας με απίστευτη ταχύτητα, ώσπου εξαφανίστηκε στο βάθος. Κοίταζα επίμονα προς την κατεύθυνση που είχε φύγει γιατί δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο. Ενιωθα το σώμα μου παράξενα βαρύ και μου ήταν αδύνατο να δώσω μια συνοχή στις σκέψεις μου. Δεν μπορούσα να κινηθώ, θαρρείς και ήμουν καρφωμένος στο έδαφος.
Μετά διέκρινα κάτι σαν σύννεφο στο βάθος κι ένα λεπτό αργότερα το γιγάντιο ζώο βρισκόταν μπροστά μου και έκανε κύκλους με τρομερή ταχύτητα. Τα φτερά του πλησίαζαν ολοένα και περισσότερο στα μάτια μου και τελικά με χτύπησαν. Ενιωσα το χτύπημα σε όλο μου το πρόσωπο και φώναξα με όλη μου την δύναμη κάτω από την ένταση ενός αφόρητου πόνου που μου προκάλεσε, ενός πόνου που πρώτη φορά δοκίμαζα στην ζωή μου.
Και συνεχίζει παρακάτω
…ρώτησα τον Δον Χουάν. ‘Τι μου συνέβη;’
Ο Δον Χουαν γέλασε πονηρά. ‘Πήγες να αναζητήσεις τον φύλακα και φυσικά τον βρήκες’, είπε.
‘Μα τι ήταν αυτό Δον Χουάν;’
‘Ο φρουρός, ο φύλακας, ο σκοπός του άλλου κόσμου’ είπε ο Δον Χουάν με έμφαση.
…‘Ποιος ήταν ο λόγος που έπρεπε να δω αυτό το κτήνος Δον Χουάν;’
Πήρε σοβαρό ύφος και με κοίταξε κατάματα.
‘Αυτός ήταν ο φρουρός’, είπε. ‘Αν θέλεις να δεις, θα πρέπει να τον ξεπεράσεις’.
‘Και πως θα μπορέσω να τον ξεπεράσω Δον Χουάν; Αυτός έχει ύψος περίπου 30 μέτρα’
Εμεινε για λίγο σιωπηλός. Μετά γύρισε προς το μέρος μου και είπε αργά αργά σαν να ήθελε να μετρήσει την εντύπωση που θα προκαλούσαν τα λόγια του: ‘Ο φρουρός του άλλου κόσμου είναι ένα κουνούπι. Αυτό που αντιμετώπισες χθες ήταν ένα κουνούπι. Αυτό το μικρό κουνούπι θα κλείνει τον δρόμο σου μέχρι να το ξεπεράσεις’.
‘Και πως θα μπορούσε να με χτυπήσει ένα κουνούπι Δον Χουάν;’ Ρώτησα αληθινά κατάπληκτος
‘Δεν ήταν κουνούπι όταν σε χτύπησε, ήταν ο φύλακας του άλλου κόσμου. Ισως μια μέρα να βρεις το θάρρος να τον νικήσεις. Όχι τώρα όμως. Τώρα για σένα είναι ένα ζώο με 30 μέτρα ύψος.’…….

Carlos Castaneda
μιά ξεχωριστή πραγματικότητα
παραπέρα συζήτηση με τον ΔΟΝ ΧΟΥΑΝ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΛΟΥΚΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

Ο Λούκιος Απουλήιος και τα Μυστήρια – Gareth Knight

Μια από τις καλύτερες πηγές για τη φιλοσοφία και την πραχτική των Μυστηριακών Θρησκειών είναι “Η Μεταμόρφωση” ή “Ο Χρυσός Ονος” του Λούκιου Απουλήιου της Μαδούρας. Αυτός ήταν μυημένος στα Μυστήρια της Ισιδας και πιθανά και σε κάποιες άλλες Μυστηριακές λατρείες. Σύμφωνα με μια παράδοση – την οποία ακολούθησαν πολλοί, μεταξύ των οποίων και οι ροδόσταυροι του 17ου αιώνα – έγραψε πολύ σοφά πράγματα, καλυμμένα όμως με το προσωπείο μιας σκωπτικής διάθεσης. Αυτό που σε ένα επίπεδο αποτελεί συλλογή αστείων και μερικές φορές κακόγουστων ή χυδαίων ιστοριών, στην πραγματικότητα είναι μια πραγματεία που αφορά τη μύηση στα ανώτερα πνευματικά Μυστήρια.
Ταυτόχρονα, θεωρείται έργο πολύ αποκαλυπτικό για τα είδη των θρησκειών και τις μαγικές πεποιθήσεις που επικρατούσαν εκείνη την εποχή. Αν και τα κείμενά του τοποθετούνται χρονικά γύρω στον 3ο μ. Χ. αιώνα, η γενική εικόνα που μας δίνει ισχύει και για μερικούς αιώνες πριν. Στα γαρφτά του ελάχιστη σημασία δίνει στο Χριστιανισμό και γράφει από τη σκοπιά ενός μορφωμένου ειδωλολάτρη.
Η ιστορία αφηγείται το πως μεταμορφώθηκε σε γάιδαρο και τις περιπετειες που είχε μέχρι να ξανααποχτήσει την ανθρώπινη μορφή του. Η αρχική του μεταμόρφωση ήταν αποτέλεσμα της ασυγκράτητης επιθυμίας του για τα εγκόσμια και της περιέργειάς του. Δημιουργεί έναν παράνομο δεσμό με μια υπηρέτρια, που του αποκαλύπτει ότι η κυρά της είναι μυημένη στη φυσική μαγεία. Ενα βράδυ αργά, την παρακολουθούν κρυφά να αλοίφεται με μια παράξενη αλοιφή και να μεταμορφώνεται σε κουκουβάγια. Ο Λούκιος δοκιμάζει και αυτός την αλοιφή, αλλά δυστυχώς γι' αυτόν κάνει λάθος στο βαζάκι και μεταμορφώνεται σε γάιδαρο. Το αντίδοτο για να ξαναπάρει την ανθρώπινη μορφή του είναι να φάει μερικά τριαντάφυλλα. Αλλά πριν προλάβει και, έχοντας ακόμα μορφή γαϊδάρου, εισβάλλουν κλέφτες και τον παίρνουν, για να τους βοηθήσει να μεταφέρουν τη λεία τουσ. Αν και πέρασε από πολλά βάσανα και δοκιμασίες, συνέχεια ανέβαλε να φάει τριαντάφυλλα γιατί πάντα τον παρακολουθούσαν άλλοι, και θα μπορούσε να κατηγορηθεί για μαγεία αν τον έβλεπαν να μεταμορφώνεται μπροστά στα μάτια τους. Τελικά προσεύχεται στην Ισιδα, και μέσα από ένα όραμα κατευθύνεται σε μια περιοχή με πολλά τριαντάφυλλα, που θα τον βοηθούσαν να αποχτήσει την προηγούμενη μορφή του. Εκεί γίνεται μια θρησκευτική τελετή προς τιμήν της Ισιδας, όπου πρόκειται να καθελκυστεί στη θάλασσα ένα θρησκευτικό πλοίο γεμάτο με αναθήματα. Ενας από τους ανώτερους ιερείς κρατάει ένα στεφάνι από τριαντάφυλλα και ο Λούκιος καταφέρνει να το φάει. Μετά, από ευγνωμοσύνη, αφιερώνεται στα Μυστήρια και γίνεται μέλος του ιερατείου της Ισιδας.
Οσον αφορά τη μύησή του, λέει ότι δεν επιτρέπεται σε κανένα να αποκαλύψει αυτά που συμβαίνουν μέσα στα άγια των αγίων.
“Κι εσύ φιλομαθή αναγνώστη, ίσως να απαιτείς να μάθεις τι λέχθηκε και γίνηκε εκεί μέσα: μα την αλήθεια, θα σούλεγα αν δε γινόμουν παραβάτης, θα μάθαινες αν σωστό για σένα ήτανε να ακούσεις: αλλά, αμέσως και τα αυτιά σου και η γλώσσα σου θα υπέφεταν από τον πόνο της παράτολμης περιέργειας. Αλλά δε θα βασανίσω για πολύ το μυαλό σου, που ίσως πιστεύει σε κάποια θρησκεία και είναι δοσμένο σε κάποια λατρεία. Πρέπει να καταλάβεις πως έφτασα κοντά στον κάτω κόσμο, στις ίδιες τις πύλες της Περσεφόνης κι αφού από εκεί αρπάχτηκα και πέρασα μέσα από όλα τα στοιχεία, μετά επέστρεψα στη θέση μου: εκεί γύρω στα μεσάνυχτα είδα τον ήλιο να λάμπει εκτυφλωτικά, είδα και τους θεούς, ουράνιους και υποχθόνιους. Μπροστά τους παρουσιάστηκα και τους λάτρεψα”.
Ο Λούκιος επειδή είχε ορκιστεί να τηρεί μυστικότητα, κρύβει την αλήθεια μέσα στα διπλά ή και πολλαπλά νοήματα, παρουσιάζοντας το σοβαρό σαν αστείο. Αλλωστε αυτό το συναντάμε σε πολλά τέτοιου είδους κείμενα. Στην πραγματικότητα, μας αποκαλύπτει τα πάντα μέσα από τις “γελοίες” ιστορίες του βιβλίου, ζητώντας μας μάλιστα συγνώμη γιατί χρησιμοποίησε αιγυπτιακό χαρτί και πένα από τις καλαμιές του Νείλου. Φυσικά, δεν ζητάει συγνώμη από τους εκλεπτυσμένους Ελληνες και Ρωμαιόυς αστούς για τα αρχαία και χοντροκομμένα υλικά που χρησιμοποίησε. Μάλλον πρόκειται για μια έμμεση υπόδειξη στους σοφούς να ψάξουν για τις ρίζες των αρχαίων Μυστηρίων στη συσσωρευμένη γνώση και στις παραδόσεις της Αρχαίας Αιγύπτου.
Τα Μυστήρια σαν σκοπό είχαν να ξεπολώσουν τον άνθρωπο από την ημιάγρια κατάστασή του και να τον οδηγήσουν σε μια αναγέννηση που θα τον ταύτιζε με τους θεούς, μέσα από την άμεση συνειδητοποίηση της πνευματικής του οντότητας και ακεραιότητας. Ο Λούκιος γίνεται γάιδαρος εξαιτίας της δικής του άκρατης περιέργειας και φιληδονίας. Τελικά όμως, σώζεται και αφιερώνεται στη θεά, ενώ στο τέλος, μετά από πολλές δοκιμασίες συμμετέχει και στα Μυσ΄τηρια. Αργότερα μυείται στα Μυστήρια του Οσιρι τον οποίο χαρακτηρίζει σαν “τον πιο ισχυρό από όλους τους θεούς, τον ύψιστο από τους μεγάλους, το μεγαλύτερο από τους υψίστους και τον κυβερνήτη των μεγάλων...” με άλλα λόγια, “τρισμέγιστο”.
Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε το ρόλο που παίζουν τα τριαντάφυλλα στην ιστορία του Λούκιου, σαν φορέας της λύτρωσής του. Είναι ένα σύμβολο που το συναντάμε συνεχώς στην ιστορία της Μαγείας. Ειναι τα rosa mystica της Θείας Κωμωδίας του Δάντη και αποτελούν ένα πρότυπο του ίδιου του ουρανού. Είναι το κεντρικό σημείο των Μυστηρίων του Ρόδου και του Σταυρού, που συναντάμε στο Ροδοσταυρισμό του 17ου αιώνα, και συμβολίζουν το πνεύμα που κυριαρχεί στα τέσσερα στοιχεία. Στη σύγχρονη εποχή και ύρια τις ψυχοθεραπευτικές τεχνικές το τριαντάφυλλο επανεμφανίζεται σαν ένα σύμβολο της ψυχής ολόκληρης.
Ενας άλλος τρόπος, μέσα από τον οποίο εκφράζονται οι πνευματικές διδασκαλίες των Μυστηριακών λατρειών, δίνεται από τον Λούκιο σε ένα μακροσκελές ανέκδοτο, ενσωματωμένο μέσα στην κύρια ιστορία του με τίτλο “Η Αγάπη της Ψυχής και του Ερωτα”. Η Ψυχή, μια νεαρή κοπέλα που συμβολίζει την ανθρώπινη ψυχή, έχει ερωτική σχέση με το Θεό Ερωτα. Ομως χάνει την πίστη και την εμπιστοσύνη αυτής της αγάπης επειδή ακούει τις ζηλόφθονες πονηριές των αδελφών της. Αφήνει την περιέργεια και την υποψία να ξεπηδήσουν μέσα στο στήθος της, σε σημείο που προδίδει τον έρωτα, το θείο εραστή της. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να περάσει πολλές δοκιμασίες και περιπέτειες. Οι δοκιμασίες είναι να βάλει σε τάξη χιλιάδες σπόρους μέσα σε μια νύχτα, να αναζητήσει ένα χρυσόμαλλο δέρας, να φέρει λίγο από το νερό που τροφοδοτεί τους ποταμούς του Κάτω Κόσμου και να παρακαλέσει την Περσεφόνη να της δώσει λίγη από την ομορφιά της, πράγμα που σήμαινε ότι έπρεπε να κατέβει στο ίδιο το βασίλειο του Αδη. Τους πετυχαίνει αυτούς τους άθλους, τόσο γιατί δείχνει μια παραδειγματική αγάπη και υπηρεσία προς τους αλλους όσο και γιατί το αξίζει. Στο τέλος αποκαθίσταται ερχομένη σε ένα θείο γάμο με το Θεό Ερωτα.
Αυτή η αλληγορία μας δείχνει τα ύψη του πνευματικού μεγαλείου στα οποία μπορούσε να φτάσει ο παγανιστικός κόσμος.
Ο παγανιστικός κόσμος επίσης, μπορούσε να υποβιβάσει τις πνευματικές αξίες σε σημαντικό βαθμό σύμφωνα με τις περιγραφές του Απουλήιου. Σε ορισμένα σημεία της Ελλάδας έπρεπε να φυλάνε προσεχτικά τα σώματα των νεκρών για να μη διαμελιστούν από μάγισσες οι οποίες αναζητούσαν συστατικά για τις συνταγές τους. Με τη λογική των κατώτερων μορφών μαγείας, μπορεί να επιτευχθεί η σε “κάποιο” βαθμό διεύρυνση της συνείδησης, μέσα από το σοκ και την αηδία, ή με την υπερνίκηση της φυσικής αποστροφής. Υπήρχαν, επίσης, ομάδες περιπλανώμενων αλητών που υποστήριζαν ότι είναι αφιερωμένοι σε διάφορους θεούς ή θεές της Ανατολής. Κουβαλούσαν τα είδωλα των θεών τους στις πλάτες σκλάβων ή γαϊδουριών και εκτελούσαν χορούς αυτομαστίγωσης, συγκεντρώνοντας έτσι χρήματα από το κοινό που μαζευόταν για να δει το θέαμα. Αυτός ο τρόπος βιοπορισμού συχνά συνοδευόταν από αφύσικα ομαδικά όργια.

GARETH KNIGHT
A HISTORY OF WHITE MAGIC
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΗΛΙΑΣ ΜΑΜΑΛΗΣ

Σ' ΕΝΑΝ ΠΟΙΗΤΗ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΡΑΦΤΗΚΕ - JUAN RAMON JIMENEZ

Να πλάσουμε τα ονόματα.
οι άνθρωποι θα πηγάσουν απ' αυτά..
Υστερα θα πηγάσουν και τα πράγματα.
Και θ' απομείνει ο καθαρός κόσμος των ονομάτων,
κείμενο της αγάπης των ανθρώπων,
της ευωδίας των ρόδων.

Απ' την αγάπη και τα ρόδα,
μόνο τα ονόματα θα μείνουν.
Ας πλάσουμε τα ονόματα!

Ναι λέει η μέρα. Οχι,
λέει η νύχτα.

Ποιος μαδά τη μεγάλη χρυσή μαργαρίτα,
την άσπρη και μαύρη;

Και πότε θα πιστέψεις, Κύριε του άπλαστου,
πως σ' αγαπάμε;

ΠΕΤΡΟΣ Α. ΔΗΜΑΣ
ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΞΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΟΚΟΛΗ

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2010

Ο καθένας και η χίμαιρά του - Charles Baudelaire (1821 - 1867)

Κάτω από ένα απέραντο ουρανό γκρίζο, σε μια μεγάλη πεδιάδα γεμάτη σκόνη, χωρίς μονοπάτια, χωρίς χλόη, χωρίς ένα γαϊδουράγκαθο, χωρίς μια τσουκνίδα, συνάντησα πολλούς ανθρώπους, που βάδιζαν κυρτοί.
Καθένας απ' αυτούς έφερε στην πλάτη του μια πελώρια Χίμαιρα, τόσο βαριά όσο ένας σάκος αλεύρι ή κάρβουνο, ή όσο ο οπλισμός ενός Ρωμαίου πεζού στρατιώτη.
Αλλά το τερατώδες κτήνος δεν ήταν ένα βάρος αδρανές. αντίθετα περιτυλισσόταν και καταπίεζε τον άνθρωπο με τους ελαστικούς και δυνατούς μυς του. Γραπωνόταν με τα πελώρια νύχια του στο στήθος του υποζυγίου του. και το μυθικό του κεφάλι ξεπερνούσε το μέτωπο του ανθρώπου, όπως μια απ' αυτές τις περικεφαλαίες με τις οποίες οι αρχαίοι πολεμιστές ελπίζανε να προσθέσουν τρόμο στον εχθρό.
Ρώτησα έναν απ' αυτούς τους ανθρώπους να μου πει που πήγαιναν έτσι. Μου απάντησε ότι δεν ήξερε τίποτε για τούτο, ούτε αυτός ούτε οι άλλοι. αλλά προφανώς πήγαιναν κάπου, γιατί ήταν σπρωγμένοι από μια ανίκητη ανάγκη να βαδίζουν.
Πράγμα περίεργο, να σημειώσουμε: κανένας απ' αυτούς τους ταξιδιώτες δεν είχε ύφος θυμωμένο εναντίον του άγριου κτήνους, που ήταν κρεμασμένο απ' το λαιμό του και προσκολλημένο στην πλάτη του. είπε ότι το θεωρούσε σαν να αποτελούσε μέρος του ίδιου. Όλα αυτά τα πρόσωπα, κουρασμένα και σοβαρά, δεν μαρτυρούσαν καμία απελπισία. κάτω από τον μελαγχολικό θόλο του ουρανού, τα πόδια βυθισμένα στην σκόνη ενός εδάφους το ίδιο περίλυπου όσο ο ουρανός, πορεύονταν με την καρτερική φυσιογνωμία εκείνων, που είναι καταδικασμένοι να ελπίζουν πάντοτε.
Και η ακολουθία πέρασε δίπλα μου και βυθίστηκε στον ορίζοντα, στο μέρος όπου η στρογγυλή επιφάνεια του πλανήτη διαφεύγει από την περιέργεια του ανθρωπίνου βλέμματος.
Και στην διάρκεια κάποιων στιγμών επέμενα να θέλω να καταλάβω αυτό το μυστήριο. αλλά, σε λίγο η ακαταμάχητη Αδιαφορία κατέπεσε πάνω μου και ένιωθα τόσο βαριά καταπονημένος, όσο δεν ήταν αυτοί οι ίδιοι από τις καταθλιπτικές τους Χίμαιρες.

Μετάφραση: ΧΡΥΣ. ΤΣΙΚΡΙΤΣΗ - ΚΑΤΣΙΑΝΑΚΗ
ΞΕΝΕΣ ΦΩΝΕΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ (ΣΕΙΡΑ 3η)
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΩΔΩΝΗ

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

Ο άνθρωπος μέσα στο Σύμπαν - ΜΠΟΡΙΣ ΜΟΥΡΑΒΙΕΦ

Ο αστρονομικός κόσμος που παρατηρούμε από τον πλανήτη μας, παρουσιάζεται έτσι γιατί βλέπουμε το σώμα του Σύμπαντος από το εσωτερικό του. Και δεν το αντιλαμβανόμαστε σαν σύνολο γιατί οι παρατηρήσεις μας γίνονται και ερμηνεύονται στη δική μας κλίμακα. Και αυτή, σε σχέση με το σύνολο είναι απειροελάχιστη. Μας παραπλανούν οι αποστάσεις μεταξύ των άστρων που είναι εστίες ζωντανής ύλης. Μόρια του παγκόσμιου οργανισμού. Θεωρούμενες προοπτικά, από μέσα προς τα έξω, οι αποστάσεις μας φαίνονται τεράστιες. Η πυκνότης όμως του συνόλου του Σύμπαντος είναι ανάλογη με την πυκνότητα του σώματός μας.
Ο άνθρωπος μέσα στο Σύμπαν μοιάζει με μικροοργανισμό μέσα στο ανθρώπινο σώμα. Αν μπορούσαμε να γίνουμε μικρόβια, θα βλέπαμε το σώμα μας από το εσωτερικό του, όπως τώρα παρατηρούμε τον έναστρο ουρανό με τους γαλαξίες, τους οποίους αντιπροσωπεύουν τα όργανα του σώματός μας. Αν, αντίθετα, μπορούσαμε να γίνουμε τεράστιοι και να δούμε το Σύμπαν στη δική του κλίμακα, θα το βλέπαμε σαν ένα ζωντανό σώμα. Ειναι το αποτέλεσμα της αρχής της Σχετικότητος.
Ποιό είναι λοιπόν σε αυτόν τον Κόσμο το νόημα της ανθρώπινης ζωής, όπως τη γνωρίζουμε;
Ο άνθρωπος υπάρχει για δύο λόγους: σαν στοιχείο του παγκόσμιου οργανισμού εξυπηρετεί τους σκοπούς οργανισμού αυτού. Σαν μεμονωμένο άτομο μπορεί να επιδιώξει τους δικούς του σκοπούς.
Για να κατανοηθή καλύτερα γιατί και πως είναι συνδεδεμένοι οι δύο αυτοί στόχοι, ας πάρουμε ένα παράδειγμα: Η θέση του ανθρώπου μέσα στο Σύμπαν είναι ανάλογη με τη θέση ενός κυττάρου του ανθρωπίνου σώματος. Κάθε κύτταρο αποτελεί μέρος ενός οργάνου που, με τη σειρά του, σαν στοιχείο μιας ομάδας οργάνων, εξασφαλίζει την καλή πορεία κάποιας λειτουργίας του οργανισμού.
Ας εξετάσουμε, από την άποψη αυτή, τη μοίρα ενός κυττάρου μας. Υπόκειται σε δύο κατηγορίες νόμων, ή απλούστερα, ας πούμε ότι κυριαρχείται από δύο νόμους.
Ο πρώτος συγκρατεί το κύτταρο στη θέση του και στην επιστήμη του εσωτερισμού ονομάζεται Γενικός Νόμος. Ο δεύτερος επιτρέπει στο κύτταρο κάποια ελευθερία δράσεως και ονομάζεται Νόμος της Εξαιρέσεως.
Ο πρώτος, νόμος συντηρητικός, φροντίζει ώστε το όργανο, στο οποίο ανήκει το κύτταρο να λειτουργεί ανεμπόδιστα. Για να επιτύχει ο σκοπός αυτός πρέπει πρώτα τα κύτταρα του ορισμένου οργάνου να εκπληρώσουν, όσο ζουν, το ρόλο που τους έχει ανατεθή. Ο Γενικός Νόμος λοιπόν υποχρεώνει τα κύτταρα να παραμένουν στις θέσεις τους, να ολοκληρώνουν την εργασία τους και να της αφιερώνουν την ίδα τους τη ζωή..
Είναι φανερό ότι, αν αυτός ο νόμος δεν συγκρατούσε τα κύτταρα του σώματος μέσα στα όρια κάθε οργάνου, αν δεν τα ανάγκαζε να συμβάλουν στη λειτουργία του, τα όργανα του σώματός μας δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξουν. Ετσι ο νόμος αυτός είναι ωφέλιμος γιατί, εξασφαλίζοντας την ύπαρξη των οργάνων, επιτρέπει την διατήρηση του σώματος.
Αλλά το ανθρώπινο σώμα συνεχίζει να ζει και μετά από ολική αφαίρεση ορισμένων οργάνων. Σήμερα γνωρίζουμε ότι, όταν πρόκειται για ορισμένα όργανα, η αφαίρεση αυτή δεν φέρνει και μεγάλες ανωμαλίες στη λειτουργία του οργανισμού. Και μάλιστα, ο οργανισμός ανέχεται την τμηματική αποκοπή οργάνων χωρίς η γενική οικονομία του να κινδυνεύει. Αυτό μαρτυρεί ότι η εξαφάνιση ορισμένων κυττάρων που αντιπροσωπεύουν ένα ελάχιστο μέρος ενός οργάνου, περνάει απαρατήρητη γιατί η λειτουργία δεν θίγεται. Και καθώς ο ουσιαστικός ρόλος του Γενικού Νόμου είναι να επαγρυπνά για τη συνέχεια της λειτουργίας, δεν αντιλαμβάνεται την εξαφάνιση αυτή αφου δεν του φέρνει προσκόμματα. Συμβολικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα κύτταρα, όταν ξεφύγουν από το νόμο αυτό, υπάγονται στο Νόμο της Εξαιρέσεως.
Η απόδραση μερικών κυττάρων είναι, εξ άλλου, ένα φαινόμενο που παράγεται συνεχώς. Με πολλούς και διαφόρους ρυθμούς, τα κύτταρά μας, από το επιδερμικό ως το νευρικό, ανανεώνονται ασταμάτητα. Παράλληλα όμως με την εσωτερική ανανέωση, παρατηρούνται εξαφανίσεις κυττάρων που αντικαθίστανται ή όχι από καινούργιες ενότητες.
Ως εδώ, η αναλογία με τη μοίρα του ανθρώπου απέναντι στο Γενικό Νόμο και στο Νόμο της Εξαιρέσεως μπορεί να θεωρηθεί πλήρης.
Σταματάει όμως εδώ, τουλάχιστον σύμφωνα με όσα ξέρουμε σήμερα. Πραγματικά, στην κίνηση αυτή της ζωής, των μετακινήσεων και του θανάτου των κυττάρων, δεν υπάρχουν ενδείξεις για να σκεφτή κανείς ότι το πέρασμα από το Γενικό Νόμο στο Νόμο της Εξαιρέσεως γίνεται με συνειδητή ενέργεια των κυττάρων.
Για τον άνθρωπο το πράγμα είναι διαφορετικό.
Ο άνθρωπος, σαν κύτταρο της ανθρωπότητος, αποτελεί τμήμα της οργανικής ζωής επάνω στη Γη. Η ζωή, στο σύνολό της, είναι ένα πολύ ευαίσθητο όργανο του πλανήτη μας, με σημαντικό ρόλο στην οικονομία του ηλιακού συστήματος. Σαν κύτταρο του οργάνου αυτού, ο άνθρωπος υπάγεται στο Γενικό Νόμο που τον συγκρατεί στη θέση του. Βέβαια, ο νόμος του αφήνει κάποιο περιθώριο, ανέχεται ορισμένες ελεύθερες κινήσεις μέσα στα όρια που έχει καθορίσει.
Μέσα στα όρια αυτά, που αντικειμενικά είναι πολύ περιορισμένα αλλά υποκειμενικά είναι πολύ περιορισμένα αλλά υποκειμενικά φαίνονται ευρύτατα, ο άνθρωπος μπορεί να αφήσει ελεύθερες τις επιθυμίες και τις φιλοδοξίες του. Χωρίς να επεκταθούμε στον προσδιορισμό των ορίων και στη λεπτομερή περιγραφή των συνθετικών στοιχείων του Γενικού Νόμου μπορούμε να δώσουμε ένα παράδειγμα: η πείνα και η δουλεία της εργασίας για την εξασφάλιση της επιβιώσεως είναι από τους φορείς του νόμου αυτού. Αλλος φορέας είναι η αλυσσιδωτή σχέση: ερωτικό ένστικτο, αναπαραγωγή, φροντίδα των γονέων για τα παιδιά τους. Η εσωτερική αρχή που εφαρμόζεται σε αυτή την όψη της ζωής είναι: ο σαρκικός έρωτας είναι αναγκαίος για το γενικό καλό. Τέλος, ο φόβος και οι συνέπειές του είναι η τρίτη ομάδα φορέων του Γενικού Νόμου. Γενικά, το περιθώριο που ο Γενικός Νόμος έχει παραχωρήσει στις ελεύθερες κινήσεις, φθάνει μέχρι το όριο που, με μια λέξη – οπωσδήποτε όχι πολύ επιστημονική αλλά παραστατική – μπορούμε να ονομάσουμε: αστική ευτυχία, σταδιοδρομία σε οποιονδήποτε κλάδο της ανθρώπινης δραστηριότητος: περιουσία, οικογένεια, έρωτες, τιμές, κλπ.ολα αυτά όμως με την απαραίτητη προϋπόθεση της παραδοχής – έστω και υποσυνείδητης αλλά ανεπιφύλακτης – του αναπόφευκτου Θανάτου.
Οσο ο άνθρωπος δέχεται χωρίς πάλη, την αρχή του τελικού αφανισμού της Προσωπικότητάς του, μπορείν να ενεργεί στη ζωή χωρίς να προσελκύει εναντίον του την έντονη πίεση του Γενικού Νόμου.
Η κατάσταση είναι τελείως διαφορετική αν αρχίσει τη μάχη για να ξεπεράσει τα όρια του Γενικού Νόμου. Προσκρούει τότε στη δράση που κατευθύνεται εναντίον του από το Γενικό Νόμο και τα παράγωγά του. Ο νόμος δρα συγχρόνως σε πολλά πεδία: στο φυσικό, στο ψυχικό και στο ηθικό. Η δράση του στο ηθικό πεδίο έχει γίνει αντιληπτή από τον άνθρωπο, από πάρα πολύ παλαιά χρόνια, με την προσωποποιημένη μορφή του Διαβόλου.
Στην ορθόδοξη Παράδοση, η δαιμονολογία κατέχει σημαντική θέση. Βρίσκουμε εκεί πρακτικές διαπιστώσεις, λεπτές και βαθειές παρατηρήσεις για τις ποικίλες και επικίνδυνες μορφές της δράσεως του Διαβόλου στις διάφορες περιστάσεις. Η δράση του έχει τέτοια έκταση ώστε φθάνει ως το σημείο να χρησιμοποιεί, για να ικανοποιήσει τους σκοπούς του, την καλή πίστη των ανθρώπων.
Βρίσκουμε ακόμη πολύτιμες συμβουλές θεμελιωμένες στην πείρα χιλιετηρίδων, ιδιαίτερα χρήσιμες στους σπουδαστές της επιστήμης του εσωτερισμού. Γιατί μόλις αποκτήσουν τα πρώτα θετικά αποτελέσματα θα προσκρούσουν, οπωσδήποτε, στην ενεργητική αντίδραση του νόμου και στο παιγνίδι του Πονηρού.
Πρέπει να αντιληφθούμε ότι ο άνθρωπος, παίρνοντας θέση κάτω από την αιγίδα του Νόμου της Εξαιρέσεως, εναντιώνεται στο Γενικό Νόμο. Μάλιστα έχει κληθή να τον ανατρέψει, σε ατομική εννοείται κλίμακα. Δεν πρέπει να ξεχνά – αλλοιώς θα υποστή αιφνιδιαστική επίθεση – ότι η σωτηρία εξαρτάται από τη νίκη του εναντίον του Διαβόλου, της προσωποποιημένης – όπως είπαμε – μορφής, στο ηθικό πεδίο, του Γενικού Νόμου. Και τούτο, παρά το γεγονός ότι ο νόμος αυτός – σαν νόμος κοσμικός – είναι φυσικά θείος. Δεν πρέπει να θορυβηθούμε όμως γιατί και ο Νόμος της Εξαιρέσεως είναι, επίσης, θείος νόμος. Ο άνθρωπος διαλέγοντάς τον, εξυπηρετεί και πάλι το συμφέρον του συνόλου, διαφορετικά όμως, με έναν τρόπο ασύγκριτα πιο αποτελεσματικό. Στην πάλη του προς τον πρώτο νόμο, υποβλάλλεται σε δοκιμασίες που, συχνά, παίρνουν την μορφή πειρασμών.
Η ορθόδοξη διδασκαλία είχε αφιερώσει στο θέμα αυτό πολλές βαθειές μελέτες. Περιέχουν, όπως ήδη αναφέραμε, πολύτιμες πρακτικές συμβουλές. Ας επισημάνουμε όμως την έμμεση μορφή της διαβολικής δράσεως. Αν ο αναζητητής, προχωρώντας ίσια προς το σκοπό – δηλαδή την απελευθέρωση και τη Σωτηρία – υπερπηδήσει τα διαδοχικά εμπόδια και αποδείξει έτσι ότι έχει τη δύναμη να αψηφήσει την επιρροή του Γενικού Νόμου, ο ίδιος ο νόμος αρχίζει να ενεργεί έμμεσα εναντίον του αναζητητή, συνήθως μέσα από τους ανθρώπους του στενού του περιβάλλοντος, όταν δεν ακολουθούν και εκείνοι τον ίδιο δρόμο. Η δράση αυτή, στο ηθικό πεδίο, παίρνει συχνά συγκινισιακές μορφές επικαλούμενη τα ευγενικά, γενναιόδωρα και αφιλοκερδή αισθήματά του, τη φιλανθρωπία, τις υποχρεώσεις ή τον οίκτο του. Και όλα αυτά για να τον οδηγήσει σε ένα αδιέξοδο, υποδηλώνοντάς του ότι έτσι επιστρέφει στο καθήκον του, στον ίδιο δρόμο κλπ. Ετσι φωτίζεται η βαθύτερη έννοια των λόγων του Ιησού όταν έλεγε ότι εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού.

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΓΝΩΣΗ"  
ΜΕΛΕΤΗ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ (ΚΥΚΛΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΣ)
ΤΟΥ ΜΠΟΡΙΣ ΜΟΥΡΑΒΙΕΦ
ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΘΕΟΔΩΡΑ ΑΓΓΕΛΟΥ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΥΡΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

ΔΥΟ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΕΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΙΣ ΤΟΥ TIME AFTER TIME AΠΟ ΤΟΝ MILES.