Coincidentia Oppositorum

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2010

Στιγμή Πορφύρας - Εμπειρίκος Aνδρέας

Kαμιά σχισμή δεν διευρύνεται χωρίς τον πόθο
Στα κάγκελα του κήπου ανοίγουν τα φτερά τους τα πουλιά
H γειτνίασις του ποταμού τα προσελκύει
Tο πάθος του γυπαετού για το άσπρο περιστέρι
Eίναι αποκορύφωμα βουνού με χιονισμένη κορυφή
Όταν λυώνουν οι πάγοι τραγουδάμε στις κοιλάδες
Tα νερά μάς μεθούν
Oι κόρες των ματιών μας πλένουν τους θησαυρούς των
Αλλες ξανθές και άλλες μελαχροινές
Έχουν στην όψι τους την ανταύγεια των ελπίδων μας
Έχουν στο στήθος τους το γάλα της ζωής μας
K' εμείς στεκόμαστε τριγύρω τους
Παντοτινά κελεύσματα μας περιβάλλουν
Oι θρόμβοι των βουνών πάλλονται και διαλύονται
Tα χιόνια τους είναι τραγούδια της ελεύσεως των νέων
χρόνων
Tα χρόνια αυτά είναι η ζωή μας
Mέσ' στις κουφάλες τους αναπαύονται το μεσημέρι τα πουλιά
Kαμιά σχισμή δεν διευρύνεται χωρίς τον πόθο της διευρύνσεως
Kαμιά φορά γινόμαστε κλεψύδρες
K' οι σπόγγοι σφαδάζουν για την κάθε μας σταγόνα.

Eνδοχώρα
Εκδόσεις Αγρα 

Albert Castiglia The day the old man died 

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2010

Τα επτά κέντρα ενέργειας ή τσάκρα – Charles Webster Leadbeater


Τα τσάκρα ή κέντρα ενέργειας είναι σημεία σύνδεσης στα οποία ρέει η ενέργεια από ένα φορέα ή σώμα ενός ανθρώπου, σ' έναν άλλο (φορέα ή σώμα). Οποιοσδήποτε κατέχει ελάχιστο βαθμό διορατικότητας μπορεί εύκολα να τα δει στο διπλό αιθερικό, όπου παρουσιάζονται ως κοιλότητες που έχουν σχήμα δίσκου ή ως στρόβιλοι στην επιφάνειά του. Οταν δεν είναι ανεπτυγμένα μοιάζουν με μικρούς κύκλους διαμέτρου δύο ιντσών, που λαμπυρίζουν ακαθόριστα και άτονα στον μέσο άνθρωπο. Όταν, όμως, αφυπνιστούν και ενεργοποιηθούν αποκτούν την όψη στροβίλων που λάμπουν και σπινθηροβολούν, αυξάνοντας σε μέγεθος και μοιάζοντας με μικροσκοπικούς ήλιους. Μερικές φορές αναφερόμαστε σε αυτά σαν ν' αντιστοιχούν σε ορισμένα φυσικά όργανα. Στην πραγματικότητα εμφανίζονται στην επιφάνεια του διπλού αιθερικού που προβάλει ελαφρά έξω από το περίγραμμα του πυκνού ορατού σώματος. Αν φανταστούμε τους εαυτούς μας να κοιτάζουν κατ' ευθείαν στο άνθος της Αγγλικής περικοκλάδας που μοιάζει με καμπανούλα, θ' αποκτήσουμε μια ιδέα της γενικής μορφής ενός τσα΄κρα. Ο μίσχος του άνθους στο κάθε τσάκρα προβάλλει από ένα σημείο στην σπονδυλική στήλη, έτσι που εάν κάποιος κοιτάξει πλαγίως, μπορεί να θεωρήσει την σπονδυλική στήλεη ως έναν κεντρικό κορμό απ' όπου τα άνθη (τσάκρα), κατά διαστήματα, δείχνουν το άνοιγμα της καμπανούλας τους στην επιφάνεια του αιθερικού σώματος.
1.ΤΟ ΤΣΑΚΡΑ ΤΗΣ ΒΑΣΗΣ (ΜΟΥΛΑΝΤΑΡΑ) (MULADHARA)
Το πρώτο κέντρο εδράζει στη βάση της σπονδυλικής στήλης και έχει μια πρωτεύουσα δύναμη που διαχέεται σε τέσσερις ακτίνες, και συνεπώς διευθετεί τους κυματισμούς του με τέτοιο τρόπο. Ώστε να δίνει την εντύπωση ότι διαιρείται σε τεταρτημόρια, η απόχρωση των οποίων εναλλάσσεται από κόκκινο σε πορτοκαλί, εμφανίζοντας κοιλότητες στα ενδιάμεσα τους. Αυτό το κάνει να φαίνεται σαν να είναι εντυπωμένο επάνω του το σημείο του σταυρού και γι' αυτό τον λόγο συχνά χρησιμοποιείται ο σταυρός, ως το σύμβολο αυτού του κέντρου. Μερικές φορές το σύμβολο ενός φλεγόμενου σταυρού χρησιμεύει για να υποδείξει το οφιοειδές πυρ που εδρεύει σε αυτό. Οταν δραστηριοποιηθεί πλήρως αυτό το τσάκρα εμφανίζει το πορτοκαλοκόκκιννο χρώμα της φωτιάς, το οποίο αντιστοιχεί κατά πολύ στον τύπο της ζωτικότητας που διοχετεύεται από το κέντρο (τσάκρα) της σπλήνας, στο κέντρο (τσάκρα) της βάσης. Πράγματι μπορούμε να παρατηρήσουμε, ότι η ζωτικότητα κάθε τσάκρα, παρουσιάζει και ένα αντίστοιχο χρώμα.
2.ΤΟ ΤΣΑΚΡΑ ΤΗΣ ΣΠΛΗΝΑΣ
Το δεύτερο κέντρο, το σπληνικό, που εντοπίζεται στην σπλήνα, έχει ως κύριο έργο του την εξειδίκευση, υποδιαίρεση και διαμερισμό της ζωτικότητας η οποία έρχεται σ' εμάς μέσω του ήλιου. Αυτή η ζωτικότητα εξέρχεται από την σπλήνα υποοδιαιρούμενη σε έξι οριζόντια ρεύματα, η δε έβδομη υποδιαίρεση έλκεται μέσα στο κέντρο του τροχού (τσάκρα). Αυτό το κέντρο, λοιπόν, έχει έξι πέταλα ή κυματισμούς, όλα διαφορετικών χρωμάτων, ενώ είναι ιδιαίτερα ακτινοβόλο και φωτεινό σαν ένας ήλιος. Κάθε μια από τις έξι υποδιαιρέσεις του τροχού επιδεικνύει το κυρίαρχο χρώμα της κάθε μορφής της ζωτικής δύναμης – κόκκινο, πορτοκαλί, πράσινο, μπλέ και ιώδες (βιολετί).
3.ΤΟ ΤΣΑΚΡΑ ΤΟΥ ΟΜΦΑΛΟΥ (ΤΟΥ ΗΛΙΑΚΟΥ ΠΛΕΓΜΑΤΟΣ) (MANIPURA)
Το τρίτο κέντρο, το ομφάλιο εδρεύει στην περιοχή του ομφαλού ή του ηλιακού πλέγματος και δέχεται μια πρωτεύουσα δύναμη με δέκα ακτινοβολίες. Δονείται με τέτοιο τρόπο ώστε μοιάζει να αυτοδιαιρείται σε δέκα κυματισμούς ή πέταλα. Είναι στενά συνδεδεμένο με συγκινήσεις και συναισθήματα διαφόρων ποιοτήτων. Το δεσπόζον χρώμα του είναι ένας περίεργος συγκερασμός διαφόρων αποχρώσεων του κόκκινου, αν και υπάρχει επίσης μεγάλη ποσότητα από πράσινο. Οι υποδιαιρέσεις εναλλάσσονται εκδηλώνοντας κυρίως το πράσινο και το κόκκινο χρώμα.
4.ΤΟ ΤΣΑΚΡΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ (ΑΝΑΧΑΤΑ) (ANAHATA)
Το τεταρτο κέντρο, το καρδιακό, έχει ένα αστραφτερό χρυσό χρώμα και καθένα από τα τεταρτημόριά τουυποδιαιρείται σε τρία μέρη, δίδοντας έτσι δώδεδκα κυματισμούς, γιατί η πρωτεύουσα δύναμή του, του δημιουργεί δώδεκα ακτίνες.
5.ΤΟ ΤΣΑΚΡΑ ΤΟΥ ΛΑΙΜΟΥ (ΒΙΣΟΥΝΤΑ)(VISHUDDHA)
Το πέμπτο κέντρο, το λαρυγγικό, στην περιχή του λαιμού, έχει δεκαέξι ακτίνες, και ως εκ τούτου δεκαέξι εμφανείς υποδιαιρέσεις. Διαθέτει μεγάλη αναλογία από μπλε χρώμα, αλλά η γενική εντύπωση που δημιουργεί είναι του αργύρου που απαστράπτει, κάτι που θυμίζει το σεληνόφως επάνω στο ελαφρά κυματιστό νερό. Το μπλε και το πράσινο δεσπόζουν εναλλάξ στα τμήματά του.
6.ΤΟ ΤΣΑΚΡΑ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ (ΑΖΝΙΑ Ή ΑΓΝΙΑ) (AJNA)
Το έκτο κέντρο, το μετωπικό, μεταξύ των φρυδιών, εμφανίζεται σαν να είναι χωρισμένο σε δυο ίσα μέρη όπου το ένα από αυτά φέρει κυρίως ροζ χρώμα, αν και περιβάλλεται πολύ κίτρινο, ενώ στο άλλο τμήμα κυριαρχεί ένα είδος πορφυρού – μπλε, συμφωνώντας σε μεγάλο βαθμό με τα χρώματα των ιδιαίτερων τύπων ζωτικότητας που το δραστηριοποιούν. Είναι ίσως γι' αυτό τον λόγο που το συγκεκριμένο κέντρο αναφέρεται στα Ινδικά βιβλία πως έχει μόνο δύο πέταλα, μολονότι αν τύχει και μετρήσουμε τους κυματισμούς του ιδίου χαρακτήρα -όπως εκείνους που υπάρχουν στα άλλα κέντρα- θα βρούμε ότι το κάθε μισό υποδιαιρείται σε σαράντα οκτώ τέτοιους κυματισμούς, δηλαδή ενενήντα έξι συνολικά, γιατί η πρωτεύουσα δύναμή του φέρει αυτόν τον αριθμό κυματισμών.
Αυτό το ξαφνικό άλμα από 16 σε 96 ακτίνες και πάλι η ακόμα πλέον εκπληκτική μεταβολή από 96 σε 972 ακτίνες, μεταξύ αυτού και του επομένου τσάκρα (του στέμματος), μας δείχνει ότι πρόκειται για κέντρα μαις τελείως διαφορετικής τάξης (επιπέδου και ποιότητας) από αυτή που μελετούσαμε μέχρι τώρα. Δεν γνωρίζουμε ακόμα όλους τους παράγοντες που καθορίζουν τον αριθμό των ακτίνων σ' ένα τσάκρα, αλλά είναι ήδη εμφανές ότι αντιπροσωπεύουν μεταβαλλόμενες αποχρώσεις της πρωτεύουσας δύναμης. Προτού μπορέσουμε να αναφερθούμε περισσότερο σε αυτά, πρέπει να κάνουμε εκατοντάδες παρατηρήσεων και συγκρίσεων, οι οποίες θα πρέπει να επαναληφθούν και να επιβεβαιωθούν πολλές φορές. Εν τω μεταξύ, όμως, το σαφές είναι ότι η ανάγκη της προσωπικότητας μπορεί να ικανοποιηθεί από έναν περιορισμένο αριθμό τύπων δύναμης. Οταν όμως προσεγγίσουμε τις ανώτερες και πλέον μόνιμες αρχές του ανθρώπου, συναντάμε μια πολυπλοκότητα, μια πολλαπλότητα που απαιτεί για την έκφρασή της, μια άκρως ευρήτερη επιλογή τροποποιήσεων της ενέργειας.
7.ΤΟ ΤΣΑΚΡΑ ΤΟΥ ΣΤΕΜΜΑΤΟΣ (ΣΑΧΑΣΡΑΡΑ)(SAHASRARA)
Το έβδομο κέντρο, ονομάζεται Κορωναίο τσάκρα ή του Στέμματος και εδράζει στη κορυφή της κεφαλής. Οταν βρίσκεται σε πλήρη δραστηριότητα είναι το λαμπερότερο όλων, γεμάτο από απερίγραπτες χρωματικές εναλλαγές και δονούμενο με σχεδόν ασύλληπτη ταχύτητα. Φαίνεται ότι περιέχει όλα τα είδη πρισματικών αποχρώσεων, αλλά στο σύνολο δεσπόζει το ιώδες (βιολετί). Στα Ινδικά βιβλία περιγράφεται ως ο χιλιοπέταλος λωτός, και πράγματι κάτι τετοιο δεν απέχει από την αλήθεια, αφού ο αριθμός των ακτινοβολιών της πρωτεύουσας δύναμης στον εξωτερικό κύκλο είναι 960. Κάθε γραμμή του θα την δείτε ν' απεικονίζεται πιστά στο σχέδιό μας, αν και δύσκολα θα μπορούσε να αποδοθεί η γενική εντύπωση των χωριστών πετάλων. Επιπλέον έχει ένα χαρακτηριστικό που δεν το έχει κανένα άλλο τσάκρα, ένα είδος βοηθητικού κεντρικού στροβίλου, απαστράπτοντος λευκού χρώματος, ο οποίος διαποτίζεται με χρυσό στην καρδιά του – μια δευτερεύουσα δραστηριότητα που έχει δώδεκα δικούς της κυματισμούς.
Αυτό το τσάκρα είναι συνήθως το τελευταίο που αφυπνίζεται. Στην αρχή έχει το ίδιο μέγεθος με τ' άλλα, αλλά καθώς ο άνθρωπος προχωρεί στο μονοπάτι της πνευματικής ανάπτυξης, αυξάνεται σταθερά μέχρι, που σχεδόν καλύπτει ολόκληρο το επάνω μέρος της κεφαλής. Μια άλλη ιδιαιτερότητα συνοδεύει την ανάπτυξή του. Αρχικά παρουσιάζεται σαν μια κοιλότητα στο αιθερικό σώμα, όπως και όλα τ' άλλα τσάκρα, γιατί μέσα από αυτό όπως και μέσα από όλα τα άλλα, ρέει η θεία δύναμη από έξω προς το εσωτερικό τους. Οταν όμως ο άνθρωπος συνειδητοποιήσει την θέση του ως βασιλέας του θείου φωτός, φερόμενος γενναιόδωρα προς τα πάντα γύρω του, αυτό το τσάκρα αναστρέφεται, σαν να γυρίζει το μέσα προς τα έξω. Απο αρωγός υποδοχής ενεργειών γίνεται αρωγός ακτινοβολίας τους, όχι πλέον μια κοιλότητα αλλά μια προεξοχή, που εξέχει από το κεφάλι σαν ένας θόλος, ένα πραγματικό στέμμα δόξας.
Αυτή την προεξοχή την συναντούμε συχνά στις εικόνες ή τα αγάλματα των θεοτήτων της Ανατολής, όπως π.χ. στο κεφάλι του Βούδα. Αυτός είναι ο παραδοσιακός τρόπος αναπαράστασης του κορωναίου τσάκρα, και με αυτή τη μορφή συναντάται στις κεφαλές χιλιάδων εικόνων του Βούδα παντού στον Ανατολικό κόσμο. Σε πολλές περιπτώσεις θα δούμε ότι απεικονίζονται και οι δύο βαθμίδες του τσάκρα Σαχασράρα (του Στέμματος), πρώτα ο μεγαλύτερος θόλος με τα 960 πέταλα και στη συνέχεια ο μικρότερος θόλος των 12 πετάλων που εξέχει από το κεφάλι.
Το τσάκρα αυτό εμφανίζεται επίσης στο Χριστιανικό συμβολισμό, στα στέμματα που φορούν οι Εικοσιτέσσερις Πρεσβύτεροι οι οποίοι τα εναποθέτουν αενάως ενώπιον του θρόνου του Θεού. Στον ιδιαίτερα εξελιγμένο άνθρωπο, αυτό το τσάκρα, διαχέει μια λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια που το καθιστούν γι' αυτόν ένα πραγματικό στέμμα. Επίσης το νόημα αυτού του εδαφίου στην Αποκάλυψη του Ιωάννου είναι, ότι όλα όσα κέρδισε ο άνθρωπος, όλο το μεγαλοπρεπές κάρμα που έχει επιτύχει, όλη η αξιοθαύμαστη πνευματική δύναμη που παράγει, όλα αυτά τα εναποθέτει αιώνια στα πόδια του ΛΟΓΟΥ για να χρησιμοποιηθούν στο έργο ΤΟΥ. Ετσι, ξανά και ξανά, μπορέι να συνεχίσει να εναποθέτει το χρυσό στέμμα του, γιατί συνεχώς αναμορφώνεται (ανανεώνει το ΕΙΝΑΙ του) και συνεπως μεταστοιχειώνεται μέσω της δυνάμεως που αναβλύζει από μέσα του.

CHARLES WEBSTER LEADBEATER
ΤΣΑΚΡΑ
ΟΙ ΠΥΛΕΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΣΤΟΥΣ ΑΟΡΑΤΟΥΣ ΚΟΣΜΟΥΣ
ΤΙΤΛΟΣ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ: THE CHAKRAS, A MONOGRAPH
ΑΠΟΔΟΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΓΛΙΚΗ: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΜΠΟΥΡΑ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ

ΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΕΙΧΟΣ ΤΟΥ ΤΟΚΙΟ - PAUL CLAUDEL

Οχι διόλου το δάσος μήτε το περιγιάλι, κάθε μέρα τοπίο
του περιπάτου μου είναι ένας τοίχος,
Ενας τοίχος είναι πάντα δεξιά μου.
Ενας τοίχος που τον ακολουθώ και μ' ακολουθεί και
τον ξετυλίγω πίσω μου περπατώντας και μπρος μου
μένει ακόμη κάμποση σοδειά.
Ενας τοίχος ολοένα δεξιά μου.
Ζερβά μου η πόλη κι οι μεγάλες λεωφόροι στο
ξεκίνημα για όλη τη γη.
Ομως ένας τοίχος είναι δεξιά μου.
Στρίβω (σε τούτη τη στάση του τραμ) και ξέρω πως
από δω είναι η θάλασσα,
Ομως ο τοίχος μένει αξεκόλλητος δεξιά μου.
Κάτω απ' τα πόδια μου μια ολάκερη πόλη,
ένας ολάκερος κόσμος εύθραυστος μέσα στο β΄ραδυ
που ανάβει και σβήνει,
Ομως τούτο δεν εμποδίζει τον τοίχο δεξιά μου.
Εναν τοίχο που μ' οδηγεί αλλού μόνο για να με
ξαναφέρει στο ίδιο σημείο,
Κι όταν θα κλείνω τα μάτια, φτάνει ν' απλώσω το χέρι
Για να βεβαιώσω τούτη την παρουσία δεξιά μου.
............................................................................................
Κατοικώ έξω από ένα δαχτυλίδι.
Το έμαθα, δεν είναι απέξω ο τοίχος που με κρατά
φυλακισμένο, είναι απομέσα.
Το έμαθα πως για να πας απ' το ένα στο άλλο σημείο
μπορείς να περάσεις από παντού παρεκτός από το κέντρο.

Γιώργος Σεφέρης
ΑΝΤΙΓΡΑΦΕΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΚΑΡΟΣ

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010

ΠΑΛΑΙΟ-ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ – ΠΑΝΟΣ ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΟΥΣΗΣ


Μερικά ολίγα που μπορεί να έχουν σχέση με τις Historias και μπορεί και να μην έχουν. Φαντάζομαι την εξής πιθανότητα:
Κάποτε οι Ανθρωποι θα ανακαλύψουν ότι αδυνατούν οι ίδιοι να παράγουν άτομα ή να διατηρούν «υπανάπτυκτες» κοινότητες που νάχουν το χάρισμα της ιδιαίτερης ψυχοσύνθεσης της απαραίτητης για το πλάσιμο μύθων και ποίησης. Η στειρότης αυτή θα είναι αποτέλεσμα της αυξήσεως και επιταχύνσεως της εγκεφάλικής δραστηριότητος και του όλου ρυθμού της ζωής του Ανθρώπου. Του «υπερπληθυσμού» των φυσικών γνώσεων μέσω της τεχνολογίας. Του αυξανόμενου ενδιαφέροντος σε όλα τα πεδία, για πλούτο και δύναμη σε βάρος της δημιουργίας. Και – στενά συνυφασμένο, αλλά αντιθέτως ανάλογο με τα προηγούμενα – της σχεδόν εξαφανίσεως του εξωτερικού ψυχικού περιβάλλοντος και της εσωτερικής ψυχικής προσωπικότητος. Αυτών που ως τώρα λέγαμε πίστη, φαντασία, χιούμορ, καρδιά.
Εν τούτοις αυτοί οι μελλοντικοί άνθρωποι θα γνωρίζουν καλά, απ’ τις ως τότε επιστημολογικές μελέτες τους, τον κοσμικό ρόλο που παίζει ο μύθος και τα αρχέτυπα για όλα τα πλάσματα που έχουν διανόηση και συνείδηση και την απόλυτη αναγκαιότητα της υπάρξεως μύθων για την πνευματική και σωματική υγεία και επιβίωση ενός συνειδητού Είδους – όπως συνήθως, όταν ένα πράγμα κοντεύει να εξαφανιστεί τότε μόνον, την τελευταία στιγμή κι αν είμαστε τυχεροί, καταλαβαίνουμε την μεγάλη αξία του.
Ως τελευταία ίσχυε η πεποίθησις ότι οι ανθρώπινες κοινότητες – φυλές ανέπτυξαν ξεχωριστά «αλφαβητάρια» συμβόλων και μύθων ανάλογα με τις συνθήκες μέσα στις οποίες γεννήθηκε η κάθε μια. Τώρα όμως καινούργια δεδομένα δείχνουν ότι υπάρχουν κοινές πηγές ψυχικών συμβόλων στον υποσυνείδητο νου όλων των φυλών και λαών. Χιλιάδες μύθοι παρμένοι από πάμπολλες κουλτούρες της Γης δείχνουν τεράστιες ριζικές ομοιότητες άρα τα αρχέτυπα σύμβολα είναι ίδια για όλους. Δύο ψυχολόγοι οι Τάιγκερ και Φοξ, καθιέρωσαν τον όρο «βιο-γραμματική» για να ορίσουν αυτά τα κοινά ψιχικά αρχέτυπα που είναι βαθιά αποτυπωμένα στο πνεύμα όλων των λαών και όλων των εποχών της Ανθρωπότητος, απαράλλαχτα από τους πρωτόγονους ως σήμερα, κι άσχετα απ’ τη γλώσσα και την λινγκουίστικη δομή του κάθε λαού.
Οταν λοιπόν οι άνθρωποι χάσουν τη δύναμη της μυθοποιίαςθ’ αναγκαστούν να κατασκευάσουν ένα ηλεκτρονικό μηχάνημα-Ποιητή που σκοπός του θα είναι να αναλάβει την μετάδοση των παλιών αρχετύπων και συμβόλων και την ανασύνθεσή τους για δημιουργία νέων Μύθων για την ανθρωπότητα και τ’ όνομά του θα είναι σίγουρα Μυθογράφος.
Οταν όμως φτιάξουν αυτό το μηχάνημα θα πρέπει να το προγραμματίσουν και αργότερα να ενημερώσουν το πρόγραμμα με νέα στοιχεία. Πολλά απ’ τα πράγματα που θα διδάξουν τον Μυθογράφο δεν μπορούμε να τα ξέρουμε σήμερα. Αλλά μαζί με όλο το υλικό που υπάρχει για την Πρώτη Υλη όλων των φυλών από μύθους, έπη, δοξασίες, θρησκείες, παραμυθια, ιστορήματα, τραγούδια κ.τ.λ., και όλες τις σοφίες πούχουν γραφτεί γι’ αυτά, είναι μερικά πρόσφατα «μαθήματα» και οδηγίες που αποκλείεται να μην συμπεριληφθούν στον Μυθογράφο πριν αρχίσει την δημιουργική εργασία του.
Για τη δουλειά του Καρλ Γιουνγκ πάνω στα Αρχέτυπα, τα Σύμβολα και τα Ονειρα, και τη δουλειά του Αϊνστάιν και του Χάιζεμπεργκ πάνω στους νόμους της σχετικότητος, των πιθανοτήτων, της αβεβαιότητας και του τυχαίου.
Για το ότι το φαινόμενο «η αιτία προηγείται χρονικά του αποτελέσματος» στέκει μόνον στατιστικά – όπως δείχνει η έρευνα στον μικρόκοσμο του εσωτερικού του ατόμου όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν – κι έτσι η σχέσις των γεγονότων μεταξύ τους, η ίδια η φύσις του χρονοτόπου, μπορεί σε πολλές περιπτώσεις να μην είναι Αιτιατή. Δηλαδή μπορεί π.χ. ένα κορίτσι νάχει καστανά μάτια επειδή αυτό το χρώμα θα αγαπήσει ο άνδρας που θα γνωρίσει όταν μεγαλώσει. Μπορεί να συμβεί αύριο σε κάποιον κάτι που επιρεάζει την συμπεριφορά του της προηγούμεενης εβδομάδος.
Για το ότι το «κατά πόσον» της Πιθανότητος δεν μπορεί ποτέ να εξακριβωθεί. Είναι από ορισμού παντοτεινά άγνωστη ποσότητα, πάντα σε κατάσταση αβεβαιότητος. Τα πάντα στο σύμπαν, απ’ το εσωτερικό του ατόμου μέχρι την κοσμολογική κλίμακα, ο χρονοτόπος, το παρελθόν, το παρόν, το μέλλον, η ηθική, οι σχέσεις των ανθρώπων, όλα, όλα όσα γνωρίζουμε γύρω μας είναι σταθερώς Σχετικά. Και... σχετικώς σταθερά.
Για το ότι τα μυθικά γεγονότα, απ’ την ίδια τη φύση τους, συχνά δεν υπακούουν στους διάφορους κανόνες που επιβάλλουμε στην ατικειμενική (;) πραγματικότητα, ή στον κανόνα του Αιτίου και Αιτιατού.
Για το ότι το καλύτερο είναι να θεωρούμε την πλάση σαν ψυχικό φαινόμενο.
Για το ότι μπορούν δύο ή περισσότερες αντίθετες πραγματικότητες να είναι όλες εξ ίσου αληθινές.
Για το ότι ένα και ένα δεν κάνουν πάντα δύο.
Για τη σημασία της Πίστης και τη σχέση της με τη Γνώση.
Για τη σημασία και τα ενεργοποιά στοιχεία του Θαύματος και του Μαγικού.
Για τη μέθη των αγνωστων παρελθόντων.
Για το έργο του Νταντά και του Συρρεαλισμού.
Για το ότι από παιδί κι από τρελόν μαθαίνεις την αλήθεια.
Αυτά και άλλα πολλά τέτοια θα πρέπει να μπουν στο πρόγραμμα του Μυθογράφου για να μπορέσει να κάνει σωστά τη δουλειά του όταν, όπως είπαμε, οι Ανθρωποι οι ίδιοι δεν θα μπορούν «μύθους ποιείν».
Αλλά ας αφήσουμε το μέλλον να κοιμάται κι ας μιλήσουμε για τη σκόνη του παρόντος. Πολλές απ΄τις Historias Περίεργες έχουν αρκετή σχέση με όλα τα ανωτέρω (οι υπερτρείς διαστάσεις. Το παρελθόν-στο-μέλλον ή το μέλλον-στο-παρελθόν, με το παρόν ανακατεμένο. Τα μηχανήματα. Η εξαϋλωσις. Το πέραν της λογικής. Αλλες πάλι δεν έχουν σχεδόν καθόλου σχέση με τα περί Μυθογράφου, είναι σαν μια πρόσοψις, μόνον μια επιφάνεια από εικόνες με σκοπό την ευχαρίστηση του αναγνώστη.
Ολες όμως έχουν σχέση με την επίδραση του «άνευ προηγουμένου» πάνω στο καθημερινό. Ολες ζούνε γύρω από πυρήνες παραχρόνου. Τις ξέρουμε όλες καλά όμως βρίσκονται αλλού και άλλοτε, σαν τις εικόνες-φαντάσματα που βγαίνουν καμιά φορά στους δέχτες τηλεοράσεως. Κάτι πολύ ανάποδο υπάρχει που δεν εντοπίζεται, που όμως μπορεί και να μην υπάρχει. Είναι σαν παραμύθια που λέμε σε μικρά παιδιά που πιστεύουν ό,τι και να τους πούνε.
Οι ανθρώπινοι τύποι που ζούνε στις Historias και αυτοί που τις αφηγούνται φαίνονται να είναι ένα είδος ηλίθιοι-σοφοί.
Δεν είναι βάς δεν είναι κροταλίας.
Είναι κάτι τόσες δα Historias, σαν να λέμε ιστορίες.
Ζουν 400 μέτρα κάτω απ’ τη γη
μα όταν βγούν απάνω...

ΕΝ ΑΓΚΑΛΙΑ DE ΚΡΙΣΓΙΑΟΥΡΤΙ
Y OTROS ΤΑΧΥΔΡΑΜΑΤΑ
Y HISOTRIAS ΠΕΡΙΡΓΕΣ
DE ΠΑΝΟΣ ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΟΥΣΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑ

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2010

Η ΕΒΕΛΙΝ - Τζέημς Τζόυς

ΚΑΘΟΤΑΝ ΤΩΡΑ μπροστά στο παράθυρο, παρακολουθώντας τη νύχτα που απλωνόταν σιγά σιγά σ' όλη τη λεωφόρο. Το κεφάλι της ακουμπούσε πάνω στις κουρτίνες του παραθυριού και στα ρουθούνια της ανέβαινε η μυρωδιά του σκονισμένου κρετόν. Ήταν κουρασμένη.
Λίγοι άνθρωποι περνούσαν. Ο κάτοικος του κτιρίου, που ήταν στο τέλος του δρόμου, πέρασε πηγαίνοντας σπίτι του. Άκουσε τα βήματά του να χτυπούν το σκληρό λιθόστρωτο και πιο κάτω να συνθλίβουν τη λιγνιτόσκονη που 'χαν ρίξει για το χιόνι πάνω στο μονοπάτι που οδηγούσε στα κόκκινα σπίτια. Εκεί ήταν παλιά ένα χωράφι που παίζαν τα παιδιά της γειτονιάς˙ έπειτα ένας άνθρωπος από το Μπέλφαστ, αγόρασε το χωράφι κι έχτισε σπίτια˙ όχι σπίτια σαν τα δικά τους, καφετιά και μικρά, αλλά σπίτια μεγάλα με τούβλα και στέγες που γυαλίζανε. Όλα τα παιδιά απ' τη λεωφόρο συνήθιζαν να παίζουν στο χωράφι. Οι Ντιβάιν και οι Γουώτερ και οι Νταν και ο μικρός κουτσός Κήω, τ' αδέλφια της, αυτή η ίδια, οι αδελφές της. Μόνο ο Έρνεστ δεν έπαιζε ποτέ. Αυτός ήταν μεγάλος. Ο πατέρας συχνά τους έδιωχνε απ' το χωράφι, κυνηγώντας τους με τη μαγκούρα που 'χε μαύρους σκληρούς ρόζους˙ όμως ο μικρός Κήω, που φύλαγε σκοπός, φώναζε ένα «κόνιδα», μόλις έβλεπε το γέρο και όλοι το 'βαζαν στα πόδια. Τότε, τουλάχιστον, όλοι έμοιαζαν ευχαριστημένοι. Ο πατέρας δεν είχε γίνει ακόμα τόσο κακός και, το πιο σπουδαίο, ζούσε η μητέρα της. Από τότε είχαν περάσει πολλά χρόνια˙ τ' αδέλφια της κι οι αδελφές της είχαν μεγαλώσει, η μητέρα της είχε πεθάνει και ο Τίζη Νταν είχε επίσης πεθάνει, και οι Γουώτερ είχαν ξαναγυρίσει στην Αγγλία. Όλα είχαν αλλάξει. Τώρα κι αυτή θα 'φευγε όπως και οι άλλοι, θα 'φευγε απ' το σπίτι.
Το σπίτι της! Κοίταξε γύρω της το δωμάτιο, παρατηρώντας όλα τα αντικείμενα, που τα ξεσκόνιζε και τα γυάλιζε μια φορά την εβδομάδα, χρόνια τώρα, και κάθε φορά αναρωτιόταν, πώς στην ευχή μαζεύεται αυτή η σκόνη. Ίσως δε θα τα ξανάβλεπε ποτέ πια αυτά τα πράγματα που ως τότε δεν είχε σκεφτεί να τ' αποχωριστεί. Εντούτοις όλα αυτά τα χρόνια που τα καθάριζε αυτά τα πράγματα, δεν είχε ακόμα μάθει το όνομα εκείνου του παπά, που η φωτογραφία του, κιτρινισμένη, κρεμόταν στον τοίχο, πάνω απ' το σπασμένο αρμόνιο και πλάι στη χρωματιστή λιθογραφία που παρίστανε το κείμενο με τις υποσχέσεις που δόθηκαν στην «Υπερευλογημένη Μαργαρίτα Μαρία Αλακόκ». Ο παπάς της φωτογραφίας ήταν συμμαθητής του πατέρα της και κάθε φορά που τον έδειχνε σ' έναν επισκέπτη, πρόσθετε δήθεν τυχαία:
«Ε, τώρα αυτός είναι στη Μελβούρνη…»
Όμως αυτή είχε πάρει την απόφαση να φύγει. Ήταν σωστό; Ζύγιαζε τα υπέρ και τα κατά˙ ναι, στο σπίτι είχε οπωσδήποτε εξασφαλισμένη στέγη και τροφή, και επιπλέον όλους εκείνους που την γνώριζαν όλη της τη ζωή. Βέβαια, δούλευε σκληρά και στο μαγαζί και στο σπίτι. Τι θα 'λεγαν αλήθεια στο μαγαζί αν μάθαιναν πως το 'σκασε με κάποιον; Πως ήταν μια ανόητη; Ίσως. Έπειτα, με μια αγγελία στις εφημερίδες θα 'βρισκαν την αντικαταστάτρια. Η δις Γκάβαν θα 'ταν επιτέλους ευχαριστημένη. Ποτέ της δεν την χώνεψε. Πάντα είχε να της κάνει κάποια παρατήρηση, ιδίως όταν βρίσκονταν πελάτες μπροστά και την άκουγαν.
«Δις Χιλ, δε βλέπετε πως οι κυρίες περιμένουν;»
«Με πιο ευγένεια παρακαλώ, δις Χιλ. Παρακαλώ».
Δε θα 'κλαιγε αφήνοντας το μαγαζί. Στο νέο τόπο που θα πήγαινε, σ' αυτή τη μακρινή χώρα, δε θα 'ταν το ίδιο. Έπειτα θα παντρευόταν. Ναι, αυτή η Έβελιν. Και ο κόσμος θα της φερόταν με σεβασμό. Δε θα της φερόταν όπως στη μητέρα της. Δηλαδή όπως ο πατέρας της φερόταν στη μητέρα της. Ακόμα και τώρα που η ίδια είχε κλείσει τα δεκαεννιά, ένιωθε ακόμα να κινδυνεύει από το θυμό του πατέρα της. Σ' αυτόν δεν χρωστούσε τις ταχυπαλμίες της; Το περίεργο είναι πως όταν ήτανε παιδιά δεν την είχε ποτέ χτυπήσει, όπως συνήθιζε να κάνει με τον Χάρη και τον Ερνέστο. Γιατί αυτή ήταν κορίτσι• καλά! Όμως τελευταία, άρχισε να την φοβερίζει και να της λέει πως αν δεν ήταν για χάρη της πεθαμένης μάνας της, ήξερε αυτός να τη συγυρίσει. Αυτή δεν είχε κανένα να πάρει το μέρος της. Ο Ερνέστος είχε πεθάνει και ο Χάρης, που δούλευε στη διακόσμηση των εκκλησιών, έλειπε πάντα στην επαρχία˙ έτσι ήταν ολομόναχη να αντιμετωπίζει το θυμό του. Κι από πάνω αυτοί οι ατέλειωτοι καβγάδες για τα λεφτά, κάθε σαββατόβραδο, άρχισαν πολύ να τη βασανίζουν. Πάντα έδινε όλο το βδομαδιάτικό της -εφτά σελίνια- και ο Χάρης πάντα έστελνε ό,τι μπορούσε, όμως η δυσκολία ήταν να δώσει λίγα λεφτά κι ο πατέρας της. Της έλεγε πως σπαταλούσε τα λεφτά, πως δεν είχε κουκούτσι μυαλό να νομίζει πως αυτός θα της εμπιστευόταν το χρήμα του που το κέρδισε με τον ιδρώτα του, για να το σπαταλήσει αυτή η σπάταλη, κι έλεγε, έλεγε, κάθε σαββατόβραδο και πιο γκρινιάρης και κακορίζικος από το προηγούμενο. Στο τέλος με τα πολλά της έδινε κάτι πενταροδεκάρες και ακόμα πιο θυμωμένα τη ρωτούσε αν είχε σκοπό ν' αγοράσει να φάνε κι αυτοί κάτι την Κυριακή. Τότε αυτή έπρεπε να τρέξει όσο πιο γρήγορα μπορούσε να προλάβει να ψωνίσει, κρατώντας σφιχτά το μαύρο δερμάτινο πορτοφολάκι, ανοίγοντας δρόμο με τους αγκώνες, σπρώχνοντας το πλήθος˙ να γυρίσει έπειτα αργά στο σπίτι φορτωμένη και τσακισμένη απ' την κούραση. Δύσκολο να κρατά το σπίτι, να φροντίζει τα δυο μικράπαιδιά να τρώνε καθημερινά και να πηγαίνουν τακτικά στο σχολείο, να τρέχει στο μαγαζί κι από πάνω να τη βρίζουν, ως πότε, ως πότε αυτή η σκληρή δουλειά, αυτή η πικρή ζωή… όμως τώρα που ήταν έτοιμη να τα αφήσει όλα πίσω της, να τα πετάξει όλα, τώρα δεν έβρισκε τη ζωή της τόσο δύσκολη, όχι και τόσο ανεπιθύμητη.
Ναι, ήταν έτοιμη ν' αρχίσει μια άλλη ζωή με τον Φρανκ. Ο Φρανκ ήταν πολύ καλός, ήταν σωστός άνδρας και ανοιχτόκαρδος. Απόψε αυτή και ο Φρανκ θα 'φευγαν οι δυο τους με το βαπόρι που 'φευγε απόψε, θα γινόταν γυναίκα του και θα ζούσαν στο σπίτι του Φρανκ, στο Μπουένος Άυρες. Θυμόταν σαν να 'ταν χτες την πρώτη φορά που τον συνάντησε. Εκείνος έμενε σ' ένα σπίτι απάνω στο μεγάλο δρόμο, η Έβελιν είχε γνωστούς σ' αυτό το σπίτι. Ήταν πριν λίγες βδομάδες. Ο Φρανκ στεκόταν όρθιος στην εξώπορτα με το κασκέτο του λίγο σπρωγμένο προς τα πίσω, τα μαλλιά του που 'πεφταν ακατάστατα πάνω στο ηλιοκαμένο του μέτωπο. Έτσι γνωρίστηκαν από κείνο το βράδυ ερχόταν και την περίμενε μπροστά στο μαγαζί και τη συνόδευε σπίτι της. Πήγανε στο θέατρο και είδανε την Μποέμ και αισθάνθηκε πολύ περήφανη που πήρανε τόσο καλές και ακριβές θέσεις. Ο Φρανκ λάτρευε τη μουσική και τραγουδούσε και κανένα τραγουδάκι. Οι άνθρωποι γύρω τους κατάλαβαν πως ήτανε ερωτευμένοι οι δυο τους. Κι όταν, ακολουθώντας την ορχήστρα, άρχισε να σιγοτραγουδάει εκείνο το τραγούδι για το κορίτσι που αγάπησε ένα ναύτη, εκείνη κοίταξε γύρω της κι αισθάνθηκε πολύ ευχάριστα ταραγμένη. Την πείραζε, φωνάζοντάς την Παπαρούνα. Στην αρχή όταν τον πρωτογνώρισε, ήταν πολύ ευχαριστημένη που είχε κι αυτή φίλο˙ έπειτα άρχισε να τον αγαπάει. Της είχε πει ιστορίες για μακρινές χώρες. Είχεαρχίσει σαν μούτσος με μια λίρα το μήνα, σ' ένα καράβι της Άλλαν Λάιν που πήγαινε στον Καναδά. Της έλεγε τα ονόματα των καραβιών και τις εταιρείες που δούλεψε. Ο ίδιος είχε περάσει το στενό του Μαγγελάνου και της διηγήθηκε τρομερές ιστορίες για τους Παταγόνες. Τέλος είχε βρει μια καλή δουλειά στο Μπουένος Άυρες, και τώρα είχε γυρίσει στην πατρίδα για διακοπές… Βέβαια μόλις ο πατέρας της ανακάλυψε την ιστορία τους, της απαγόρευσε να του ξαναμιλήσει αυτού του…
«Τους ξέρω εγώ αυτούς τους ναυτικούς…»
Και μιαν άλλη μέρα ο πατέρας της τον έβρισε τον Φρανκ˙ από τότε αυτή δεν μπορούσε παρά να τον βλέπει κρυφά.
Η νύχτα είχε εντελώς σκεπάσει τη λεωφόρο. Η ασπρίλα των δυο γραμμάτων που είχε ακουμπήσει πάνω στα γόνατά της ήταν ευδιάκριτη. Το ένα προοριζόταν για τον Χάρη, το άλλο για τον πατέρα της. Δηλαδή αυτή προτιμούσε τον Ερνέστο, όμως αγαπούσε και τον Χάρη. Ο πατέρας είχε πολύ γεράσει τελευταία. Βέβαια θα του έλειπε. Καμιά φορά μαλάκωνε λιγάκι• να τις προάλλες, τότε που ήταν άρρωστη κι έμεινε στο κρεβάτι μια μέρα, ο πατέρας της τής διάβασε μια ιστορία για φαντάσματα, και της έψησε και μια φρυγανιά στη φωτιά. Μιαν άλλη μέρα, ζούσε ακόμα τότε η μητέρα, πήγαν όλοι μαζί εκδρομή στο λόφο του Χώουθ. Θυμήθηκε πως ο πατέρας της φόρεσε το καπέλο της μητέρας της, κι όλα τα παιδιά γελούσαν, γελούσαν.
Η ώρα περνούσε, όμως αυτή εξακολουθούσε να κάθεται μπρος στο παράθυρο, ν' ακουμπά το κεφάλι της στην κουρτίνα, ν' αναπνέει την ενοχλητική μυρουδιά του σκονισμένου κρετόν. Μακριά, κάπου στη λεωφόρο, άκουγε να παίζει ένα οργανέτο. Τον ήξερε αυτόν το σκοπό. Πολύ παράξενο αυτό, να θυμηθεί απόψε την υπόσχεση που είχε δώσει στη μητέρα της: την είχε βάλει να της υποσχεθεί πως θα κρατούσε το σπίτι όσο γινόταν περισσότερο. Θυμόταν το τελευταίο βράδυ που ήταν πεθαμένη η μητέρα της. Ξανάβλεπε τον εαυτό της στο μικρό δωμάτιο στην άλλη άκρη του διαδρόμου, κι απ' έξω έφτανε, ως αυτήν, ένα ιταλικό μελαγχολικό τραγούδι˙ είπαν στον οργανοπαίχτη να φύγει και του 'δωσαν και έξι πένες. Θυμόταν τον πατέρα της να πηγαινοέρχεται με βαριά βήματα στο δωμάτιο της άρρωστης, μουρμουρίζοντας:
«Καταραμένοι βρωμοϊταλοί, ως εδώ φτάσατε, ως εδώ…»
Έτσι όπως θυμόταν τα παλιά, η θλιβερή εικόνα της μητέρας της ξανάρθε σιγά σιγά… όλες αυτές οι αναμνήσεις κατακάθισαν μέσα της ως το βάθος της ψυχής της, η ζωή της μητέρας με τις καθημερινές, άστοχες θυσίες που την οδήγησαν στην τελική τρέλα. Έτρεμε. Για μια στιγμή νόμισε πως άκουσε τη φωνή της μητέρας της που έλεγε με ανόητη επιμονή:
«Derevaun Seraun! Derevaun Seraun!»
Πετάχτηκε όρθια, με τρόμο. Να φύγει. Πρέπει να φύγει αμέσως. Ο Φρανκ θα τη σώσει, θα της δώσει τη ζωή, τον έρωτα ίσως. Αυτή θέλει να ζήσει. Γιατί πρέπει αυτή να 'ναι δυστυχισμένη; Έχει κι αυτή δικαίωμα στην ευτυχία. Ο Φρανκ θα την έπαιρνε στην αγκαλιά του, θα την τύλιγε με τα μπράτσα του, θα την έσωζε.
Στεκόταν όρθια, περιτριγυρισμένη από ένα παλλόμενο πλήθος, στο σταθμό του Νορθ Γουώλ. Ο Φρανκ της έσφιγγε το χέρι και καταλάβαινε πως της μιλούσε˙ έλεγε κάτι για τη διαδρομή ξανά και ξανά. Ο σταθμός ήταν γεμάτος στρατιώτες που κρατούσαν καφετιές αποσκευές. Απ' τις ανοιχτές πόρτες του υπόστεγου, είδε το μαύρο όγκο του καραβιού, δεμένο πλάι στην αποβάθρα μ' όλα τα φινιστρίνια φωτισμένα. Ο Φρανκ μίλαγε κι αυτή δεν απαντούσε, ένιωθε τα μάγουλά της χλωμά και παγωμένα και τον εαυτό της σαν στο βάθος ενός βάραθρου στενοχώριας και αμηχανίας˙ παρακάλεσε τον Θεό να την οδηγήσει, να της δείξει τι να κάνει, ποιο είναι το καθήκον της. Μέσα απ' την ομίχλη ακούστηκε ένα μακρύ πένθιμο σφύριγμα. Αν έφευγε, αύριο θα 'ταν κιόλας στην ανοιχτή θάλασσα και κοντά της ο Φρανκ˙ θα έπλεαν προς το Μπουένος Άυρες. Οι θέσεις ήταν κρατημένες. Μπορούσε τώρα να οπισθοχωρήσει; Ύστερα απ' όσα έκανε γι' αυτήν; Η στενοχώρια της έφερε σαν μια ναυτία˙ όλο το σώμα της ήταν παγωμένο και τα χείλια της κουνιόνταν σε μια σιωπηλή χωρίς λόγια προσευχή. Μια καμπάνα χτυπούσε στη θέση της καρδιάς της.
Αισθάνθηκε τον Φρανκ να της σφίγγει το χέρι. «Έλα», είπε.
Όλες οι θάλασσες του κόσμου φουρτούνιασαν μέσα στην καρδιά της. Το χέρι του, το δικό του χέρι, την τραβούσε προς αυτή τη θάλασσα που θα την έπνιγε, θα την κατάπινε. Άρπαξε τη σιδερένια μπάρα με τα δυο της χέρια.
«Έλα» φώναξε ο Φρανκ.
Όχι, όχι, αυτό ήταν αδύνατον. Τα χέρια της σφίχτηκαν με μανία στο σίδερο. Από τα βάθη της θάλασσας που πλημμύριζε την καρδιά της, έστελνε σιωπηλές κραυγές αγωνίας.
Ο Φρανκ έσκυψε πάνω απ' τη μπάρα και της φώναξε να τον ακολουθήσει.
«Έβελιν… Έβε…»
Τον έσπρωχναν, του φώναζαν να προχωρήσει, όμως αυτός εξακολουθούσε να τη φωνάζει.
Γύρισε προς αυτόν ένα άσπρο ανέκφραστο πρόσωπο σαν ζώου αβοήθητου. Στα μάτια της δεν υπήρχε κανένα σημάδι, ούτε έρωτα, ούτε αποχαιρετισμού, ούτε καν αναγνώρισης.

μτφρ. Μαντώ Αραβαντινού


Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

Η παντοδυναμία της προδοσίας – ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ ΝΤΕ ΣΑΝΤ

Δειπνήσαμε μαζί με την Μποργκέζε. Κανονίσαμε τα πάντα για την εκδρομή που θα κάναμε την επόμενη μέρα στο Βεζούβιο. Το βράδυ πήγαμε στην Οπερα. Ο βασιλιάς ήρθε να μας επισκεφτεί στο θεωρείο μας, πράγμα που έκανε όλα τα μάται να στραφούν επάνω μας.
Οταν επιστρέψαμε σπίτι, προτείναμε στην Μποργκέζε να περάσουμε λίγες ώρες της νύχτας τρώγοντας ψητά με συνοδεία κυπριώτικου κρασιού και μαλακιζόμενες. Εκείνη συμφώνησε. Κι έτσι φτάσαμε, η Κλαιρβίλ κι εγώ, την προσποίηση σε σημείο να κάνουμε τη γυναίκα εκείνη που καταδίκαζε η παλιανθρωπιά μας να χύσει εφτά με οχτώ φορές και να χύσουμε κι εμείς άλλες τόσες στην αγκαλιά της. Υστερα την αφήσαμε να κοιμηθεί για να περάσουμε, η φίλη μου κι εγώ, την υπόλοιπη νύχτα μαζί. Χάσαμε ακόμα τρεις με τέσσερις φορές το χύμα μας η κάθε μια στη σκέψη της έξοχης ιδέας να προδώσουμε, τη μέρα που ερχότανε, όλα τα συναισθήματα φιλίας και εμπιστοσύνης. Μόνο τα μυαλά σαν τα δικά μας μπορούν να συλλάβουν τέτοιες διαστροφές, το ξέρω. Αλίμονο όμως σ’ όποιον δεν τις γνωρίζει! Στερείται θεϊκές απολαύσεις. Τολμώ μάλιστα να πω πως δεν έχει ιδέα από ηδονή.
Σηκωθήκαμε νωρίς – νωρίς το πρωί. Δεν κοιμάται κανείς όταν έχει στο νου του να κάνει κάποιο έγκλημα. Η σκέψη του και μόνο φλογίζει όλες τις αισθήσεις. Την κλωθογυρίζεις από δω κι απο κει στο μυαλό σου, την απολαμβάνεις από κάθε της πλευρά και χαίρεσαι χιλιάδες φορές εκ των προτέρων την ηδονή που ξέρεις πολύ καλά ότι θα δικιμάσεις όταν την εκτελέσεις.
Ενα αμάξι με έξι άλογα μας οδήγησε στους προποδες του ηφαιστείου. Εκεί συναντήσαμε κάτι ξεναγούς που σκοπός τους ήταν να μας προσδέσουν στα σχοινιά που βοηθούν στην ανάβαση του βουνού. Χρειάζονται δυο ώρες για να φτάσει κανείς στην κορυφή. Τα καινούργια παπούτσια που φοράτε σ’ αυτή την ανάβαση είναι πια καμμένα όταν φτάνετε πάνω. Ανεβήκαμε χαρωπά κοροϊδεύοντας την Ολυμπία. Εκείνη η δύστυχη έπρεπε να ‘χε καταλάβει τι σήμαιναν οι προδοτικοί κι όλο υπονοούμενα σαρκασμοί μας.
Η διάσχιση αυτού του βουνού είναι μια φριχτή αγγαρεία! Στάχτες παντού μέχρι το λαιμό, αν κάνεις τέσσερα βήματα μπροστά πας έξι πίσω κι έχεις συνέχεια το φόβο πως θα σε καταπιεί ζωντανό κάποια λάβα. Φτάσαμε πάνω εκνευρισμένες και σταθήκαμε να ξαποστάσουμε. Εκεί λοιπόν παρατηρήσαμε με τρομερό ενδιαφέρον την ήρεμη σχισμή εκείνου του ηφαιστείου που όταν εξοργίζεται κάνει το βασίλειο της Νάπολης να τρέμει.
- Πιστεύετε πως υπάρχει φόβος σήμερα; Ρωτήσαμε τους ξεναγούς μας.
- Οχι, απάντησαν εκείνοι. Ισως μπορούν ακόμα να εκτοξευτούν ορισμένα κομμάτια πίσσας ή ελαφρόπετρας αλλά έκρηξη αποκλείεται πια να γίνει.
- Πολύ καλά φίλοι μας, δώστε μας λοιπόν το πανέρι με τα τρόφιμα και γυρίστε πίσω στο χωριό, τους είπε τότε η Κλαιρβίλ. Εμείς θα περάσουμε εδώ πάνω τη μέρα! Θέλουμε να κάνουμε ορισμένα σχέδια.
- Μα κι αν συμβεί τίποτα;
- Δεν είπατε πως δεν πρόκειται να συμβεί το παραμικρό;
- Δεν μπορούμε όμως και να το διαβεβαιώσουμε.
- Ε, αν λοιπόν συμβεί κάτι, τότε θα κατεβούμε ως εκ θαύματος στο χωριό που σας βρήκαμε.
Με τρία – τέσσερα όντσια που τους γλιστρήσαμε στο χέρι δεν άργησαν καθόλου να μας αφήσουν μόνες.
Δεν είχαν καλά – καλά προλάβει να κάνουν τετρακόσια βήματα όταν είπα στην Κλαιρβίλ!
- Θα χρησιμοποιήσουμε πονηριά;
- Οχι, μου απάντησε εκείνη, βία...
Κι έτσι ριχτήκαμε αμέσως κι οι δυο στην Ολυμπία!
- Πουτάνα! Της είπαμε μ’ ένα στόμα, σε βαρεθήκαμε πια, ήρθαμε εδώ πάνω για να σε ξαποστείλουμε... Θα σε ρίξουμε ζωντανή στα σπλάχνα του ηφαιστείου...
- Ω φίλες μου! Τι σας έκανα λοιπόν;
- Τίποτα. Σε βαριόμαστε, δεν φτάνει αυτό...
Πάνω σ’ αυτά τα λόγια, της χώνουμε ένα μαντήλι στο στόμα και κόβουμε στη στιγμή τις φωνές και τις ιερεμιάδες της. Τότε η κλαιρβίλ της έδεσε τα χέρια μ’ ένα μεταξωτό σχοινί που είχε φέρι επίτηδες. Έκανα κι εγώ το ίδιο στα πόδια της. Οταν έμεινε απόλυτα ανυπεράσπιστη σταθήκαμε κι οι δύο να την κοιτάζουμε διασκεδάζοντας αφάνταστα. Δάκρυα κυλούσαν απ’ τα όμορφα μάτια της κι έρχονταν να πέσουν σα μαργαριτάρια πάνω στον ωραίο της λαιμό. Τη γδύσαμε, την πασπατέψαμε και τη βιάσαμε σ’ όλα τα σημεία του κορμιού της. Τσιμπήσαμε τον όμορφο λαιμό της. Μαστιγώσαμε τον χαριτωμένο της κώλο, της πληγώσαμε τους γλουτούς και μαδήσαμε το μουνί της. Εγώ της δάγκωσα την κλειτορίδα μέχρι που μάτωσε.
Τέλος, ύστερα από δύο ώρες φριχτών βασανιστηριών, της λύσαμε τα δεσμά της και την σπρώξαμε στο κέντρο του ηφαιστείου απ’ όπου παρατηρούσαμε πάνω από έξι λεπτά το κορμί της να πέφτει κλυδωνιζόμενο και τραμπαλιζόμενο ακανόνιστα χτυπώντας στα αιχμηρά τοιχώματα που το ξέσκιζαν κομματάκια. Σιγά – σιγά ο θόρυβος απ’ την πτώση ελαττώθηκε... ώσπου δεν τον ακούγαμε πια καθόλου.
- Πάει κι αυτό, είπε τότε η Κλαιρβίλ που δεν είχε πάψει να μαλακίζεται από τη στιγμή που είχε ρίξει εκείνο το σώμα στο ηφαίστειο. Ω, γαμώ το! Αγάπη μου, ας χύσουμε τώρα κι οι δυό μας ξαπλωμένες πάνω στο στρώμα τούτου εδώ του ηφαιστείου! Διαπράξαμε μόλις ένα έγκλημα, μια από τις υπέροχες αυτές πράξεις που οι άνθρωποι επιμένουν ν’ αποκαλούν φριχτές! Ε λοιπόν! Αν ισχύει πράγματι ότι η πράξη αυτή παραβιάζει τη φύση, ότι η φύση την εκδικείται, τότε μπορεί να το κάνει, ας γίνει στη στιγμή μια έκρηξη, ας ξεχυθεί αμέσως μια λάβα κι ας μας καταπιεί...
Δεν ήμουν πλέον σε κατάσταση να της απαντήσω. Κολυμπώντας στη μέθη κι εγώ, ανταπόδωσα στο εκατονταπλάσιο στη φίλη μου ό,τι χάδι μου χάριζε. Δεν μιλούσαμε πια. Σφιγμένες δυνατά η μια στην αγκαλιά της άλλης, έτσι καθώς μαλακιζόμαστε σαν τριβάδες δίναμε σάμπως την εντύπωση πως θέλαμε ν’ ανταλλάξουμε τις ψυχές μας μέσα από τα ξέφρενα, όλο πάθος, αναστενάγματά μας. Κάποιες λέξεις ηδονής, κάποιες βλαστήμιες ήταν τα μοναδικά λόγια που μας ξέφευγαν. Προσβάλλαμε την φύση, την αψηφούσαμε, δε της δίναμε την παραμικρή σημασία! Θριαμβεύοντας λοιπόν παώ στην ατιμωρησία που μας χάριζαν η αδυναμία και η αδιαφορία της, εμείς εκμεταλευόμασταν την επιείκειά της για να την ερεθίσουμε ακόμα πιο σοβαρά.
- Βλέπεις λοιπόν Ιουλιέτα, μου είπε η Κλαιρβίλ που συνήλθε πρώτη από τον αμοιβαίο μας οργασμό, αν η φύση προσβάλλεται ή όχι απο τα υποτιθέμενα εγκλήματα του ανθρώπου! Θα μπορούσε κάλλιστα να μας πνίξει στη λάβα, θα πεθαίναμε κι οι δυο στους κόλπους της ηδονής... Το ‘κανε όμως; Α! Μείνε ήσυχη, δεν υπάρχει στον κόσμο έγκλημα ικανό να στρέψει την οργή της φύσης επάνω μας! Όλα τα εγκλήματα την εξυπηρετούν, της είναι όλα χρήσιμα κι όταν μας τα εεμφυσεί δεν αμφιβάλλει καθόλου ότι πράγματι τα χρειάζεται.
Η Κλαιρβίλ δεν πρόφτασε ν’ αποτελειώσει τα λόγια της όταν ένα πλήθος πέτρες ξεπετιέται απ’ το ηφαίστειο και πέφτει σα βροχή τριγύρω μας.
- Αχ! Αχ! Της λέω δίχως να τολμώ να σηκωθώ. Η Ολυμπία μας εκδικείται! Τούτα δω τα κομμάτια στάχτης και κατραμιού είναι το αποχαιρετιστήριό της, το προειδοποιητήριο που μας στέλνει πως βρίσκεται ήδη στα έγκατα της γης.
- τίποτα απλούστερο απ’ αυτό το φαινόμενο, μου απάντησε η Κλαιρβίλ. Κάθε φορά που ένα βαρύ σώμα πέφτει στο ηφαίστειο ενεργοποιεί τα υλικά που βράζουν κοχλάζοντας αδιάκοπα μέσα στη μήτρα του κι έτσι δημιουργείται μια μικρή έκρηξη.
- Ελπίζω λοιπόν να μη μας ενοχλήσει τίποτ’ άλλο Κλαιρβίλ, ας γευματίσουμε τώρα αν και πιστεύω πως κάνεις λάθος σχετικά με τη βροχή απ’ τις πέτρες που μόλις μας έπεσε στο κεφάλι! Δεν είναι παρά η παράκληση της Ολυμπίας να της δώσουμε τα πράγματά της εκεί κάτω. Πρέπει να της τα επιστρέψουμε λοιπόν.
Αφού βγάλαμε το χρυσάφι και τα κοσμήματα που στόλιζαν τα ρούχα της, τα πακετάραμε και τα ρίξαμε στην ίδια εκείνη τρύπα που δέχτηκε και τη δύσμοιρη φίλη μας. Στη συνέχεια γευματίσαμε. Δεν ακούστηκε ο παραμικρός θόρυβος. Το έγκλημα είχε διαπραχθεί και η φύση ήταν ικανοποιημένη. Κατεβήκαμε κάτω και συναντήσαμε τους ανθρώπους μας στους πρόποδες του βουνού.
- Μας συνέβη κάτι τρομερό, τους είπαμε πλησιάζοντας τους με δάκρυα στα μάτια... η άμοιρη η συντρόφισσά μας... πλησίασε πολύ στο χείλος και... αλίμονο έπεσε μέσα... Ω, γενναίοι εσείς, λέτε να μπορούμε να κάνουμε τίποτα;
- Τίποτα, απάντησαν εκείνοι μ’ ένα στόμα. Επρεπε να μας αφήσετε να μείνουμε μαζί σας, δε θα συνέβαινε τίποτα. Τώρα πια πάει, χάθηκε, δε θα την ξαναδείτε ποτέ.
Τα ψεύτικα δάκρυα μας διπλασιάστηκαν στο άκουσμα της σκληρής αυτής αλήθειας κι αφού ανεβήκαμε στο αμάξι μας, ύστερα από τρία τέταρτα είμασταν ξανά πίσω στη Νάπολη.
Ανακοινώσαμε την ίδια κιόλας μέρα τη συμφορά που μας βρήκε. Ο Φερδινάνδος ήρθε να μας συλλυπηθεί αυτοπροσώπως πιστεύοντας πως είμασταν αληθινές αδελφές και φίλες. Οσο διεφθαρμένος κι αν ήταν, δε διανοήθηκε ούτε μια στιγμή πως θα μπορούσαμε να ‘χαμε κάνει εκείνο το έγκλημα κι έτσι τα πράγματα έμειναν όπως είχαν. Πριν περάσει μεγάλο διάστημα, στείλαμε πίσω στη Ρώμη τους ανθρώπους της πριγκίπισσας ντε Μποργκέζε μαζί με πιστοποιητικά του θανάτου της και μηνύσαμε στην οικογένειά της να μας υποδείξει τι να κάνουμε με τα κοσμήματα και τα χρυσαφικά της που ανέρχονταν, όπως τους γράφαμε σε τριάντα χιλιάδες φράγκα ενώ στην πραγματικότητα βέβαια αναλογούσαν σε εκατό περίπου χιλιάδες τις οποίες εύκολα καταλαβαίνετε ότι μοιραστήκαμε αναμεταξύ μας. Οταν όμως η απάντηση της οικογένειας της έφτασε, εμείς δεν βρισκόμαστε πλέον στη Νάπολη κι έτσι απολαύσαμε με την ησυχία μας τη ληστεία που κάναμε στη φίλη μας.
Η Ολυμπία, πριγκίπισσα Μποργκέζε, ήταν μια γυναίκα γλυκιά, αξιαγάπητη, παρασυρμένη από την ηδονή, ελευθέρια από ιδιοσυγκρασία, γεμάτη φαντασία, αλλά δεν είχε ποτέ της εμβαθύνει στις αρχές που πρέσβευε. Ντροπαλή, επηρεασμένη πάντα από τις προκαταλήψεις της, επιρρεπής στην πρώτη ατυχία που θα της συνέβαινε δεν ήταν αντάξια δύο γυναικών διεφθαρμένων τόσο όσο εμείς.

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΙΟΥΛΙΕΤΑ ΤΟΜΟΣ Ε΄
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΞΑΝΤΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Ο ΔΗΜΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΘΥΜΑ ΤΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΙΤΙΚΗ