.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

Η ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΣΥΜΒΟΛΩΝ – RENE GUENON


Μερικές φορές προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι το ίδιο σύμβολο μπορεί να έχει δύο σημασίες οι οποίες, φαινομενικά τουλάχιστον, αντιτίθενται άμεσα η μια στην άλλη. Φυσικά εδώ δεν αναφερόμαστε στην πολλαπλότητα των εννοιών που γενικά μπορεί να παρουσιάζει ένα οποιοδήποτε σύμβολο ανάλογα με την οπτική γωνία ή το επίπεδο απ’ όπου το εξετάζει κανείς – πράγμα που, ειρήσθω εν παρόδω, καθιστά εντελώς αδύνατη τη «συστηματοποίηση» του συμβολισμού -, αλλά, πιο ειδικά, σε δύο όψεις που συνδέονται μεταξύ τους με μια ορισμένη σχέση, παίρνοντας τη μορφή μιας εναντίωσης, έτσι ώστε η μια αποτελεί κατά κάποιον τρόπο το αντίστροφο ή το «αρνητικό» της άλλης. Για να το καταλάβουμε αυτό, θα πρέπει κατ’ αρχάς να θεωρήσουμε τη διττότητα ως προϋπόθεση κάθε εκδήλωσης, και συνεπώς ως στοιχείο που κατ’ ανάγκην ενυπάρχει πάντοτε, υπό τη μια ή την άλλη μορφή, σε κάθε τροπικότητά της.(1) Είναι αλήθεια πως η διττότητα αυτή αποτελεί κατ’ ουσίαν συμπληρωματικότητα και όχι αντίθεση. Όμως δύο όροι αλληλοσυμπληρώνονται μπορεί να φαίνονται, από μια πιο εξωτερική και σχετική άποψη, σαν ενάντιοι μεταξύ τους.(2) Κάθε αντίθεση υφίσταται ως τέτοια μόνο μέσα σ’ ένα ορισμένο επίπεδο, για τον απλούστατο λόγο ότι ποτέ δεν μπορεί να υπάρξει καμμιά ανεπίλυτη αντίθεση. Σ’ ένα ανώτερο επίπεδο μετουσιώνεται πάντοτε σε συμπληρωματικότητα, όπου οι δύο όροι της βρίσκονται ήδη συμφιλιωμένοι και εναρμονισμένοι, έως ότου επανέλθουν τελικά στην ενότητα της κοινής αρχής απ’ όπου εκπήγασαν. Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε πως η συμπληρωματικότητα καταλαμβάνει, με μια ορισμένη έννοια, μια ενδιάμεση θέση μεταξύ αντίθεσης και ενοποίησης. Και η κάθε μια τους έχει τον λόγο της ύπαρξής της και την αξία της μέσα στο πεδίο όπου βρίσκει εφαρμογή, αν και προφανώς ο βαθμός της πραγματικότητας τους διαφέρει. Το ζήτημα λοιπόν είναι να γνωρίζουμε να κατατάσσουμε ιεραρχικά την κάθε άποψη στη σωστή της θέση, και να μην προσπαθούμε να τη μεταθέσουμε σ’ ένα πεδίο στο οποίο θα έπαυε να έχει οποιαδήποτε παραδεκτή αξία.
Με αυτά ως δεδομένα, γίνεται αντιληπτό ότι δεν υπάρχει απολύτως τίποτε το αντικανονικό στο να διακρίνει κανείς μέσα στο ίδιο σύμβολο δύο αντίθετες όψεις, και ότι, επιπρόσθετα, η θεώρηση της μιας από τις δύο όψεις δεν αποκλείει διόλου τη θεώρηση της άλλης, για τον λόγο ότι και οι δύο είναι εξίσου αληθινές κάτω από ένα ορισμένο πρίσμα, και ακόμα ότι, εξαιτίας του συσχετισμού τους, η ύπαρξη της μιας εξαρτάται κατά κάποιον τρόπο από την ύπαρξη της άλλης. Είναι λοιπόν σφάλμα, και μάλιστα πολύ συχνά παρατηρούμενο, το να υποθέτει κανείς πως η ειδική θεώρηση της μιας ή της άλλης όψης σχετίζεται αναγκαστικά με διδασκαλίες ή σχολές διαμετρικά αντίθετες μεταξύ τους.(3) Εδώ τα πάντα εξαρτώνται απλώς από την υπεροχή που μπορεί να αποδίδεται στη μια ή στην άλλη όψη, ή μερικές φορές και από την πρόθεση με την οποία χρησιμοποιείται το σύμβολο, για παράδειγμα ως στοιχείο ορισμένων τυπικών ή ακόμη ως μέσο για να αναγνωρίζονται μεταξύ τους τα μέλη ορισμένων οργανώσεων. Αλλά γι’ αυτό το θέμα θα μιλήσουμε ξανά αργότερα. Το γεγονός ότι οι δύο όψεις βρίσκονται μερικές φορές ενωμένες σε μια σύνθετη συμβολική απεικόνιση, δείχνει καθαρά πως δεν αλληλοαποκλείονται και πως μπορούν θαυμάσια να θεωρηθούν ταυτόχρονα. Από αυτήν την άποψη είναι χρήσιμο να σημειώσουμε, αν και είναι αδύνατο φυσικά να αναπτύξουμε πλήρως αυτό το θέμα, ότι οι όροι μιας διττότητας – που συνιστά αντίθεση ή συμπληρωματικότητα ανάλογα με την οπτική που υιοθετούμε – μπορούν να διαταχθούν είτε οριζοντίως είτε καθέτως. Αυτό προκύπτει άμεσα από το σταυροειδές σχήμα του τετραδικού, το οποίο μπορεί να αναλυθεί σε δύο διττότητες, μια κάθετη και μια οριζόντια. Η κάθετη διττότητα μπορεί να συσχετισθεί με τα δύο άκρα ενός κατακόρυφου άξονα, ή με τις δύο αντίθετες κατευθύνσεις αυτού του άξονα. Η οριζόντια διττότητα είναι εκείνη των δύο στοιχείων που βρίσκονται συμμετρικά τοποθετημένα εκατέρωθεν του ιδίου άξονα. Μπορούμε να δώσουμε ως παράδειγμα της πρώτης περίπτωσης τα δύο τρίγωνα της σφραγίδας του Σολομώντα (καθώς και όλα τα άλλα σύμβολα της αναλογίας που έχουν διάταξη παρόμοιου γεωμετρικού σχήματος) και ως παράδειγμα της δεύτερης τους δύο όφεις του κηρυκείου. Ας σημειώσουμε δε ότι μόνο στην κάθετη διττότητα οι δύο όροι διακρίνονται σαφώς μεταξύ τους, λόγω της αντίστροφης θέσης τους, ενώ στην οριζόντια διττότητα μπορεί να φαίνονται εντελώς όμοιοι ή ισοδύναμοι όταν τους αντικρίζουμε χωριστά τον έναν από τον άλλον, παρ’ όλο που η σημασία τους δεν είναι λιγότερο αντίθετη στη δεύτερη περίπτωση απ’ ότι στην πρώτη. Μπορεί ακόμα να ειπωθεί πως στη χωρική τάξη η κάθετη διττότητα είναι εκείνη του πάνω και του κάτω, και η οριζόντια εκείνη του δεξιού και του αριστερού. Αυτή η παρατήρηση ίσως να φαίνεται οφθαλμοφανής, δεν παύει όμως να είναι σημαντική, για τον λόγο ότι αυτά τα δύο ζεύγη όρων χρησιμοποιούνται συμβολικά – και αυτό μας υπενθυμίζει την καθαρά ποιοτική αξία των κατευθύνσεων του χώρου – σε πάμπολλες περιπτώσεις, ίχνη των οποίων δεν είναι δύσκολο να βρεθούν ακόμη και στην καθημερινή ομιλία, κάτι που δείχνει καθαρά ότι το ζήτημα για το οποίο μιλάμε έχει πολύ ευρύ φάσμα εφαρμογών.
Με βάση τα παραπάνω μπορεί εύκολα κανείς να βγάλει μερικά συμπεράσματα όσον αφορά την πρακτική χρήση των συμβόλων. Όμς πριν απ’ όλα πρέπει να μιλήσουμε λίγο για μια πιο ειδική περίπτωση, δηλαδή την περίπτωση κατά την οποία οι δύο αντίθετες όψεις εκλαμβάνονται αντίστοιχα ως «αγαθοποιός» και «κακοποιός». Είναι απαραίτητο εδώ να επαναλάβουμε ότι χρησιμοποιούμε αυτές τις δύο λέξεις ελλείψει καλύτερων, δεδομένου ότι έχουν το μειονέκτημα να οδηγούν τον αναγνώστη στην υπόθεση ότι ερμηνεύουμε τα πράγματα από μια λίγο-πολύ «ηθική» άποψη, ενώ στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει καθόλου κάτι τέτοιο και οι συγκεκριμένες λέξεις πρέπει να νοούνται με μια καθαρά «τεχνική» έννοια. Επιπλέον, πρέπει να γίνει καλά κατανοητό ότι η «αγαθοποιός» και η «κακοποιός» ιδιότητα δεν συνδέονται απόλυτα με τη μια ή την άλλη από τις δύο όψεις, επειδή συνιστούν μόνο μια ειδική εφαρμογή στην οποία θα ήταν αδύνατο να ανάγουμε αδιακρίτως οποιοδήποτε είδος αντίθεσης, και η οποία εν πάσει περιπτώσει εξαφανίζεται αναγκαστικά όταν περνάμε από την άποψη της αντίθεσης σ’ εκείνη της συμπληρωματικότητας, όπου μια τέτοια θεώρηση είναι εντελώς ξένη. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια και λαμβάνοντας υπ’ όψη τις παραπάνω επιφυλάξεις, η εν λόγω άποψη έχει τη θέση της ανάμεσα σε όλες τις άλλες. Όμως από τούτη ακριβώς την άποψη, ή μάλλον από τις καταχρήσεις στις οποίες δίνει λαβή, μπορεί να προκύψει η αντιστροφή στην ερμηνεία και τη χρήση του συμβολισμού, αντιστροφή που αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά «σημάδια» οποιουδήποτε πράγματος προέρχεται, συνειδητά ή ασυνείδητα, από το πεδίο της «αντι-μύησης» ή υπόκειται λίγο-πολύ στην άμεση επίδρασή της.
Μια τέτοια αντιστροφή μπορεί να συμβεί είτε όταν αποδίδουμε στην «κακοποιό» όψη, παρ’ όλο που την αναγνωρίζουμε ως τέτοια, τη θέση που δικαιωματικά ανήκει στην «αγαθοποιό» όψη, θεωρώντας επιπλέον ότι η πρώτη υπερέχει έναντι της δεύτερης, είτε όταν ερμηνεύουμε τα σύμβολα αντίθετα προς την κανονική τους σημασία, εκλαμβάνοντας λαθεμένα ως «αγαθοποιό» την «κακοποιό» όψη και το αντίστροφο. Πρέπει επίσης να τονίσουμε ότι σύμφωνα με όσα είπαμε προηγουμένως μια τέτοιου είδους αντιστροφή μπορεί να μην φαίνεται ξεκάθαρα στην αναπαράσταση των συμβόλων, γιατί υπάρχουν ορισμένα στα οποία οι δύο αντίθετες όψεις δεν παρουσιάζουν εξωτερικά καμμιά οφθαλμοφανή διαφορά ώστε να αναγνωρίζονται αμέσως. Έτσι, στις απεικονίσεις που σχετίζονται με ό,τι αποκαλείται κοινώς – αλλά πολύ άστοχα – «λατρεία του φιδιού», είναι συχνά αδύνατο, τουλάχιστον βλέποντας μόνο το ίδιο το φίδι, να πούμε εκ των προτέρων με σιγουριά αν συμβολίζει τον Αγαθοδαίμονα ή τον Κακοδαίμονα. Εξ ου και οι πολλές παρερμηνείες που δημιουργούνται, κυρίως εκ μέρους εκείνων που αγνοούν τη διπλή σημασία του φιδιού και τείνουν να το θεωρούν παντού και πάντοτε ως «κακοποιό» σύμβολο, όπως συμβαίνει προ πολλού με την πλειονότητα των Δυτικών.(4) Ό,τι είπαμε εδώ για το φίδι ισχύει εξίσου για πολλά άλλα συμβολικά ζώα, στα οποία συνηθίσαμε γενικά, για τον έναν ή τον άλλον λόγο, να μην βλέπουμε παρά μόνο τη μια από τις δύο αντίθετες όψεις τους.
Στην περίπτωση των συμβόλων που μπορούν να πάρουν δύο αντίστροφες θέσεις, και ειδικά στην περίπτωση εκείνων που ανάγονται σε γεωμετρικές μορφές, πιθανώς να σκεφτεί κανείς ότι η διαφορά λογικά θα πρέπει να φαίνεται πολύ πιο καθαρά. Και όμως, τα πράγματα δεν είναι πάντοτε έτσι, γιατι οι δύο τοποθετήσεις του ίδιου συμβόλου είναι δυνατό να έχουν και οι δύο μια νόμιμη σημασία, και άλλωστε η σχέση τους δεν είναι αναγκαστικά σχέση «αγαθοποιού» - «κακοποιού», που, επαναλαμβάνουμε, αποτελεί απλώς μια ειδική εφαρμογή ανάμεσα σε τόσες άλλες. Το σημαντικό σε τέτοιες περιπτώσεις είναι να γνωρίζουμε αν πράγματι υπάρχει πρόθεση «αντιστροφής» της νόμιμης και κανονικής αξίας του συμβόλου. Αυτός είναι ο λόγος, για παράδειγμα, που η χρήση του ανεστραμμένου τριγώνου απέχει πολύ από το να είναι πάντοτε ένδειξη «μαύρης μαγείας» όπως νομίζουν μερικοί,(5) αν και ασφαλώς αυτό ισχύει σε ορισμένες περιπτώσεις, και συγκεκριμένα σε όσες συνοδεύονται από μια πρόθεση να δοθεί η αντίθετη ερμηνεία σε ό,τι παριστάνει το τρίγωνο με την κορυφή προς τα πάνω. Ας σημειωθεί παρεμπιπτόντως ότι μια τέτοια εκούσια «αντιστροφή» μπορεί επίσης να γίνει σε λέξεις ή σε τυπικά, με τρόπο ώστε να σχηματίζονται αντίστροφα είδη μάντρας, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς σε μερικές πρακτικές μαγείας, ακόμα και μέσα στα απλά «λαϊκά μάγια» που εξακολουθούν να υπάρχουν σήμερα στη Δύση.
Βλέπουμε λοιπόν ότι το ζήτημα της αντιστροφής των συμβόλων είναι αρκετά πολύπλοκο, και θα λέγαμε ακόμη πολύ λεπτό, γιατί για να γνωρίσουμε με τι πραγματικά έχουμεε να κάνουμε στη μια ή στην άλλη περίπτωση, είναι αναγκαίο να εξετάσουμε, όχι τόσο τις «υλικές» απεικονίσεις καθαυτές, όσο τις ερμηνείες που τις συνοδεύουν, οι οποίες και εκφράζουν την πρόθεση που υπαγορεύει τη χρησιμοποίησή τους. Ασφαλώς όμως η πιο επιτήδεια και επικίνδυνη αντιστροφή είναι εκείνη που δεν προδίδεται από πολύ έκδηλες παραδοξότητες που εύκολα τις παρατηρεί ο καθένας, αλλά διαστρέφει το νόημα των συμβόλων ή αντιστρέφει την αξία τους χωρίς να αλλάζει καθόλου την εξωτερική τους εμφάνιση. Αλλά ο πιο διαβολικός δόλος απ’ όλους είναι ίσως εκείνος που επιδιώκει να προσδώσει στον ίδιο τον ορθόδοξο συμβολισμό, όπως αυτός υπάρχει σε γνήσιες παραδοσιακές οργανώσεις, και πιο ειδικά σε μυητικές, οι οποίες αποτελούν και τον κύριο στόχο σε παρόμοιες περιπτώσεις, την αντίστροφη ερμηνεία η οποία χαρακτηρίζει ιδιαιτέρως την «αντι-μύηση». Και η τελευταία βέβαια δεν αποφεύγει να χρησιμοποιήσει αυτό το μέσο προκειμένου να προκαλέσει συγχύσεις και παρανοήσεις από τις οποίες αποκομίζει πάντα κάποιο κέρδος. Εδώ βρίσκεται κατά βάθος όλο το μυστικό της προπαγάνδας που κατευθύνεται είτε εναντίον του εσωτερισμού γενικά, είτε εναντίον της μιας ή της άλλης παραδοσιακής μορφής ειδικώτερα, με την ασυνείδητη βοήθεια ανθρώπων εκ των οποίων οι περισσότεροι θα ξαφνιάζονταν, και θα τρόμαζαν συνάμα, αν γνώριζαν ποιόν σκοπό εξυπηρετούν. Δυστυχώς τα πράγματα έρχονται κάποτε έτσι, ώστε κι εκείνοι ακόμη που πιστεύουν πως πολεμούν τον διάβολο, όποια ιδέα κι αν έχουν σχηματίσει γι’ αυτόν, να μεταβάλλονται απλούστατα, χωρίς να το καταλαβαίνουν καθόλου, στους καλύτερους υπηρέτες του!


_______________
(1)Καθώς είναι ένα από τα γλωσσικά λάθη που παρουσιάζονται συχνά και προκαλούν σοβαρές δυσκολίες, είναι χρήσιμο να διευκρινίσουμε ότι «διττότης» και «διαρχία» είναι δυο τελείως διαφορετικά πράγματα: η «διαρχία» - της οποίας η Καρτεσιανή σύλληψη του «πνεύματος» και της «ύλης» αποτελεί ένα από τα γνωστότερα παραδείγματα – συνίσταται στην αποδοχή μιας μόνιμης «διττότητας» και δεν διακρίνεει τίποτα πέρα απ’ αυτήν, πράγμα που συνεπάγεται την άρνηση της κοινής αρχής από την οποία, στην πραγματικότητα, οι δύο όροι της διττότητας παράγονται μέσω «πόλωσης».
(2)Βλ. Ο Συμβολισμός του Σταυρού, κεφ. Έβδομο
(3)Έχουμε επισημάνει αλλού ότι ένα τέτοιου είδους σφάλμα παρατηρείται στην απεικόνιση της σβάστικας με βραχίονες προσανατολισμένους προς δυο αντίθετες κατευθύνσεις περιστροφής (Ο Συμβολισμός του Σταυρού, κεφ. Δέκατο)
(4)Για τον ίδιο λόγο ο Δράκοντας της Άπω Ανατολής, που στην πραγματικότητα αποτελεί σύμβολο του Λόγου, εκλαμβάνεται συχνά, λόγω της άγνοιας των Δυτικών, ως «διαβολικό» σύμβολο.
(5)Έχουμε παρατηρήσει ότι ακόμα και τα αντεστραμμένα τρίγωνα που εικονίζονται στα αλχημικά σύμβολα των στοιχείων ερμηνεύονται πλέον κατ’ αυτήν την έννοια!



RENE GUENON
Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΣΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΡΙΓΚΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ


Δεν υπάρχουν σχόλια: