Coincidentia Oppositorum

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010

Η ΙΣΧΥΣ – ALBERT PIKE

John Zorn / Electric Masada perform Karaim. 
ΜΙΑ ΒΑΘΕΙΑ ΥΠΟΚΛΙΣΗ!!!

Η ισχύς όταν είναι ανεξέλεγκτη ή βρίσκεται υπό πλημμελή έλεγχο, όχι μόνο εξαντλείται άσκοπα στο κενό όπως η πυρίτιδα που καίγεται στον αέρα ή όπως ο ατμός που δεν τιθασεύεται από την επιστήμη, αλλά μαχόμενη στα τυφλά και αφού τα χτυπήματά της συναντούν μόνο το κενό, επιστρέφουν και πλήττουν αυτή την ίδια. Είναι ερωση και καταστροφή. Είναι το ηφαίστειο, ο σεισμός και ο κυκλώνας – όχι η ανάπτυξη και η πρόοδος. Είναι ο τυφλωμένος Πολύφημος που χτυπά στην τύχη και πέφτει με το κεφάλι στα αιχμηρά βράχια από τη δύναμη των ίδιων των χτυπημάτων του.

Η τυφλή Ισχύς των ανθρώπων είναι μια δύναμη η οποία πρέπει να αποταμιεύεται και να χειραγωγείται, όπως η τυφλή δύναμη του ατμού, που ενώ ανυψώνει τεράστια σιδερένια έμβολα και κινεί μεγάλους τροχούς, μπορεί επίσης, να συνδράμει στη κατασκευή του σωλήνα ενός πυροβόλου ή στην ύφανση της πιο λεπτής δαντέλας. Θα πρέπει να καθοδηγείται από την Διάνοια. Η Διάνοια είναι για τους ανθρώπους και για την Ισχύ τους, ό,τι ακριβώς η λεπτή βελόνα της πυξίδας για ένα πλοίο – η ψυχή του, που καθοδηγεί την τεράστια μάζα ξύλου και σιδήρου δείχνοντας πάντοτε προς τον Βορρά. Για να επιτεθούμε στα οχυρά που έχουν οικοδομήσει οι προλήψεις, η τυραννία και οι προκαταλήψεις, οι οποίες περιστοιχίζουν το ανθρώπινο γένος, η Ισχύς θα πρέπει να αποκτήσει εγκέφαλο (σκέψη) και νόμο. Τότε μόνον τα πεπραγμένα της παράγουν μόνιμα αποτελέσματα και υπάρχει πραγματική πρόοδος. Τότε υπάρχουν και οι υψηλές κατακτήσεις. Η σκέψη είναι μια ισχύς ενώ η φιλοσοφία θα πρέπει να είναι η ενέργεια που να έχει ως σκοπό την βελτίωση του ανθρωπίνου γένους. Τα δύο μεγάλα κινητήρια μέσα είανι η Αλήθεια και η Αγάπη. Οταν όλες αυτές οι Δυνάμεις συνδυαστούν και καθοδηγηθούν από την Διάνοια, ρυθμιζόμενες από τον ΚΑΝΟΝΑ του Νόμου και της Δικαιοσύνης, καθώς και από μία συνδυασμένη και συστηματική δράση και προσπάθεια, τότε, η μεγάλη επανάσταση που προετοιμάζεται από την ανακύκληση και την εναλλαγή των αιώνων θα αρχίσει να γίνεται πραγματικότητα. Η ΔΥΝΑΜΙΣ της ίδιας της Θεότητος βρίσκεται σε ισορροπία με την ΣΟΦΙΑ της. Συνεπώς το αποτέλεσμα θα είναι η ΑΡΜΟΝΙΑ.
Η αιτία που οι επαναστάσεις αποτυγχάνουν είναι επειδή δεν ρυθμίζεται σωστά η ΙΣΧΥΣ. Γι' αυτό τον λόγο οι εξεγέρσεις προέρχονται από τα υψηλά όρη που δεσπόζουν στον ηθικό ορίζοντα. Η Δικαιοσύνη, η Σοφία, η Λογική και ο Νόμος, πλασμένα από το αγνότερο χιόνι του ιδεώδους, μετά από μια μακρά πτώση από βράχο σε βράχο, και αρχικά αντικατοπτρίζοντας τον ουρανό στη διάφανη επιφάνειά τους, αφού στη συνέχεια συνενωθούν μυριάδες κατά την διάρκεια του μεγαλειώδους δρόμου του θριάμβου, ξαφνικά χάνονται στους βάλτους, όπως'ενας ποταμός της Καλιφόρνια που χάνεται στην άμμο.
Η εξελικτική πορεία του ανθρωπίνου γένους απαιτεί, πως τα ύψη που το περιβάλλουν θα πρέπει να λάμπουν με ευγενικά και αιώνια διδάγματα θάρρους. Πράξεις θάρρους λάμπουν μέσα στην Ιστορία και δημιουργούν ένα από τε είδη του φωτός που οδηγεί τους ανθρώπους. Είναι τ' αστέρια και οι σπινθήρες που προέρχονται από αυτόν τον μεγάλο ωκεανό του ηλεκτρισμού την Ισχύ, που αφυπνίσθηκε εντός των ανθρώπων. Να αγωνίζεσαι, να αντιμετωπίζεις όλους τους κινδύνους, να υποκύπτεις στη φθορά, να συνεχίζεις να παλεύεις σώμα με σώμα με τη μοίρα, ν' αντιμετωπίζεις την ήττα χωρίς φόβο και να ελέγχεις την υπερβολική δύναμη, να παραβλέπεις την μέθη του θριάμβου – αυτά είναι τα παραδείγματα που χρειάζονται τα έθνη, καθώς και το φως το οποίο τα ηλεκτρίζει.
Υπάρχουν τεράστιες Δυνάμεις στα μεγάλα σπήλαια του κακού που βρίσκονται στον πυθμένα της κοινωνίας. Ο τρομερός εκφυλισμός, η αθλιότητα, η δυστυχία, η ένδεια, ελαττώματα και εγκλήματα που αναδίδουν δυσοσμία στο σκοτάδι, προερχόμενα από έναν πληθυσμό που βρίσκεται κάτω από το επίπεδο των πραγματικών ανθρώπων και ζει μέσα στις μεγάλες πόλεις. Εκεί το ενδιαφέρον προς τον άνθρωπο εξαφανίζεται, ο καθένας ουρλιάζει, ψάχνει, αρπάζει και ξεσκίζει για τον εαυτό του. Οι ιδέες αγνοούνται και κανείς δεν σκέφτεται την πρόοδο. Αυτός ο πληθυσμός εει δύο μετέρες. Και οι δύο όμως είναι μητριές – η Αγνοια και η Δυστυχία. Τα “θέλω” είναι ο μοναδικός οδηγός τους – ζητούν την ικανοποίηση μόνο για να κορέσουν την όρεξή τους. Ομως, ακόμη κι αυτοί μπορούν να στρατολογηθούν. Η ταπεινή άμμος που πατάμε, εάν τη ρίξουμε στο καμίνι, την λιώσουμε και την εξαγνίσουμε με τη φωτιά, μπορεί να γίνει ένα λαμπερό κρύσταλλο. Αυτοί έχουν την άγρια και αχαλιναγώγητη δύναμη της ΣΦΥΡΑΣ, τα χτυπήματα τους όμως βοηθούν στον μεγάλο σκοπό, όταν οριοθετηρθούν εντός των γραμμών που χαράσσει ο ΚΑΝΟΝΑΣ τον οποίον βαστούν η σοφία και η φρόνηση.
Ομως, είναι αυτή η ίδια η Ισχύς των ανθρώπων, αυτή η Τιτάνια δύναμη των γιγάντων που χτίζει τα οχυρά των τυράννων και ενσωματώνεται στα στρατεύματά τους. Αρα λοιπόν υπάρχει και η πιθανότητα εμφάνισης περιόδων τυραννίας σαν και εκείνες για τις οποίες έχει λεχθεί, ότι “η Ρώμη ανέδυε περισσότερη δυσοσμία όταν άρχων ήταν ο Βιτέλιος παρά όταν ήταν ο Σύλλας. Υπό τον Κλαύδιο και τον Δομητιανό υπάρχει μια πρόστυχη παραμόρφωση που αναλογεί στην ασχήμια της τυραννίας. Η αγριότητα των σκλάβων είναι το άμεσο αποτέλεσμα της ακραίας χυδαιότητας του δεσπότη. Ενα μίασμα αναδύεται από αυτές τις φοβισμένες συνειδήσεις που αντικατοπτρίζουν τον κύριό τους. Οι δημόσιες αρχές είναι μυαρές, οι καρδιές έχουν σταματήσει, οι συνειδήσεις έχουν αλωθεί, οι ψυχές είναι αδύναμες. Αυτό συνέβη και όταν βασίλευε ο Καρακάλας, το ίδιο συνέβη και με τον Κόμοδο, το ίδιο και με τον Ηλιογάβαλο, ενώ η Ρωμαϊκή Γερουσία υπό τον Καίσαρα ανέδυε την οσμή που προέρχεται από την φωλιά του αετού”.
Πολλές φορές είναι η ισχύς των ανθρώπων που υποστηρίζει όλους αυτούς τους δεσποτισμούς, ανεξαρτήτως αν είναι οι καλύτεροι ή οι χειρότεροι. Αυτή η ισχύς λειτουργεί και μέσω των στρατών, που πιο συχνά υποδουλώνουν παρά απελευθερώνουν. Εκεί ο δεσποτισμός χρησιμοποιεί τον ΚΑΝΟΝΑ. Η ισχύς είναι το σιδερένιο ΡΟΠΑΛΟ που κρέμεται στην σέλα του ιππότη του μεσαίωνα ή του επισκόπου που φορά πανοπλία. Η καταναγκαστική παθητική υπακοή υποστηρίζει θρόνους και ολιγαρχίες, Ισπανούς βασιλείς και Ενετικές γερουσίες. Η δύναμη ενός στρατού που χρησιμοποιείται από την τυραννία αποτελεί το απερίγραπτο αποτέλεσμα της ακραίας αδυναμίας της. Ετσι, η Ανθρωπότητα πολεμά την ίδια την Ανθρωπότητα παρά τον ισχυρισμό της ότι πρεσβεύει τον Ανθρωπισμό. Με αυτόν τον τρόπο, ένας λαός υποτάσσεται στο δεσποτισμό με τη θέλησή του, οι εργάτες του υποτάσσονται στην περιφρόνηση και οι στρατιώτες του στην μαστίγωση. Συνεπώς, όταν ένα έθνος χάνει μάχες, πολύ συχνά προοδεύει. Λιγότερη δόξα σημαίνει περισσότερη ελευθερία. Οταν το τύμπανο του πολέμου σιγεί, μερικές φορές επικρατεί η λογική.
Οι τύραννοι χρησιμοποιούν την δύναμη του λαού για να αλυσοδέσουν και να υποτάξουν, δηλαδή, για να σκλαβώσουν τον λαό. Και μετά οργώνουν μαζί του όπως οι άνθρωποι που χρησιμοποιούν τα βόδια για να σύρουν το υνί. Ετσι, το πνεύμα της ελευθερίας και της ανανεώσεως συρρικνώνεται από τις ξιφολόγχες, οι αξίες βουβαίνονται απότις βολές των κανονιών, ενώ οι μοναχοί κάνουν παρέα με τους στρατιώτες, και η εκκλησία, χαρούμενη και συστρατευμένη, Καθολική ή Προτεσταντική, υμνεί με Te Deum (δοξολογίες), προσευχόμενη για νίκες εναντίον της επαναστάσεωσ.
Η στρατιωτική δύναμη που δεν υπάγεται στην πολιτική δύναμη, όπως και η ΣΦΥΡΑ ή το ΡΟΠΑΛΟ της ΔΥΝΑΜΕΩΣ, που δεν οριοθετείται από τον ΚΑΝΟΝΑ, είναι μια ένοπλη τυραννία, γεννημένη πάνοπλη, όπως γεννήθηκε η Αθηνά από την κεφαλή του Διός. Αυτή η δύναμη γεννά μια δυναστεία αρχίζοντας από τον Καίσαρα για να καταλήξει στην αποσύνθεση του Βιτέλιου και του Κόμοδου. Την σημερινή εποχή αρχίζει, εκεί που οι προηγούμενες δυναστείες τελείωσαν.
Οι άνθρωποι εξασκούν συνεχώς μια τεράστια δύναμη για να καταλήξουν τελικά σε τεράστια αδυναμία. Η δύναμη των ανθρώπων εξαντλείται συνεχώς σε καταστάσεις που χρονίζουν και που είναι νεκρές εδώ και πολύ καιρό. Αναλώνεται στην διακυβέρνηση των ανθρώπων με τις νεκρές και μουμιοποιημένες τυραννίες της Πίστεως, επαναφέροντας κατακρημνισμένα δόγματα. Αναλώνεται αναστηλώνοντας και βάφοντας με χρυσά χρώματα βωμούς που έχουν φθαρεί και καταστραφεί από τον χρόνο, καλλωπίζοντας επιφανειακά αρχαίες και κενές προλήψεις, παρατείνοντας την υπάρχουσα κοινωνική δομή με τον πολλαπλασιασμό των παρασίτων της, διαιωνίζοντας απηρχαιωμένους θεσμούς, και τέλος, επιβάλλοντας την λατρεία συμβόλων ωσαν να ήταν τα πραγματικά μέσα για την σωτηριά, ενώ δένει το νεκρό σώμα του Παρελθόντος, στόμα με στόμα, με το ζωντανό Παρόν. Αποτελεί λοιπόν ένα από τα πεπρωμένα της Ανθρωπότητας να βρίσκεται καταδικασμένη σε αιώνιους αγώνες με φαντάσματα, με προλήψεις, με φανατισμούς, υποκρισίες, προκαταλήψεις στερεότυπα λάθη και τυραννίες. Οι δεσποτισμοί που υφίσταντο στο παρελθόν γίνονται σεβαστοί, όπως το βουνό που είναι γεμάτο με ηφαιστειακούς βράχους, απόκρημνο και τρομερό, που όμως από μακριά μοιάζει ομαλό και όμορφο. Το να συνειδητοποιήσουμε έστω κι ένα μέρος της τυραννίας αξίζει περισσότερο – ώστε να ξεκαθαρίσει τις αυταπάτες, να δημιουργήσει ένα ιερό μίσος εναντίον του δεσποτισμού και να κατευθύνει σωστά την ΙΣΧΥ – απ' ότι ο εύγλωττος ρήτορας. Οι Γάλλοι θα έπρεπε να διατηρήσουν την Βαστίλη ως ένα αιώνιο μάθημα. Οι Ιταλοί δεν θα έπρεπε να καταστρέψουν τις φυλακές της Ιεράς Εξετάσεως. Η Ισχύς των ανθρώπων διατήρησε τη Δύναμη που έκτισε αυτά τα ανήλια κελιά, τοποθετώντας τους ανθρώπους, ζωντανούς, στους γρανιτένιους τάφους τους.
Η ΙΣΧΥΣ των ανθρώπων δεν μπορεί, λόγω της αχαλιναγώγητης και αιφνίδιας ενέργειάς της, να διατηρήσει και να υποστηρίξει την δράση και την ύπαρξη μιας νεοσύστατης ελεύθερης Κυβερνήσεως. Η ΙΣΧΥΣ αυτού του είδους πρέπει να έχει όρια, να χαλιναγωγείται και να διανέμεται σε διαφορετικούς αγωγούς, και μέσω περιφεριακών διαδρομών να φθάνει σε εξόδους, όπου θα εκδηλώνεται ως νόμος, δράση και απόφαση από την Πολιτεία, όπως οι αρχαίοι σοφοί Αιγύπτιοι βασιλείς, με διάφορους αγωγούς κατένεμαν τα ορμητικά νερά του Νείλου, και τα ανάγκαζαν να ποτίζουν καθιστώντας εύφορη τη γη χωρίς να την καταστρέφουν. Θα πρέπει λοιπόν να υπάρχει το jus et norma, το Δίκαιο και ο Κανών, ή το Μέτρο, του συντάγματος και του νόμου, στα πλαίσια του οποίου θα πρέπει να δρα η λαϊκή δύναμη. Εάν σε οποιοδήποτε από αυτά τα δύο γίνει μια ρωγμή, τότε, όπως ακριβώσ και σε μια μηχανή ατμού, η τεράστια σφύρα με γρήγορα και τρομερά χτυπήματα συνθλίβει όλα τα μέλη της μηχανής και στο τέλος, αφού αποσπαστεί, πέφτει στο έδαφος και παραμένει εκεί ακίνητη και νεκρή, ανάμεσα στα ερείπια που η ίδια έχει δημιουργήσει.
Η ΙΣΧΥΣ του λαού, ή η λαϊκή θέληση, εν δράσει και ασκούμενη, συμβολιζόμενη από την ΣΦΥΡΑ, ρυθμιζόμενη, καθοδηγούμενη και ενεργώντας μέσα στα όρια του ΝΟΜΟΥ και της ΤΑΞΕΩΣ, που συμβολίζεται από τον ΚΑΝΟΝΑ ΤΩΝ ΕΙΚΟΣΙ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΙΝΤΣΩΝ, έχει καρπό της την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, την ΙΣΟΤΗΤΑ και την ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ, - ελευθερία ρυθμιζόμενη από τον νόμο, ισότητα δικαιωμάτων υπό το βλέμμα του νόμου, αδελφότητα που θεσπίζει όχι μόνο καθήκοντα και υποχρεώσεις αλλά και οφέλη.

ALBERT PIKE
ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
ΤΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΕΚΤΟΝΩΝ
ΤΟΥ
ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΔΕΔΕΓΜΕΝΟΥ
ΣΚΩΤΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ
MORALS AND DOGMA
ΟΙ ΣΥΜΒΟΛΙΚΟΙ ΒΑΘΜΟΙ
Η ΣΤΟΑ ΤΗΣ ΤΕΛΕΙΟΠΟΙΗΣΕΩΣ
Μέρος Πρώτο
ΑΠΟΔΟΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΓΛΙΚΗ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Ι. ΜΟΥΡΙΚΗΣ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ

Κυριακή 7 Μαρτίου 2010

ΝΕΟ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ – ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ



-//-
Πάλι μ' αλλάξανε δρομολόγιο. Ο Στόουν μ'έβαζε πάντοτε στα δύσκολα, αλλά καμιά φορά αναγκαζόταν απ' τις περιστάσεις να με βάλει και σε κανένα λιγότερο εξαντλητικό. Το δρομολόγιο 511 φαινόταν ομαλό κι έτσι μου ήρθε πάλι η ιδέα να φάω μεσημεριανό, αυτό το μεσημεριανό που δεν το πρόφταινα ποτέ.
Ητανε μια μέση συνοικία με μονοκατοικίες. Οχι πολυκατοικίες. Μόνο σπιτάκια το ένα δίπλα στο άλλο με περιποιημένους κήπους. Ομως το δρομολόγιο ήταν καινούριο. Βάδιζα κι αναρωτιόμουν που ήταν κρυμμένη η παγίδα. Ακόμα κι ο καιρός ήταν καλός.
Μα το θεό, σκέφτηκα, θα τα καταφέρω! Μεσημεριανό κι επιστροφή, σύμφωνα με το πρόγραμμα! Επιτέλους, η ζωή γινόταν υποφερτή.
Αυτοί εδώ δεν είχαν ούτε σκυλιά. Κανείς δεν περίμενε τον ταχυδρόμο στην πόρτα. Ωρες ολόκληρες δεν άκουσα ανθρώπινη φωνή. Ισως είχα ωριμάσει ταχυδρομικά – ό,τι κι αν σήμαινε αυτό. Σουλατσάριζα όλο ενεργητικότητα, με αφοσίωση σχεδόν.
Τότε θυμήθηκα έναν από τους παλιότερους ταχυδρόμους. Μου είχε πει κάποτε δείχνοντας την καρδιά του: “Τσινάσκι, μια μέρα θα την πληρώσεις ακριβώς εδώ!”
“Καρδιακή προσβολή;”
“Αφοσίωση στην υπηρεσία. Θα το δεις. Θα είσαι υπερήφανος γι' αυτό”.
“Αρχίδια!”
Αλλά ο άνθρωπος μου 'λεγε την αλήθεια.
Τον σκεφτόμουν καθώς προχωρούσα.
Είχα ένα συστημένο με απόδειξη παραλαβής για τον αποστολέα.
Ανέβηκα και χτύπησα το κουδούνι. Το τζαμάκι της πόρτας άνοιξε. Πρόσωπο δεν έβλεπα.
“Συστημένο!”
“Κάνε πίσω!” ακούστηκε μια γυναικεία φωνή. “Κάνε πίσω να δω το πρόσωπό σου!”
Να τα μας πάλι, σκέφτηκα, άλλη παλαβιάρα.
“Ακου κυρά μου, δε χρειάζεται να δεις το πρόσωπό μου. Θ' αφήσω μια ειδοποίηση στο κουτί και θα πας στα γραφεία να πάρεις το γράμμα σου”.
Εβαλα την ειδοποίηση στο κουτί κι έκανα να φύγω.
Η πόρτα άνοιξε κι η τύπισσα όρμησε έξω. Φορούσε ένα διάφανο νεγκλιζέ χωρίς σουτιέν. Μόνο ένα σκούρο μπλε κιλοτάκι. Ηταν αχτένιστη, τα μαλλιά της πέταγαν σαν να 'θελαν ν' απογειωθούν. Ηταν πασαλειμμένη κρέμες, κυρίως κάτω απ' τα μάτια. Το δέρμα της ήταν άσπρο σαν να μην το 'χε δει ποτέ ο ήλιος και το προσωπό της είχε μαι αρρωστιάρικη όψη. Το στόμα της έχασκε. Φορούσε λίγο κραγιόν κι ήταν ψεύτικη απ' την κορφή ως τα νύχια.
Ολα αυτά τα 'πιασα καθώς χίμηξε πάνω μου. Εβαζα το συστημένο πάλι στο σάκο μου.
“Δωσ' μου το γράμμα μου!” τσίριξε.
“Κυρία μου, θα πρέπει να...” είπα.
Αρπαξε το γράμμα κι έτρεξε στην πόρτα, την άνοιξε και μπήκε.
Να πάρει ο διάολος, δεν μπορούσες να γυρίσεις χωρίς γράμμα και χωρίς υπογραφή! Επρεπε να υπογράφεις για ό,τι έδινες και έπαιρνες.
“Εϊ!”
Την πήρα στο κατόπι και πρόφτασα να χώσω το πόδι μου στην πόρτα.
“Εϊ! ΠΟΥ ΝΑ ΣΕ ΠΑΡΕΙ Ο ΔΙΑΟΛΟΣ!”
“Φύγε! Φύγε! Είσαι κακός άνθρωπος!”
“Ακου κυρά μου, προσπάθησε να με καταλάβεις! Πρέπει να υπογράψεις γι' αυτό το γράμμα! Δεν μπορώ να σ' το δώσω έτσι! Κλέβεις το ταχυδρομείο των Ηνωμένων Πολιτειών!”
“Φύγε παλιάνθρωπε!”
Εσπρωξα την πόρτα μ' όλο μου το βάρτος και μπήκα στο δωμάτιο. Ηταν σκοτάδι εκεί μέσα. Ολα τα στόρια ήταν κατεβασμένα. Ολα τα στόρια του σπιτιού ήταν κατεβασμένα!
“ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΜΠΑΙΝΕΙΣ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ! ΒΓΕΣ ΕΞΩ!”
“Κι εσύ δεν έχεις δικαίωμα να κλέβεις το ταχυδρομείο. Ή δώσε μου πίσω το γράμμα ή υπόγραψε. Αλλιώς δε φεύγω”.
“Εντάξει! Εντάξει! Θα υπογράψω!”
Της έδειξα που να υπογράψει και τηςέδωσα το στυλό. Κοίταζα το στήθος της κι όλα της τα υπόλοιπα και σκεφτόμουν, κρίμα, είναι τρελή, κρίμα, κρίμα.
Μου γύρισε την πένα και την υπογραφή της. Καθώς έκανα να φύγω, άνοιξε το γράμμα κι άρχισε να το διαβάζει.
Ξαφνικά βρέθηκε στην πόρτα με τα χέρια ανοιγμένα και το γράμμα πεσμένο στο πάτωμα.
“Παλιάνθρωπε, παλιάνθρωπε! Ηρθες εδω να με βιάσεις!”
“Βρε κυρά μου, άσε με να περάσω!”
“Η ΚΑΚΙΑ ΕΙΝΑΙ ΓΡΑΜΜΕΝΗ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΟΥ!”
“Λες να μην το ξερω; Ασε με τώρα να βγω από δω μέσα!”
Προσπάθησα να την παραμερίσω με το ένα χέρι. Εκείνη μου κατεβάζει μια γερή νυχιά στο μάγουλο. Παρατάω κάτω το σάκο, μου πέφτει το κασκέτο, και καθώς σκούπιζα τα αίματα με το μαντήλι, εκείνη μου ξεσκίζει και το άλλο μάγουλο.
“ΜΟΥΝΙ ΤΟΥ ΚΕΡΑΤΑ, ΤΙ ΔΙΑΟΛΟ Σ' ΕΠΙΑΣΕ ΡΕ!”
“Βλέπεις; Βλέπεις; Είσαι κακός!”
Είχε πέσει πάνω μου. Την αρπάζω απ' τον κώλο και κολλάω το στόμα μου πάνω στο στόμα της. Εκείνα τα τεράστια βυζιά είχαν πέσει πάνω μου, ολόκληρη είχε πέσει πάνω μου. Τράβηξε το κεφάλι της – μακριά μου.
“Βιαστή! Βιαστή! Βρωμοβιαστή!”
Χαμάλωσα το στόμα μου έπιασα μια ρόγα, μετά την άλλη.
“Βιασμός! Βιασμός! Με βιάζουν!”
Είχε δίκιο. Της κατέβασα το βρακί, ξεκούμπωσα το παντελόνι μου, της τον έχωσα και μετά την πήγα με την όπισθεν στον καναπέ.
Σήκωσε τα πόδια της.
“ΒΙΑΣΜΟΣ!” τσίριξε.
Την αποτελείωσα, κουμπώθηκα, πήρα το σάκο μου και βγήκα αφήνοντάς την ν' ατενίζει ήσυχα το ταβάνι.
Εχασα το μεσημεριανό, και πάλι όμως είχα μείνει πίσω στο πρόγραμμα.
“Είσαι 15 λεπτά καθυστερημένος”, είπε ο Στόουν.
Δεν είπα τίποτα.
Ο Στόουν με κοίταξε: “Υψιστε θεέ, τι έπαθε το πρόσωπό σου;” ρώτησε.
“Το δικό σου τι έπαθε;” τον ρώτησα.
“Τι θες να πεις;”
“Ξέχνα το”.
Είχα ένα κεφάλι καζάνι από το πιοτό, νέα περίοδος καύσωνα είχε αρχίσει -40 βαθμοί μια βδομάδα ολόκληρη. Συνέχιζα να τα κοπανάω κάθε βράδυ, και νωρίς το πρωί και όλη την υπόλοιπη μέρα είχα το Στόουν και το παράλογο του καθετί.
Μερικά απ' τα παιδιά πήραν κάσκες αφρικάνικες και καπέλα, αλλά εγώ πάντα ο ίδιος, ήλιος και βροχή – κουρέλια τα ρούχα μου και τα παπούτσια μου σε τέτοιο χάλι που μπαίναν τα καρφιά στα πόδια μου. Τους έβαλα χαρτόνια. Αλλά αυτή η λύση ήταν προσωρινή – τα καρφιά θ' άρχιζαν όπου να 'ναι να μου τρώνε πάλι τις φτέρνες.
Το ουίσκι και η μπύρα έτρεχαν από πάνω μου, ξεχείλιζαν απ' τις μασχάλες και κουβάλαγα κι αυτό το φορτίο στην πλάτη σαν σταυρό, τράβαγα έξω τα περιοδικά, μοίραζα χιλιάδες γράμματα, παραπατώντας, κολλημένος στα πλευρά του ήλιου.
Μια γυναίκα μου φώναξε:
“ΤΑΧΥΔΡΟΜΕ, ΤΑΧΥΔΡΟΜΕ, ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΔΩ!”
Κοίταξα. Στεκόταν ένα τετράγωνο πίσω μου στην κατηφόρα κι εγώ είχα ήδη αργήσει.
“Ακου κυρά μου, άσε το γράμμα έξω απ' το γραμματοκιβώτιο σου. Το παίρνουμε αύριο!”
“ΟΧΙ! ΟΧΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΤΟ ΠΑΡΕΙΣ ΤΩΡΑ!” τ' ανέμιζε στον αέρα.
“Μα κυρία μου!”
“ΝΑ 'ΡΘΕΙΣ ΝΑ ΤΟ ΠΑΡΕΙΣ, ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΜΙΑ ΔΟΥΛΕΙΑ ΕΔΩ!”
Ω θεέ μου!
Παράτησα τον σάκο. Έβγαλα το καπέλο και το πέταξα στο χορτάρι. Κύλησε στο δρόμο. Το παράτησα και κατηφόρισα προς τη γυναίκα. Μισό τετράγωνο.
Εφτασα, της άρπαξα το μαραφέτι απ' τα χέρια, γύρισα και ξανανέβηκα.
Ηταν μια διαφήμηση! Ταχυδρομείο τέταρτης κατηγορίας. Κάποιο ξεπούλημα ρούχων στη μισή τιμή.
Μάζεψα το καπέλο μου απ' το δρόμο και το φόρεσα. Φορτώθηκα ξανά το σάκο στην αριστερή μεριά της σπονδυλικής μου στήλης και ξεκίνησα. Σαράντα βαθμοί!
Πέρασα από ένα σπίτι και μια γυναίκα έτρεξε πίσω μου.
“Ταχυδρόμε! Ταχυδρόμε! Δεν έχεις γράμμα για μένα;”
“Αν δεν έβαλα τίποτα στο κουτί σας, σημαίνει πως δεν έχετε γράμμα, κυρία μου”.
“Μα το ξέρω πως έχεις γράμμα για μένα!”
“Πως το ξέρετε;”
“Η αδελφή μου μου τηλεφώνησε και μου είπε ότι θα μου έγραφε”.
“Δεν έχω γράμμα για σας, κυρία μου”.
“Ξέρω πως έχεις! Ξέρω πως έχεις! Να εκεί μέσα είναι!”
Εκανε να πιάσει μια χούφτα γράμματα.
“ΜΗΝ ΑΓΓΙΖΕΙΣ ΤΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΩΝ ΚΥΡΑ ΜΟΥ! ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΤΙΠΟΤΑ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ!”
Γύρισα να φύγω.
“ΤΟ ΞΕΡΩ ΠΩΣ ΕΧΕΙΣ ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΜΟΥ!”
Μια άλλη γυναίκα στεκόταν στη βεράντα της.
“Αργησες σήμερα”.
“Ναί άργησα”.
“Τι εγινε ο κανονικός;”
“Πεθαίνει από καρκίνο”.
“Πεθαίνει από καρκίνο; Ο Χάρολντ πεθαίνει από καρκίνο;”
“Ακριβώς”, της είπα. Της έδωσα το ταχυδρομείο της.
“ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ! ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ! ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ!” στρίγκλισε: “ΜΟΝΟ ΑΥΤΑ ΜΠΟΡΕΣΕΣ ΝΑ ΜΟΥ ΦΕΡΕΙΣ; ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ;”
“Μάλιστα κυρία, μόνο αυτά μπορεσα να σας φέρω”.
Απομακρύνθηκα.
Λες κι εταιγα εγώ που είχαν τηλέφωνο, γκάζι, ηλεκτρικό, κι αγόραζαν όλα τους τα πράματα με δόσεις. Οταν τους έφερνα τους λογαριασμούς, τα 'βαζαν μαζί μου – λες και τους ζήτησα εγώ να βάλουν τηλέφωνο ή ν' αγοράσουν τηλεόραση 350 δολαρίων με παράδοση κατ' οίκον χωρίς προκαταβολή.
Η επόμενη στάση ήταν ένα σχεδόν καινούριο διώροφο με δέκα δώδεκα διαμερίσματα. Το γραμματοκιβώτιο ήταν μπροστα κάτω από τη βεράντα. Επιτέλους λίγη σκιά. Εβαλα το κλειδί στο κουτί κι άνοιξα.
“Ε ΓΕΙΑ ΣΟΥ ΘΕΙΕ ΣΑΜ, ΠΩΣ ΤΑ ΠΑΣ ΣΗΜΕΡΑ;”
Ηταν δυνατό λαρύγγι. Δεν την περίμενα αυτή την αντρική φωνή πίσω μου. Σε μένα φώναζε, κι όπως ήμουν χάλια απ' το μεθύσι ήμουνα και νευρικός. Αναπήδησα τρομαγμένος. Αυτό πήγαινε πολύ. Εβγαλα το κλειδί και γύρισα. Είδα μονάχα το δικτυωτό της πόρτας. Κάποιος ήταν από πίσω. Κλιματιζόμενος κι αόρατος.
“Να σε πάρει και να σε σηκώσει!” είπα, “μη με φωνάζεις θείο Σαμ! Δεν είμαι ο θείος Σαμ!”
“Α, είσαι απ' τους ξύπνιους εσύ ε; Για δύο σέντσια βγαίνω έξω και σου μαυρίζω τον κώλο!”
Πιάνω τον σάκο μου και τον βροντάω κατάχαμα. Περιοδικά και γράμματα σκόρπισαν ολόγυρα. Θα 'πρεπε να ξαναβάλω στη σειρά όλο το υρο. Βγάζω το καπέλο μου και το πετάω στο τσιμέντο.
“ΒΓΕΣ ΕΞΩ ΡΕ ΚΑΘΗΚΙ! Ω ΘΕ ΜΟΥ ΜΕΓΑΛΟΔΥΝΑΜΕ, ΣΕ ΙΚΕΤΕΥΩ! ΒΓΕΣ ΑΠΟ ΚΕΙ! ΒΓΕΣ ΕΞΩ! ΒΓΕΣ ΑΠΟ ΚΕΙ!”
Μου 'ρχόταν να τον σκοτώσω.
Κανείς δεν βγήκε. Τίποτα δεν ακουγόταν. Κοίταξα την πόρτα με το δικτυωτό. Τίποτα. Σαν να 'ταν άδειο το διαμέρισμα. Για μια στιγμή σκέφτηκα να μπω μέσα. Αλλά γύρισα πίσω, γονάτισα κι αρχισα να βάζω στη σειρά περιοδικά και γράμματα. Είναι ζόρικο άμα δεν έχεις θυρίδες. Εκανα είκοσι λεπτά μέχρι να τελειώσω. Εχωσα κάτι γράμματα στο κουτί, πέταξα κάτι περιοδικά στην αυλή, κλείδωσα το κουτί, γύρισα και κοίταξα την πόρτα με το δικτυωτό. Ούτε ανάσα.
Τέλειωσα το δρομολόγιο. Περπατούσα και σκεφτόμουν, να δεις που θα τηλεφωνήσει στον Τζονστοουν να του πει ότι τον απείλησα. Καλύτερα να είμαι προετοιμασμένος για το χειρότερο στο γυρισμό.
Έσπρωξα την πόρτ. Ο τζονστόουν καθόταν στο γραφείο του, κάτι διάβαζε. Στάθηκα μπροστά του, τον κοίταξα και περίμενα.
Ο Στόουν σήκωσε μια στιγμή τα μάτια του, με κοίταξε και ξαναγύρισε σ' αυτό που διάβαζε.
Εγώ στεκόμουνα εκεί, και περίμενα.
Ο Στόουν καθόταν εκεί και διάβαζε.
“Λοιπόν;” είπα τελικά, “τι έγινε;”
“Τι έγινε;” Π Στόουν σήκωσε τα μάτια του.
“ΜΕ ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ! ΠΕΣ ΜΟΥ ΤΑ ΟΛΑ ΓΙΑ ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ! ΜΗΝ ΚΑΘΕΣΑΙ ΚΕΙ ΣΑΝ ΝΑ ΜΗΝ ΤΡΕΧΕΙ ΤΙΠΟΤΑ!”
“Ποιο τηλεφώνημα;”
“Δε σου τηλεφώνησαν για μένα;”
“Αν μου τηλεφώνησαν; Τι έγινε; Τι έκανες πάλι; Τι έκανες;”
“Τίποτα”.
Πήγα κι άφηασα τα πράματά μου.
Ο τύπος δεν τηλεφώνησε. Δεν το 'κανε από μεγαλοψυχία. Ισως σκέφτηκε πως αν τηλεφωνούσε, θα ξαναγύριζα.
Πέρασα μπροστά απ' τον Στόουν και τράβηξα προς τη θυρίδα μου.
“Τι έκανες, ρε Τσινάσκι;”
“Τίποτα”
Τον μπέρδεψα τόσο με τα καμώματά μου που ξέχασε να μου πει ότι είχα αργήσει μισή ώρα και να με σημειώσει.

CHARLES BUKOWSKI
ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΕΦΗ ΦΡΥΔΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΔΥΣΣΕΑΣ

Σάββατο 6 Μαρτίου 2010

Επιβίωση του Μύθου της Αιώνιας Επιστροφής – Μιρτσέα Ελιάντε

...Θα ήταν απαραίτητο να φέρουμε αντιμέτωπους «τον ιστορικό άνθρωπο» (το μοντέρνο άνθρωπο), ο οποίος συνειδητά και με τη θέλησή του δημιουργεί την ιστορία, με τον άνθρωπο των παραδοσιακών πολιτισμών, ο οποίος, όπως έχουμε δει, είχε αρνητική στάση απέναντί της. Είτε την καταργεί περιοδικά, είτε την υποτιμά, ανακαλύπτοντας συνεχώς μεταϊστορικά πρότυπα και αρχέτυπα γι’ αυτήν, είτε τελικά της αποδίδει μεταϊστορικό νόημα (κυκλική θεωρία, εσχατολογικές σημασίες κλπ.) ο άνθρωπος των παραδοσιακών πολιτισμών δεν έδινε καμιάν αξία στο ιστορικό γεγονός καθ’ εαυτό. Με άλλα λόγια, δεν το θεωρούσε ως μια ειδική κατηγορία του ίδιου τρόπου της ύπαρξής του. Ομως για να συγκρίνουμε τους δύο αυτούς τύπους της ανθρωπότητας, προϋποτίθεται μια ανάλυση όλων των μοντέρνων «ιστορικισμών» και μια τέτοια ανάλυση, για να είναι πραγματικά χρήσιμη, θα μας απομακρύνει από το κύριο θέμα αυτής της μελέτης. Παρ’ όλα αυτά είμαστε υποχρεωμένοι να θίξουμε το πρόβλημα του ανθρώπου συνειδητά και με τη θέληση του ιστορικού, γιατί ο μοντέρνος κόσμος στις μέρες μας δεν έχει προσχωρήσει ολοκληρωτικά στον ιστορικισμό. Είμαστε ακόμη μάρτυρες μιας θα την ονομάζαμε αρχετυπική και αντιιστορική, και της μοντέρνας, μετα-εγελιανής αντίληψης, που επιχειρεί να είναι ιστορική. Θα περιοριστούμε στην εξέταση μιας μόνο αλλά σημαντικής πλευράς του προβλήματος: των λύσεων που προσφέρονται απο την ιστορικιστική αντίληψη για να δώσουν τη δυνατότητα στο μοντέρνο άνθρωπο να αντέξει τη διαρκώς πιο ισχυρή πίεση της σύγχρονης ιστορίας.
Τα προηγούμενα κεφάλαια έχουν επαρκώς διευκρινίσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι των παραδοσιακών πολιτισμών αντιμετώπισαν την ιστορία. Ο αναγνώστης θα θυμάται ότι προστάτευαν τον εαυτό τους απέναντί της, είτε καταργώντας την περιοδικά μέσα από την επανάληψη της κοσμογονίας και την περιοδική αναγέννηση του χρόνου, είτε με την απόδοση μεταϊστορικού νοήματος στα ιστορικά γεγονότα, ενός νοήματος που δεν ήταν μόνο παρηγορητικό, αλλά πάνω απ’ όλα λογικά συνεπές, δηλαδή ικανό να συναρθρωθεί μέσα σ’ ένα καλά οργανωμένο σύστημα, στο οποίο ο κόσμος και η ανθρώπινη ύπαρξη είχαν το καθένα δικό τους λόγο ύπαρξης (raison d’ etre). Πρέπει να προσθέσουμε ότι αυτή η παραδοσιακή αντίληψη της άμυνας απέναντι στην ιστορία αυτό ο τρόπος να αντιμετωπίζονται τα ιστορικά γεγονότα, συνέχισε να επικρατεί σχεδόν μέχρι τις μέρες μας. Και συνεχίζει ακόμη να παρηγορεί τις αγροτικές (=παραδοσιακές) κοινωνίες της Ευρώπης, που πεισματικά εμμένουν σε μια αντιιστορική θέση και είναι μ’ αυτό τον τρόπο εκτεθεειμένες στις βίαιες επιθέσεις όλων των επαναστατικών ιδεολογιών. Ο χριστιανισμός των λαϊκών ευρωπαϊκών στρωμάτων δεν πέτυχε ποτέ την κατάργηση, είτε της θεωρίας των αρχετύπων (που μετατρέπει την ιστορική προσωπικότητα σε υποδειγματικό ήρωα και το ιστορικό γεγονός σε μυθική κατηγορία), είτε των κυκλικών και αστρικών θεωριών (σύμφωνα με τις οποίες η ιστοριέα δικαιολογείτο και τα παθήματα που προκαλούσε προσλάμβαναν μεταϊστορικό νόημα). Ετσι – για να δώσουμε μόνο λίγα παραδείγματα – οι βάρβαροι εισβολείς των Μέσων Χρόνων αφομοιώθηκαν με το βιβλικό αρχέτυπο γωγ και Μαγώγ και έτσι προσέλαβαν οντολογική υπόσταση και εσχατολογική λειτουργία. Λίγους αιώνες αργότερα θεώρησαν τον Τζέκινς Χαν ως τον νέο Δαβίδ προορισμένο να πραγματοποιήσει τις προφητείες του Ιεζεκιήλ. Ερμηνευόμενα έτσι τα παθήματα και οι καταστροφές, που προκλήθηκαν από την εμφάνιση των βαρβάρων στο μεσαιωνικό ιστορικό ορίζοντα, ήταν «υποφερτά» με τον ίδιο τρόπο που, πριν μερικές χιλιάδες χρόνια, είχε σταθεί δυνατό να γίνει υποφερτός ο τρόμος της ιστορίας στην αρχαια Ανατολή. Ακόμη και σήμερα παρόμοιες αιτιολογήσεις των ιστορικών καταστροφών καθιστούν δυνατή τη ζωή για δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους, οι οποίοι συνεχίζουν να αναγνωρίζουν στη συνεχή πίεση των γεγονότων σημεία της θεϊκής βόυλησης ή μιας αστρικής μοίρας.
Αν στραφούμε σε μιαν άλλη παραδοσιακή αντίληψη – εκείνη του κυκλικού χρόνου και της περιοδικής αναγέννησης της ιστορίας, είτε αυτή συνδέεται με το μύθο της αιώνιας επανάληψης, είτε όχι -, ανακαλύπτουμε, ότι, μολονότι οι πρώτοι χριστιανοί συγγραφείς άρχισαν να την καταπολεμούν με σφοδρότητα, παρ’ όλα αυτά, εισχώρησε τελικά στη χριστιανική φιλοσοφία. Πρέπει να θυμηθούμε ότι για το χριστιανισμό ο χρόνος είναι πραγματικός, γιατί έχει ένα νόημα – τη Λύτρωση. «Μια ευθεία γραμμή καθορίζει την πορεία της ανθρωπότητας από την αρχική Πτώση μέχρι την τελική Λύτρωση. Και το νήμα της ιστορίας είναι μοναδικό γεγονός. Πράγματι, όπως τονίζει το 9ο κεφάλαιο της προς Εβραίους Επιστολής και η Α΄ Πέτρου 3:18, ο Χριστός πέθανε μια μόνο φορά δεν είναι ένα γεγονός, που υπόκειται σε επανάληψη, που μπορεί να αναπαραχθεί πολλές φορές (πολλάκις). Ετσι η εξέλιξη της ιστορίας κατευθύνεται και προσανατολίζεται από ένα μοναδικό γεγονός, ένα γεγονός που στέκεται εντελώς μόνο του. Συνεπώς η μοίρα όλης της ανθρωπότητας, μαζί με την ατομική μοίρα καθενός μας καθορίζονται παρόμοια και τα δύο μια φορά, μια για πάντα, μέσα σ’ έναν συγκεκριμένο και αναντικατάστατο χρόνο, που είναι εκείνος της ιστορίας και της ζωής». Η γραμμική αυτή αντίληψη του χρόνου και της ιστορίας, που ήδη το δεύτερο αιώνα σκιαγραφήθηκε από τον Ειρηναίο Λυώνος, θα απασχολήσει ξανά τον Μέγα Βασίλειο και τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό και, τελικά, θα τύχει επεξεργασίας από τον Αυγουστίνο.
Αλλά παρά την αντίδραση των ορθοδόξων Πατέρων, οι θεωρίες των κυκλικών και αστρικών επιδράσεων στην ανθρώπινη μοίρα και στα ιστορικά γεγονότα έγιναν αποδεκτές, τουλάχιστον εν μέρει, από άλλους Πατέρες και εκκλησιαστικούς συγγραφείς, όπως ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, ο Μινούκιος Φήλιξ, ο Αρνόβιος και ο Θεοδώρητος. Η διαμάχη αυτή ανάμεσα στις δύο θεμελιώδεις αντιλήψεις του χρόνου και της ιστορίας συνεχίστηκε μέχρι το δέκατο έβδομο αιώνα. Δεν μπορούμε ούτε καν να ανακεφαλαιώσουμε τις θαυμάσιες αναλύσεις, που έγιναν από τον Pierre Duhem και τον Lynn Thorndike και επαναλήφθηκαν και συμπληρώθηκαν από τον Pitirim Sorokin. Πρέπει να υπενθυμίσουμε στον αναγνώστη ότι στο αποκορύφωμα των Μέσων Χρόνων κυκλικές και αστρικές θεωρίες αρχίζουν να επικρατούν επί της ιστοριολογικής και εσχατολογικής θεώρησης. Οι θεωρίες αυτές, ήδη δημοφιλείς τον δωδέκατο αιώνα, δέχτηκαν συστηματική επεξεργασία στη συνέχεια, ειδικά ύστερα από την εμφάνιση των μεταφράσεων από Αραβες συγγραφείς. Επιχειρήθηκαν όλο και πιο ακριβείς συσχετισμοί μεταξύ κοσμικών και γεωγραφικών παραγόντων, εμπλέκοντας και τις αντίστοιχες περιοδικότητες (προς την κατεύθυνση που ήδη είχε υποδειχτεί από τον Πτολεμαίο, το δεύτερο μετά Χριστόν αιώνα, στην Τετράβιβλό του). Ο αλβέρτος ο Μέγας, ο Θωμάς Ακινάτης, ο Ρογήρος Βάκων, ο Δάντης (Συμπόσιο, ΙΙ, Κεφ. 14) και πολλοί άλλοι πιστεύουν ότι οι κύκλοι και οι περιοδικότητες της παγκόσμιας ιστορίας κατευθύνονται από την επίδραση των άστρων, είτε αυτή η επίδραση υπακούει στη θέληση του Θεού και είναι όργανό του μέσα στην ιστορία, είτε – μια υπόθεση που υποστηρίζεται όλο και περισσότερο – θεωρείται μια δύναμη που είναι έμφυτη μέσα στον κόσμο. Με λίγα λόγια υιοθετώντας τη διατύπωση του Sorokin, οι Μέσοι Αιώνες κυριαρχούνται από την εσχατολογική αντίληψη (στις δύο ουσιώδεις στιγμές της: τη Δημιουργία και το τέλος του κόσμου) συμπληρωμένη από την κυκλική θεωρία, που εξηγεί την περιοδική επιστροφή των γεγονότων. Η διττή αυτή διδασκαλία κυριαρχεί στο στοχασμό μέχρι το δέκατο έβδομο αιώνα, αν και ταυτόχρονα αρχίζει να επικρατεί η θεωρία της γραμμικής προόδου της ιστορίας. Στους Μέσους Χρόνους τα σπέρματα αυτής της θεωρίας μπορούν να αναγνωριστούν στα συγγράμματα του Αλβέρτου του Μέγα και του Θωμά του Ακινάτη. Αλλά εκεί που η θεωρία εμφανίζεται με όλη της τη συνοχή, ως ένα αναπόσπαστο στοιχείο μιας μεγαλειώδους εσχατολογίας της ιστορίας, είναι με το «Αιώνιο Ευαγγέλιο» του Joachim Floris διαιρεί την ιστορία του κόσμου σε τρεις μεγάλες εποχές, διαδοχικά εμπνευσμένες και κυριαρχούμενες από διαφορετικό πρόσωπο της Τριάδος: Πατέρα, Υιό, Αγιο Πνεύμα. Σύμφωνα με τη θεωρία του Καλαβρού ηγούμενου, καθεμία απ’ αυτές τις εποχές αποκαλύπτει στην ιστορία μια νέα διάσταση της θεότητας και μ’ αυτό τον τρόπο επιτρέπι στην ανθρωπότητα να τελειοποιεί προοδευτικά τον εαυτό της μέχρι τελικά στην έσχατη φάση – που εμπνέεται από το Αγιο Πνεύμα – να φτάσει στην απόλυτη πνευματική ελευθερία. [Ηταν πραγματική τραγωδία για τον δυτικό κόσμο το γεγονός ότι, αν και οι προφητικό-εσχατολογικές θεωρίες του Jochim de Floris ενέπνευσαν και γονιμοποίησαν τη σκέψη του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης, του Δάντη, του Σαβοναρόλα, ξεχάστηκαν τόσο γρήγορα και ο Καλαβρός μοναχός διατηρήθηκε μόνο ως ένα όνομα, με το οποίο μπορούν να συνδεθούν πολλά αποκαλυπτικά συγγράμματα. Το ενδοκοσμικό στοιχείο της πνευματικής ελευθερίας, όχι μόνο σε σχέση με το δόγμα, αλλά και σε σχέση με την κοινωνία (μια ελευθερία που ο Joachim συνέλαβε ως αναγκαιότητα της θεϊκής και της ιστορικής διαλεκτικής), διακηρύχθηκε ξανά αργότερα, από τις ιδεολογίες της Μεταρρύθμισης και της Αναγέννησης, αλλά με εντελώς διαφορετικούς όρους και σύμφωνα με διαφορετικές πνευματικές απόψεις.]
Αλλά όπως είπαμε, η τάση που υποστηρίζεται όλο και περισσότερο είναι εκείνη που κάνει την κυκλική θεωρία ενδοκοσμική. Δίπλα στι πολύτομες αστρολογικές πραγματείες, οι θεωρίες της επιστημονικής αστρονομίας επιβάλλονται. Με τις θεωρίες του τύχω Μπράχε, του Κέπλερ, του Καρντάνο, του Τζιορντάνο Μπρούνο ή του Καμπανέλλα, η κυκλική ιδεολογία επιβιώνει δίπλα στη νέα αντίληψη της γραμμικής προόδου, που διακηρύσσεται, για παράδειγμα, από τον Φράνσις Μπέικον (Βακωνα) ή τον Πασκάλ. Από τον δέκατο έβδομο αιώνα, η γραμμική και η προοδευτική αντίληψη της ιστορίας επικρατούν όλο και περισσότερο, εγκαινιάζοντας την πίστη σε μιαν απεριόριστη πρόοδο, μια πίστη που διακηρύχτηκε ήδη από τον Λάιμπνιτς, κυριάρχησε στον αιώνα του «διαφωτισμού» και εκλαϊκεύτηκε στο δέκατο ένατο αιώνα με το θρίαμβο των ιδεών της εξέλιξης. Πρέπει να περιμένουμε μέχρι τον αιώνα μας για να δούμε τις απαρχές κάποιων νέων αντιδράσεων εναντίον του γραμμικου ιστορισμού και κάποια αναβίωση του ενδιαφέροντος για τη θεωρία των κύκλων. Έτσι στην πολιτική οικονομία γινόμαστε μάρτυρες της αποκατάστασης των θεωριών του κύκλου, της διακύμανσης, της περιοδικής ταλάντευσης. Στη φιλοσοφία αναζωογονείται ο μύθος της αιώνιας επιστροφής από τον Νίτσε. Ή στη φιλοσοφία της ιστορίας ο Σπένγκλερ και Τόυνμπη ασχολούνται με το πρόβλημα της περιοδικότητας.
Σχετικά με την αποκατάσταση των κυκλικών αντιλήψεων, ο Sorokin παρατηρεί σωστά ότι οι θεωρίες αυτές για το θάνατο του σύμπαντος δεν αποκλείουν την υπόθεση της δημιουργίας ενός νέου σύμπαντος, σχεδόν με τον τρόπο του Μεγάλου Ετους της ελληνο-ανατολικής σκέψης ή του κύκλου Yuga της ινδικής σκέψης. Βασικά, μπορεί να ειπωθεί ότι μόνο μέσα στις κυκλικές θεωρίες της μοντέρνας εποχής, το νόημα του αρχαϊκού μύθου της αιώνιας επανάληψης βρίσκει όλες του τις σημασίες. Γιατί οι μεσαιωνικές κυκλικές θεωρίες περιορίζονται στη δικαιολόγηση της περιοδικότητας των γεγονότων, δίνοντας σ’ αυτά μια θέση μέσα στους ρυθμούς του κόσμου και στις τύχες των άστρων. Επομένως και αυτές επιβεβαίωναν την κυκλική επανάληψη των γεγονότων της ιστορίας, ακόμη κι αν αυτή η επανάληψη δεν θεωρείτο ότι συνεχιζόταν ad infinitum. Επιπλέον λόγω του γεγονότος ότι τα ιστορικά γεγονότα εξαρτήθηκαν από τους κύκλους και τις αστρικές καταστάσεις, έγιναν κατανοητά, ακόμη και προβλέψιμα, αφού με τον τρόπο αυτό είχαν αποκτήσει ένα υπερβατικό πρότυπο. Οι πόλεμοι, οι λιμοί και η εξαθλίωση, που προκαλούνταν από τη σύγχρονη ιστορία, ήταν μόνο μια επανάληψη ενός αρχετύπου, καθορισμένου από τα άστρα και από τους ουράνιους νόμους, από τους οποίους η θεία θέληση δεν ήταν πάντα απούσα. Οπως και στο τέλος της αρχαιότητας, τις νέες αυτές εκφράσεις του μύθου της αιώνιας επιστροφής τις εκτιμούσαν κυρίως οι πνευματικές ελίτ και παρηγορούσαν ιδιαίτερα εκείνους που δοκίμαζαν άμεσα την πίεση της ιστορίας. Οι χωρικοί, όπως στην αρχαιότητα έτσι και στους μοντέρνους χρόνους, ενδιαφέρονταν ελάχιστα για τις κυκλικές και αστρικές συνταγές. Πραγματικά έβρισκαν παρηγοριά και στήριγμα μέσα στην ιδέα των αρχετύπων και της επανάληψης, μια ιδέα που «ζούσε» λιγότερο στο επίπεδο του κόσμου των άστρων και περισσότερο στο μυθικο-ιστορικό επίπεδο (μεταμορφώνοντας, για παράδειγμα, τις ιστορικές προσωπικότητες σε παραδειγματικούς ήρωες, τα ιστορικά γεγονότα σε μυθικές κατηγορίες κλπ. σύμφωνα με τη διαλεκτική που προσδιορίσαμε παραπάνω).

ΜΙΡΤΣΕΑ ΕΛΙΑΝΤΕ
ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ
Ο Μύθος της Αιώνιας Επιστροφής
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΣΤΡΑΤΗ ΨΑΛΤΟΥ
ΘΕΩΡΗΣΗ: ΜΑΡΙΟΥ ΜΠΕΖΓΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Πέμπτη 4 Μαρτίου 2010

ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΣ (?) – H. P. LOVECRAFT


...Η πτήση μ’ ένα και μόνο αεροπλάνο πάνω από την Ανταρκτική, δίχως ενδιάμεση γραμμή βάσεων, ήταν επικίνδυνη υπόθεση, αλλά κανένας δεν έκανε πίσω από αυτή την ολοφάνερα αναγκαία επιχείρηση. Αφου φορτώσαμε τα πιο βασικά εφόδια, κάναμε μια διακοπή στις δύο το πρωί για ένα σύντομο υπνάκο, αλλά σηκωθήκαμε και πάλι στις τέσσερις για να ολοκληρώσουμε τη δουλειά της φόρτωσης και τις προετοιμασίες.
Απογειωθήκαμε στις επτά και τέταρτο το πρωί της 25ης του Γενάρη με κατεύθυνση προς τα βορειοδυτικά και με πιλότο τον ΜακΤάιγκ. Το αεροσκάφος μετέφερε ακόμη δέκα άντρες, επτά σκυλιά, ένα έλκυθρο, εφόδια σε καύσιμα και τρόφιμα, ασύρματο καθώς και άλλα είδη εξοπλισμού. Η ατμόσφαιρα ήταν ξάστερη, με αρκετή νηνεμία και σχετικά ήπιες θερμοκρασίες. Ετσι ελπίζαμε ότι θα φτάναμε δίχως καμία δυσκολία στο γεωγραφικό στίγμα όπου ξέραμε ότι βρισκόταν ο καταυλισμός του Λέηκ. Οι φόβοι μας αφορούσαν κυρίως στο τι μπορεί να βρίσκαμε, ή να μη βρίσκαμε, στο τέρμα του ταξιδιού μας, γιατί συνεχίζαμε να μην παίρνουμε καμία απάντηση στις συνεχείς κλήσεις μας με τον ασύρματο.
Η κάθε λεπτομέρια εκείνων των τεσσεράμισι ωρών της πτήσης παραμένει ανεξίτηλα χαραγμένη στη μνήμη μου, επειδή ήταν για μένα η πιο κρίσιμη καμπή στα πενήντα τέσσερα χρόνια της ζωής μου. Το ταξίδι εκείνο σήμαινε για μένα την πλήρη απώλεια κάθε γαλήνης και ισορροπίας που χαρακτηρίζει ένα φυσιολογικό μυαλό το οποίο έχει συνηθίσει ν’ αποδέχεται την πραγματικότητα της εξωτερικής φύσης και των νόμων της.
Από τη στιγμή εκείνη και μετά, οι δέκα από μας –και πάνω απ’ όλους, ο τελειόφυτος Ντανφορθ κι εγώ- έμελλε να έρθουμε πρόσωπο με πρόσωπο μ’ έναν αποτρόπαια μεγεθυσμένο κόσμο γεμάτο κρυφές μορφές φρίκης. Ηταν μια εμπειρία που τίποτα δεν μπορεί να σβήσει από την ψυχή μας, και της οποίας το βάρος θ’ αποφεύγαμε να μοιραστούμε με την υπόλοιπη ανθρωπότητα, αν αυτό ήταν μπορετό.
Οι εφημερίδες έχουν δημοσιεύσει τις αναφορές που στέλναμε από τον αέρα. Σ’ αυτές περιγράφαμε την αδιάκοπη πτήση μας, τους αγώνες μας να ξεφύγουμε από δύο επικίνδυνα μέτωπα καταιγίδας της ανώτερης ατμόσφαιρας, την περαστική ματιά που είχαμε από το σημείο όπου ο Λέηκ είχε κάνει την ενδιάμεση γεώτρηση του πριν τρεις ημέρες, καθώς και τη θέα μερικών από εκείνους τους παράξενους κυλίνδρους από μπαμπακένιο χιόνι, που τόσο ο Αμουντσεν όσο κι ο Μπερντ είχαν παρατηρήσει να κυλούν σπρωγμένοι από τον άνεμο στις απέραντες εκτάσεις του παγωμένου οροπεδίου.
Εφτασε και μια στιγμή, πάντως, που τα συναισθήματά μας θα ήταν αδύνατο ν’ αποδοθούν με λόγια αποδεκτά από τον Τύπο –καθώς και μια άλλη στιγμή, αργότερα, όταν χρειάστηκε να εφαρμόσουμε αυστηρή αυτολογοκρισία.
Ο ναύτης Λάρσεν ήταν ο πρώτος που είδε την ακανόνιστη σειρά των μυτερών βουνοκορφών πέρα μπροστά μας, και οι κραυγές του έκαναν όλους μας να τρέξουμε στα παράθυρα της μεγάλης καμπίνας του αεροπλάνου. Παρ’ όλη την ταχύτητα της πτήσης, τα βουνά πλησίαζαν πάρα πολύ αργά. Από αυτό καταλάβαμ ότι θα πρέπει να βρίσκονταν ακόμη πολύ μακριά και ότι ήταν ορατά μόνο χάρη στο αφύσικο ύψος τους. Αλλά λίγο- λίγο άρχιζαν να γιγαντώνονται σκυθρωπά στο δυτικό ορίζοντα, και τώρα πλέον μπορούσαμε να διακρίνουμε τις διάφορες γυμνές, απειλητικές και μαυριδερές κορυφές τους. Οπως τις αγναντεύαμε κάτω από εκείνο το κόκκινωπό φως του ανταρκτικού ήλιου, σ’ ένα σαγηνευτικό φόντο από πρισματικούς ιριδισμούς που έπαιζαν πάνω στα σύννεφα των παγοκρυστάλλων, η θέα τους ξυπνούσε μέσα μας μια παράξενη αίσθηση από φαντασιώδεις κόσμους.
Στο όλο αυτό φαντασμαγορικό πανόραμα πλανιόταν κάτι σαν επίμονος, διάχυτος υπαινιγμός για ανείπωτα μυστήρια και ενδεχόμενες αποκαλύψεις. Θα έλεγε κανείς ότι εκείνα τα βλοσυρά, εφιαλτικά κορφοβούνια ήταν οι ακοίμητοι φρουροί κάποιας τρομερής πύλης που ε΄βγαζε σε απαγορευμένες χώρες του ονείρου και σε ασύλληπτους κι αλαργινούς κόσμους του χωροχρόνου και των υπερδιαστάσεων. Δεν μπορούσα να μη διαισθανθώ ότι αυτοί οι ορεινοί όγκοι έκρυβαν κάτι το κακό – ότι ήταν αληθινά βουνά της τρέλας, οι πίσω πλαγιές των οποίων έβλεπαν προς κάποια καταραμένη έσχατη άβυσσο. Εκείνο το χαώδες φόντο από τα σχεδόν φωτοβόλα σύννεφα μιλούσε με ανείπωτους υπαινιγμούς για κάποιον ακαθόριστο, αιθέριο υπερκόσμο πολύ πέρα από τους γήινους χώρους, και υπενθύμιζε με φοβερό τρόπο το πόσο μακρινός, ξέχωρος και μοναχικός ήταν τούτος ο απάτητος κι ανεξιχνίαστος νότιος κόσμος του πανάρχαιου θανάτου.
Ο πρώτος που τράβηξε την προσοχή μας στα περίεργα γεωμετρικά σχήματα που ήταν γατζωμένα στις ψηλότερες κορυφογραμμές ήταν ο νεαρός Ντάνφορθ. Εμοιαζαν με ερείπια από τέλεια κυβικές κατασκευές, όπως ακριβώς τα είχε περιγράψει και ο Λέηκ στο μήνυμάτου. Πραγματικά, δικαιολογούσαν απόλυτα τη σύγκρισή του μ’ εκείνες τις ονειρικές εικόνες των ερειπίων από αρχέγονους ναούς σε ομιχλώδεις ασιατικές βουνοκορφές, που με τόσο λεπτό και παράξενο τρόπο είχε ζωγραφίσει ο Ραίριχ.
Υπήρχε πράγματι κάτι το αλλόκοτα «ραιριχοειδές» σε όλη τούτη την απόκοσμη ήπειρο του ορεινού μυστηρίου. Αυτό το είχα νιώσει ήδη από τον Οκτώβρη, όταν για πρώτη φορά αντικρίσαμε μπροστά μας τη Γη της Βικτώρια, και το ξανάνιωθα έντονα πάλι τώρα. Αισθανόμουν ακόμη να με κυριεύει μια ακαθόριστη ανησυχία για την όλη ομοιότητα που υπήρχε με κάποιους αρχαϊκούς μύθους. Με τρόμαζε το πόσο τούτο το βασίλειο του θανάτου ταίριαζε περιγραφικά με το διαβολικό οροπέδιο του Λένγκ που αναφέρουν τα πανάρχαια κείμενα. Μπορεί οι μελετητές της μυθολογίας να τοποθετούν το Λενγκ κάπου στην κεντρική Ασία, αλλά η φυλετική μνήμη του ανθρώπου –ή των προκατόχων του- φτάνει πολύ, πάρα πολύ πίσω. Δεν αποκλείεται ορισμέννες τέτοιες παραδόσεις να τις κληρονομήσαμε από χώρες, βουνά και ναούς της φρίκης αρχαιότερα από την Ασία, αρχαιότερα από κάθε γνωστό ανθρώπινο κόσμο.
Λιγοι τολμηροί μύστες έχουν κάνει κάποιους υπαινιγμούς ότι τα αποσπασματικά Πνακοτικά Χειρόγραφα προέρχονται από εποχές πριν από την πλειστόκαινο, κι έχουν εικάσει ότι οι πιστοί του Τσαθόγκουα ήταν τόσο ξένοι προς το ανθρώπινο είδος όσο και ο ίδιος ο Τσαθόγκουα. Το Λενγκ, όπου κι αν βρίσκεται στο χώρο ή στο χρόνο, δεν ήταν τόπος που θα ήθελα να επισκεφθώ ή έστω να πλησιάσω. Ούτε και μου άρεσε η ιδέα ότι βρισκόμουν τόσο κοντά σ’ έναν κόσμο ο οποίος είχε γεννήσει τέτοια αφύσικα και αρχαϊκά τέρατα σαν τα πλάσματα που είχε αναφέρει ο Λέηκ. Τη στιγμή εκείνη ευχήθηκα να μην είχα κουβεντιάσει σε τόση έκταση μ’ εκείνον τον δυσάρεστα καλοπληροφορημένο λαογράφο του πανεπιστημίου μας, τον Γουίλμαρθ.
Αυτό το συναίσθημα μ’ επηρέασε άσχημα κι έκανε ακόμη πιο αρνητική την αντίδρασή μου στον αλλόκοτο αντικατοπτρισμό που εμφανίστηκε ξαφνικά στο ολοένα και πιο οπαλιόχρωμο ουράνιο ζενίθ.
Συνέβη καθώς πλησιάζαμε στα βουνά κι ενώ μόλις είχαμε αρχίσει να διακρίνουμε τις κλιμακωτές καμπύλες που σχημάτιζαν τα ριζοβούνια. Στη διάρκεια των προηγουμένων εβδομάδων είχα δει δεκάδες πολικούς αντικατοπτρισμούς, μερικούς εξίσου παράξενους κι απίστευτα ζωηρούς όσο κι αυτός. Αλλά τούτον εδώ τον χαρακτήριζε μια εντελώς πρωτόγνωρη και ακαθόριστη αίσθηση απειλητικού συμβολισμού. Ανατρίχιασα βλέποντας εκείνο το χαώδη λαβύρινθο από μυθικά τείχη, πύργους και οβελίσκους που ορθώνονταν παλύψηλοι μέσα αό τις στροβιλιζόμενες καταχνιές των παγοκρυστάλλων πάνω από τα κεφάλια μας.
Η όλη εικόνα έδινε την εντύπωση μιας κυκλώπειας πόλης με αρχιτεκτονική άγνωστη στον άνθρωπο ή την ανθρώπινη φαντασία, με αμέτρητα, μαύρα σαν τη νύχτα κτίσματα που μαρτυρούσαν τερατώδεις παρεκκλίσεις από τους γεωμετρικούς νόμους.
Υπήρχαν κόλουροι κώνοι, άλλοτε με κλιμακωτά επίπεδα και άλλοτε με κάθετες αυλακώσεις, έχοντας στην κορυφή τους κυλινδρικές στήλες, οι οποίες εδώ κι εκεί φούσκωναν σε βολβώδη σχήματα και συχνά κατέληγαν σε λεπτούς αχιβαδωτούς δίσκους. Και υπήρχαν παράξενα πρόστεγα, τραπεζοειδή εικοδομήματα που θύμιζαν μεγάλους σωρούς από πλάκες –τετράγωνες, κυκλικές ή σαν πεντάκτινα αστέρια- με την καθεμιά τους να υπερκαλύπτει την αμέσως αποκάτω. Εβλεπες ακόμη σύνθετα κωνικά και πυραμιδωτά κτίρια, άλλοτε μεμονωμένα και άλλοτε πάνω σε κυλίνδρους ή κύβους ή σε πιο πεπλατυσμένους κόλουρους κώνους και πυραμίδες. Εδώ κι εκεί υψώνονταν βελονοειδείς οβελίσκοι σε περίεργες δέσμες των πέντε. Και όλα αυτά τα εξωφρενικά οικοδομήματα φαίνονταν να επικοινωνούν με σωληνωτές γέφυρες που συνέδεαν το ένα με το άλλο σε διάφορα ιλιγγιώδη ύψη.
Με τον ανείπωτο γιγαντισμό της, η όλη εικόνα γεννούσε στην ψυχή μας ένα συναίσθημα τρόμου και κατάθλιψης.
Αυτός ο αντικατοπτρισμός έμοιαζε αρκετά με ορισμένες από τις πιο εξωφρενικές εμφανίσεις του είδους, όπως εκείνη που είχε παρατηρήσει και σχεδιάσει το 1820 ο Σκόρσμπυ*, ένας φαλαινοθήρας των αρκτικών θαλασσών. Αλλά σε τούτο το συγκεκριμένο τόπο και το χρόνο, μ’ εκείνες τις σκοτεινές, άγνωστες βουνοκορφές να ορθώνονται θεόρατες μπροστά μας, με την πρόσφατη ανακάλυψη κάποιου αφύσικου, πανάρχαιου κόσμου στη σκέψη μας, και με το φόβο ότι κάποια πιθανή συμφορά είχε χτυπήσει τους περισσότερους συντρόφους μας – όλοι είδαμε σ’ αυτό το θέαμα τη μιασματική πινελιά κάποιας αθέατης μοχθηρίας και ένα απερίγραπτα κακό οιωνό.
Δεν φαντάζεστε πόσο χάρηκα όταν ο αντικατοπτρισμός άρχισε να διαλύεται... μόλο που στη διαδικασία αυτή οι διάροι εφιαλτικοί πυργίσκοι και κώνοι παραμορφώνονταν αποκτώντας προσωρινές μορφές ακόμη πιο ανείπωτης φρικαλεότητας. Καθώς η όλη οπτασία διαλυόταν μέσα στους χαώδεις ιριδισμούς των συννέφων, τα βλέμματά μας χαμήλωσαν πάλι προς τη γη και είδαμε ότι το τέρμα του ταξιδιού μας δεν ήταν μακριά. Τα άγνωστα βουνά μπροστά μας υψώνονταν ιλιγγιωδώς προς τα ουράνια, σαν φοβεροί προμαχώνες κάποιων γιγάντων, ενώ τα περίεργα γεωμετρικά σχήματα στις ράχες τους διακρίνονταν τώρα μ’ εκπληκτική σαφήνεια ακόμη και χωρίς κιάλια.
Ηδη πετούσαμε πάνω από τα χαμηλότερα ριζοβούνια και σύντομα διακρίναμε ανάμεσα στο χιόνι, τον πάγο και τις εκτάσεις της γυμνής γης του κυρίως οροπεδίου, δύο σκούρες κηλίδες, που καταλάβαμε ότι ήταν ο καταυλισμός και το σημείο των γεωτρήσεων του Λέηκ…

* Αληθινό γεγονός. Συνέβη στις 18 Ιουλίου του 1820 στ’ ανοιχτά της Γροιλανδίας και αναφέρθηκε από τον κυβερνήτη του πλοίου Μπόφφιν. Περιγράφεται ως “μια εκτεταμένη αρχαία πόλη γεμάτη με ερείπια κάστρων και οβελίσκων, ναών και μνημείων, καθώς και διαφόρων άλλων μεγάλων και εντυπωσιακών κτιρίων” – Γ. Μ.

H. P. Lovecraft: At the Mountains of Madness
Σειρά: Οι Εκπληκτικοί Κόσμοι του Χ. Φ. Λαβκραφτ
Τόμος 3ος: Στα Βουνά της Τρέλας
Μετάφραση: Γιώργος Μπαλάνος
Εκδόσεις: Locus 7

Τετάρτη 3 Μαρτίου 2010

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ 1) ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΗΛΙΚΙΑΣ 2) ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ

Τέλος μιας ηλικίας
Καθώς διάσχιζε τον κεντρικό διάδρομο με τους καθρέφτες 
-στο τέρμα, λέγαν, είταν το γραφείο του διευθυντή-
βρέθηκε μονομιάς στα πρόθυρα των γερατειών.
'Ορμησε τότε προς την έξοδο κινδύνου, βγήκε
στο πιο ψηλό διάζωμα κι άρχισε να φωνάζει:
"Διώχτε από μπρος μου το πνιγμένο πρόσωπό της,
με κυνηγάει σα μέδουσα, οι σάπιες τρύπες του κολλάν απάνω μου,
βυζαίνουν τα δίκαια όνειρά μου.
Δεν είναι αυτή η μοίρα μου. Γλυτώστε με. Δεν είναι".
'Οταν τον πρόλαβαν, είχε περίπου ηρεμήσει.
'Ηπιε λίγο νερό, μιαν ασπιρίνη,
του τίναξαν τους ασβέστες απ' τα ρούχα, τις στάχτες από τα μαλλιά...
Λίγον καιρόν αργότερα
σβήσαν κ' οι τελευταίες ανυπόταχτες χειρονομίες.
Είπανε μερικοί πως συμβιβάστηκε,
άλλοι μιλήσαν για λύσεις πανικού,
δυο-τρεις επέμεναν πως αναγνώρισε επί τέλους τις ευθύνες του.
Κανείς δεν έμαθε.
'Ηρθε η ζωή όπως συνήθως έρχεται και τα σκέπασε όλα.  

Μονόλογος
Ξεριζώνω τις λέξεις μία - μία
απ’ το λαρύγγι μου.
Αν στάζουν αίμα
τυλιξ’ τες στο μαντίλι σου
τυλιξ’ τες με μπαμπάκι
η πάλι πιάσε τις με τη λαβίδα
και πες:
“Έτσι τα λέει,
για εντύπωση”.
Κάνε επιτέλους ο,τι θες.
Όμως δε φτάνει πια η σιωπή
δε φτάνουν πια τα λόγια.
Ξεριζώνω μια - μια σκέτες λέξεις
και σου τις στέλνω.


Τρίτη 2 Μαρτίου 2010

Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΩΝ ΔΟΝΗΣΕΩΝ - ΠΕΤΡΟΣ ΓΡΑΒΙΓΓΕΡ

Η μεγάλη και οικουμενική Επιστήμη των δονήσεων, βασίζεται επί των νόμων της αναλογίας και ανταποκρίσεως μεταξύ των όντων της φύσεως και του πνεύματος και εκ της απορρεούσης συμπαθείας και συγγενείας αυτών, εκδηλούται δε δια του συντονισμού και εναρμονίσεως μεταξύ ομοειδών και δυσαρμονίας μεταξύ των ανομοιοειδών. Εις την πρώτην περίπτωσιν έχομεν “φιλίαν” εις την δευτέραν “νείκος” δηλαδή αντίδρασιν και διαμάχην. Ο Σοφός, γνώστης των χαρακτήρων τούτων, εκμεταλλεύεται τας αρμονικάς επηρείας και αλληλεπιδράσεις ταύτας και αποφεύγει τας δυσαρμονικάς.
Γνωρίζων ο Μύστης την δύναμιν του προφορικού λόγου, επενδύων αυτόν δια των μουσικών ρυθμών, επικαλούμενος δυνάμεις πνευματικάς ή αστρικάς ανωτέρας της ανθρωπίνης δυνάμεως, θέτει ταύτας εις ρυθμικήν δόνησιν χρησιμοποιών την δημιουργόν φαντασίαν, θέλησιν και πίστιν του πνεύματός του, ως δυναμικών αρετών και μεταχειριζόμενος ως μοχλόν δράσεως την “θυελλώδη ορμήν” και το πάθος της ψυχής του δονουμένης υπό την ακπτου επιθυμίας του να επιτύχη τον επιδιωκόμενον σκοπόν.
Η εσωτερική Επιστήμη του παρέχει εκτός των ανωτέρω και άλλα, από χιλιετηρίδων δεδοκιμασμένα μέσα και όπλα δράσεως. Τα αναλογικά χρώματα, τα αρώματα και θυμιάματα, αι τελετικαί χειρονομίαι, ενεργούν όχι μόνον διεγερτικώς επί της φαντασίας και του ψυχικού του κόσμου, αλλά λόγω του ρυθμού και της συγγενείας προς τους ρυθμούς της φύσεως, τον καθιστούν κυρίαρχον επί των απείρως ισχυροτέρων δυναμικοτήτων του Κόσμου και εξουσιαστήν του μεγάλου μοχλού του Αρχιμήδους, τον οποίον εζήτει δια να μετακινήση την Γην.
Ο άνθρωπος κέκτηται δυνάμεων ανυπολογίστου δραστικότητος, δύναται το παν να πράξη, αρκεί να γνωρίζη, να τολμά, να πιστεύη. Δια να πιστεύη όμως πρέπει να έχη λάβει πλήρως συνείδησιν των ικανοτήτων του, εις τούτο δε δύναται να αχθή μόνο δια της Γνώσεως. Εάν δεν γνωρίζη η πίστις του είναι ετοιμόρροπος και ασταθής, και κάθε πράξις του είναι υποκειμένη εις αποτυχίαν. Η πεποίθησις εις τας πραγματικάς ικανότητας του ανθρώπου, αποκτάται κατόπιν μακράς, συστηματικής και επιπόνου ασκήσεως δια της μελέτης και του συσχετισμού των αποκτηθεισών γνώσεων, ώστε αύται να γίνουν κτήμα του και να φωτισθή εξ αυτών.
Η όλη γνώσις των τελετουργικών τύπων των Θρησκειών και του Εσωτερισμού, θεμελιούται επί της Επιστήμης των δονήσεων, δηλαδή επί του αριθμού. Ο Πυθαγόρας, τον οποίον θεωρούμεν ως τον Πατέρα της Αριθμολογίας και της Μουσικής δεν ήτο “μαθηματικός” ή “μουσικολόγος” κατά την σημερινήν έννοιαν των όρων. Τα ψιχία τα οποία περιεσώθησαν μέχρις ημών υπό των μαθητών του, αμέσως ή εμμέσως (ως του Πλάτωνος, του Θέωνος Σμυρναίου, του Νικομάχου Γερασηνού, του Ιάμβλιχου κ.α.) συναρπάζουν τον ικανόν να εισέλθη εις το απροσμέτρητον συνθετικόν βάθος των και τον πληρούν με αίσθημα θαυμασμού, προ της μεγαλοφυίας των αποκαλύψεών του. Ο Πυθαγόρας εχρησιμοποίησε το μονόχορδον και την επτάχορδον λύραν, δια να οδηγήση τους μαθητάς του όχι εις την μουσικήν απόλαυσιν μόνον, αλλά προς την μύησίν των εις τα απώτατα μυστικά της παγκοσμίου αρμονίας. Η ακρόασις της αρμονίας των σφαιρών που διετείνετο ότι ήκουε, αυτήν την έννοιαν είχε: το πως ο Μικρόκοσμος, θα συντονισθή με τας δονήσεις του Μακρόκοσμου. Οταν δε ο Ανθρωπος επιτύχη τούτο, τότε δεν είναι κοινός θνητός, αλλά Κύριος των πεπρωμένων του και ηγήτωρ των πεπρωμένων των άλλων. Δεν είναι ο δίκην πίθου φερόμενος εική και ως έτυχε υπό των τυφλών δυνάμεων του Μοιραίου, αλλ' είναι ο Γνώστης, ο εξουσιαστής των νόμων της Ανάγκης και της Ειμαρμένης.
Δια της ενσυνειδήτου προφοράς του λόγου του, δια της θεληματικής διατυπώσεως των επιθυμιών του, αι οποίαι πάντοτε είναι δημιουργικαί και συντελεστικαί προαγωγής και ανατάσεως του πνεύματος, δι' επιβεβαιώσεως των λεγομένων του μέσω μεμετρημένης και αρμονικής χειρονομίας, επιτυγχάνει του σκοπού του με μαθηματικήν ακρίβειαν. Διότι κάθε επιθυμία του, κάθε πράξις του, είναι γεωμετρημένη, κυβική, φωτεινή. Και υπό τας συνθήκας ταύτας δέχεται την συμπαράστασιν όλων εκείνων των κοσμικών και πνευματικών δυνάμεων αι οποίαι είναι εντεταλμέναι και ενδιαφέρονται δια την πρόοδον του πνεύματος της ανθρωπότητος.
Δια τούτο τα Μυστήρια ανέκαθεν προσεπάθησαν να διαπλάσσουν χαρακτήρας ακεραίους, ακλονήτους και αδαμαντίνους και παρέσχον τότε μόνον εις αυτούς την Γνώσιν, όταν όλαι αι δοκιμασίαι εις ας είχον υποβληθή, απεδείκνυον ότι πράγματι ήσαν οι Εκλεκτοί, ικανοί να χρησιμεύσουν ως όργανα και χείρες της θεότητος επί της Γης.
Προς ενίσχυσιν και ολοκλωσιν των προσπαθειών των, τα Μυστήρια δεν ηρκούντο εις τας ιδίας δυνάμεις των ιεροφαντών των, αλλ' επεκαλούντο την θείαν συμπαράστασιν και ενίσχυσιν των αρετών των, μέσω νοερών προσευχών, μέσω τελετουργικών τύπων των οποίων την αποτελεεσματικότητα είχον πλέον ή άπαξ αντιληφθή και δοκιμάσει.
Η τελετική ιερουργία, η εφαρμογή τελετικών τύπων εις κάθε πράξιν του ανθρώπου υπερτέραν των δυνάμεών του, υπήρξε το μέσον συναλλαγής με το θείον, ο μόνος τρόπος ανόδου του ανθρώπου προς τον Θεόν του, δηλαδή συντονισμού της θελήσεως και των δυνάμεών του, προς την θείαν Θέλησιν και τον θείον Σκοπόν.
Μια αποκρυστάλλωσις του δεσμού τούτου, της γέφυρας ταύτης, δια τον πρωτόγονον, υπήρξαν ανέκαθεν τα παντοειδή φυλακτήρια και περίαπτα. Συν τω χρόνω όμως ο Homo Divinans καθίσταται Homo Sapiens. Η νοητική του σφαίρα διευρύνεται, το πνεύμα του εξελίσσεται, αρχίζει να συλλαμβάνη τον Κόσμον κατά τρόπον επί μάλλον και μάλλον “επιστημονικόν”. Συσχετίζει, συνάγει υποθέσεις, διατυπώνει θεωρίας, πειραματίζεται και επαληθεύει την ορθότητα των υποθέσεων του, εγκαθιδρύει νόμους. Εις νόμους όμως δεν υπάγεται το ορατόν μόνον σύμπαν. Οπως υπάρχουν νόμοι διέποντες τα φυσικά φαινόμενα, υπάρχουν και νόμοι του διαμέσου κόσμου και νόμοι πνευματικοί. Διότι τίποτε εν τω Σύμπαντι τελείται κατά τύχην και αυτομάτως.
Τους νόμους του ορατού σύμπαντος καθορίζει η Επιστήμη. Τους νόμους του αοράτου Κόσμου, τους ερευνά η Μυσταγωγία. Χρησιμοποιούσα αύτη μέσα ερεύνης λεπτοϋφέστερα, συγγενή και προσηρμοσμένα προς τα επίπεδα τα οποία εξετάζει, συνάγει τα συμπεράσματά της και ιδρύει Επιστήμην, την Επιστήμην του Αοράτου. Εσυνηθίσαμεν να θεωρώμεν Επιστήμην αξίαν του ονόματος τούτου, μόνον την ασχολουμένην με το ορατόν και απτόν. Δεν συνέβαινεν όμως το αυτό εις όλας τας εποχάς και μάλιστα κατ' εκείνας της ακμής τουη πνευματικού πολιτισμού των διαφόρων λαών, δια τον οποίον και δικαίως ανέκαθεν εσεμνύνετο ο άνθρωπος και μεθ' υπερηφανείας τον περιέβαλλε. Εάν θελήσωμεν να μελεησωμεν τον “Θεαίθητον” του Πλάτωνος, τότε θα σχηματίσωμεν μιαν εικόνα της σημασίας και του βάθους της Επιστήμης.
Μιαν σύνθεσιν της εσωτερικής ταύτης Επιστήμης, ειδικευμένης, θα ελέγομεν, εις τον κλάδον των δονήσεων, είναι η κατασκευή του τελέσματος και έτι περαιτέρω του εμβλήματος. Το τέλεσμα ή το έμβλημα παρουσιάζεται υπό μορφήν “μεταφυσικής εξισώσεως” δια να μεταχειρισθώμεν την επιτυχή έκφρασιν του Marques – Riviere, διότι συνθέτει τας μεταφυσικάς, θρησκευτικάς και φιλοσοφικάς αντιλήψεις. Ανωτέρου βαθμού διανοητικότητος και γνώσεως. Το έμβλημα, τεχνητόν κατασκεύασμα του ανθρώπου, αντικατοπτρίζει τους πολύπλοκους νόμους των αντιστοιχιών και ανταποκρίσεων, επί τεμαχίου ύλης. Δια της χαράξεώς του, όμως, και της καθιερώσεως καθίσταται πραγματική μικρογραφία, δυναμικοποιημένη του Μακροκόσμου, ένας αληθής μεταλλικός ακτινοβόλος ουρανός, αντικατοπτρίζων την όψιν των αστρικών θέσεων και επιδράσεων εις δεδομένην στιγμήν, επακριβώς υπολογισθείσαν.
Το τοιούτο κατασκεύασμα είναι συμπύκνωσις, δυνάμει του νόμου των αντιστοιχιών, όλων των αποκρύφων εενεργειών του Κόσμου. Εχει καταστή ζων οργανισμός, παλλόμενος και κραδαινόμενος, εν συνηχήσει προς το Σύμπαν. Αποτελεί τότε ένα ρυθμόν υπό γεωμετρικήν μορφήνμ μίαν αρμονίαν αποδιδομένην δι' αριθμών και σχέσεων, εν σύμβολον που γεφυρώνει το Ανω μετά του Κάτω.
Δια τούτο ο Φάουστ του Rembrandt, θαμβωμένος από το θαυμάσιον έμβλημα το οποίον διαγράφεται επί του υαλώματος του εργαστηρίου του και διακρίνων εις την απολάλυψιν ταύτην, μιαν οντότητα αγγελικήν, μια θείαν “ομφήν”, μιαν εποπτικήν αποκάλυψιν, αναφωνεί μετά του Goethe:
Ω! εις την θέαν ταύτην ποια
εξαίφνης ηδονή το στήθος μου ζωογονεί!
Αισθάνομαι ότι αγία σφριγώσα της ζωής χαρά
ρέει ακμαία φλογερά, δια των νεύρων των φλεβών μου.
Θεός ην όστις τα σημεία έγραψε ταύτα
τα οποία σάλον ενδόμυχον παϋνουν
καρδίαν ταλαιναν φαιδρύνουν
και δια μυστικού παλμου, αποκαλύπτουν προ εμού
πάσας ομού τας θαυμασίας δυνάμεις της δημιουργίας!
Είμαι θεός; οποίον φως!
Εις ταύτα τα λαμπρά σημεία, ιδού η φύσις η αγία
προ της ψυχής μου κείται δρώσα...

ΠΕΤΡΟΣ ΓΑΡΒΙΓΓΕΡ
Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΩΝ ΔΟΝΗΣΕΩΝ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΔΕΟΘΕΑΤΡΟΝ - ΔΙΜΕΛΗ