.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 7 Μαρτίου 2010

ΝΕΟ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ – ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ



-//-
Πάλι μ' αλλάξανε δρομολόγιο. Ο Στόουν μ'έβαζε πάντοτε στα δύσκολα, αλλά καμιά φορά αναγκαζόταν απ' τις περιστάσεις να με βάλει και σε κανένα λιγότερο εξαντλητικό. Το δρομολόγιο 511 φαινόταν ομαλό κι έτσι μου ήρθε πάλι η ιδέα να φάω μεσημεριανό, αυτό το μεσημεριανό που δεν το πρόφταινα ποτέ.
Ητανε μια μέση συνοικία με μονοκατοικίες. Οχι πολυκατοικίες. Μόνο σπιτάκια το ένα δίπλα στο άλλο με περιποιημένους κήπους. Ομως το δρομολόγιο ήταν καινούριο. Βάδιζα κι αναρωτιόμουν που ήταν κρυμμένη η παγίδα. Ακόμα κι ο καιρός ήταν καλός.
Μα το θεό, σκέφτηκα, θα τα καταφέρω! Μεσημεριανό κι επιστροφή, σύμφωνα με το πρόγραμμα! Επιτέλους, η ζωή γινόταν υποφερτή.
Αυτοί εδώ δεν είχαν ούτε σκυλιά. Κανείς δεν περίμενε τον ταχυδρόμο στην πόρτα. Ωρες ολόκληρες δεν άκουσα ανθρώπινη φωνή. Ισως είχα ωριμάσει ταχυδρομικά – ό,τι κι αν σήμαινε αυτό. Σουλατσάριζα όλο ενεργητικότητα, με αφοσίωση σχεδόν.
Τότε θυμήθηκα έναν από τους παλιότερους ταχυδρόμους. Μου είχε πει κάποτε δείχνοντας την καρδιά του: “Τσινάσκι, μια μέρα θα την πληρώσεις ακριβώς εδώ!”
“Καρδιακή προσβολή;”
“Αφοσίωση στην υπηρεσία. Θα το δεις. Θα είσαι υπερήφανος γι' αυτό”.
“Αρχίδια!”
Αλλά ο άνθρωπος μου 'λεγε την αλήθεια.
Τον σκεφτόμουν καθώς προχωρούσα.
Είχα ένα συστημένο με απόδειξη παραλαβής για τον αποστολέα.
Ανέβηκα και χτύπησα το κουδούνι. Το τζαμάκι της πόρτας άνοιξε. Πρόσωπο δεν έβλεπα.
“Συστημένο!”
“Κάνε πίσω!” ακούστηκε μια γυναικεία φωνή. “Κάνε πίσω να δω το πρόσωπό σου!”
Να τα μας πάλι, σκέφτηκα, άλλη παλαβιάρα.
“Ακου κυρά μου, δε χρειάζεται να δεις το πρόσωπό μου. Θ' αφήσω μια ειδοποίηση στο κουτί και θα πας στα γραφεία να πάρεις το γράμμα σου”.
Εβαλα την ειδοποίηση στο κουτί κι έκανα να φύγω.
Η πόρτα άνοιξε κι η τύπισσα όρμησε έξω. Φορούσε ένα διάφανο νεγκλιζέ χωρίς σουτιέν. Μόνο ένα σκούρο μπλε κιλοτάκι. Ηταν αχτένιστη, τα μαλλιά της πέταγαν σαν να 'θελαν ν' απογειωθούν. Ηταν πασαλειμμένη κρέμες, κυρίως κάτω απ' τα μάτια. Το δέρμα της ήταν άσπρο σαν να μην το 'χε δει ποτέ ο ήλιος και το προσωπό της είχε μαι αρρωστιάρικη όψη. Το στόμα της έχασκε. Φορούσε λίγο κραγιόν κι ήταν ψεύτικη απ' την κορφή ως τα νύχια.
Ολα αυτά τα 'πιασα καθώς χίμηξε πάνω μου. Εβαζα το συστημένο πάλι στο σάκο μου.
“Δωσ' μου το γράμμα μου!” τσίριξε.
“Κυρία μου, θα πρέπει να...” είπα.
Αρπαξε το γράμμα κι έτρεξε στην πόρτα, την άνοιξε και μπήκε.
Να πάρει ο διάολος, δεν μπορούσες να γυρίσεις χωρίς γράμμα και χωρίς υπογραφή! Επρεπε να υπογράφεις για ό,τι έδινες και έπαιρνες.
“Εϊ!”
Την πήρα στο κατόπι και πρόφτασα να χώσω το πόδι μου στην πόρτα.
“Εϊ! ΠΟΥ ΝΑ ΣΕ ΠΑΡΕΙ Ο ΔΙΑΟΛΟΣ!”
“Φύγε! Φύγε! Είσαι κακός άνθρωπος!”
“Ακου κυρά μου, προσπάθησε να με καταλάβεις! Πρέπει να υπογράψεις γι' αυτό το γράμμα! Δεν μπορώ να σ' το δώσω έτσι! Κλέβεις το ταχυδρομείο των Ηνωμένων Πολιτειών!”
“Φύγε παλιάνθρωπε!”
Εσπρωξα την πόρτα μ' όλο μου το βάρτος και μπήκα στο δωμάτιο. Ηταν σκοτάδι εκεί μέσα. Ολα τα στόρια ήταν κατεβασμένα. Ολα τα στόρια του σπιτιού ήταν κατεβασμένα!
“ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΜΠΑΙΝΕΙΣ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ! ΒΓΕΣ ΕΞΩ!”
“Κι εσύ δεν έχεις δικαίωμα να κλέβεις το ταχυδρομείο. Ή δώσε μου πίσω το γράμμα ή υπόγραψε. Αλλιώς δε φεύγω”.
“Εντάξει! Εντάξει! Θα υπογράψω!”
Της έδειξα που να υπογράψει και τηςέδωσα το στυλό. Κοίταζα το στήθος της κι όλα της τα υπόλοιπα και σκεφτόμουν, κρίμα, είναι τρελή, κρίμα, κρίμα.
Μου γύρισε την πένα και την υπογραφή της. Καθώς έκανα να φύγω, άνοιξε το γράμμα κι άρχισε να το διαβάζει.
Ξαφνικά βρέθηκε στην πόρτα με τα χέρια ανοιγμένα και το γράμμα πεσμένο στο πάτωμα.
“Παλιάνθρωπε, παλιάνθρωπε! Ηρθες εδω να με βιάσεις!”
“Βρε κυρά μου, άσε με να περάσω!”
“Η ΚΑΚΙΑ ΕΙΝΑΙ ΓΡΑΜΜΕΝΗ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΟΥ!”
“Λες να μην το ξερω; Ασε με τώρα να βγω από δω μέσα!”
Προσπάθησα να την παραμερίσω με το ένα χέρι. Εκείνη μου κατεβάζει μια γερή νυχιά στο μάγουλο. Παρατάω κάτω το σάκο, μου πέφτει το κασκέτο, και καθώς σκούπιζα τα αίματα με το μαντήλι, εκείνη μου ξεσκίζει και το άλλο μάγουλο.
“ΜΟΥΝΙ ΤΟΥ ΚΕΡΑΤΑ, ΤΙ ΔΙΑΟΛΟ Σ' ΕΠΙΑΣΕ ΡΕ!”
“Βλέπεις; Βλέπεις; Είσαι κακός!”
Είχε πέσει πάνω μου. Την αρπάζω απ' τον κώλο και κολλάω το στόμα μου πάνω στο στόμα της. Εκείνα τα τεράστια βυζιά είχαν πέσει πάνω μου, ολόκληρη είχε πέσει πάνω μου. Τράβηξε το κεφάλι της – μακριά μου.
“Βιαστή! Βιαστή! Βρωμοβιαστή!”
Χαμάλωσα το στόμα μου έπιασα μια ρόγα, μετά την άλλη.
“Βιασμός! Βιασμός! Με βιάζουν!”
Είχε δίκιο. Της κατέβασα το βρακί, ξεκούμπωσα το παντελόνι μου, της τον έχωσα και μετά την πήγα με την όπισθεν στον καναπέ.
Σήκωσε τα πόδια της.
“ΒΙΑΣΜΟΣ!” τσίριξε.
Την αποτελείωσα, κουμπώθηκα, πήρα το σάκο μου και βγήκα αφήνοντάς την ν' ατενίζει ήσυχα το ταβάνι.
Εχασα το μεσημεριανό, και πάλι όμως είχα μείνει πίσω στο πρόγραμμα.
“Είσαι 15 λεπτά καθυστερημένος”, είπε ο Στόουν.
Δεν είπα τίποτα.
Ο Στόουν με κοίταξε: “Υψιστε θεέ, τι έπαθε το πρόσωπό σου;” ρώτησε.
“Το δικό σου τι έπαθε;” τον ρώτησα.
“Τι θες να πεις;”
“Ξέχνα το”.
Είχα ένα κεφάλι καζάνι από το πιοτό, νέα περίοδος καύσωνα είχε αρχίσει -40 βαθμοί μια βδομάδα ολόκληρη. Συνέχιζα να τα κοπανάω κάθε βράδυ, και νωρίς το πρωί και όλη την υπόλοιπη μέρα είχα το Στόουν και το παράλογο του καθετί.
Μερικά απ' τα παιδιά πήραν κάσκες αφρικάνικες και καπέλα, αλλά εγώ πάντα ο ίδιος, ήλιος και βροχή – κουρέλια τα ρούχα μου και τα παπούτσια μου σε τέτοιο χάλι που μπαίναν τα καρφιά στα πόδια μου. Τους έβαλα χαρτόνια. Αλλά αυτή η λύση ήταν προσωρινή – τα καρφιά θ' άρχιζαν όπου να 'ναι να μου τρώνε πάλι τις φτέρνες.
Το ουίσκι και η μπύρα έτρεχαν από πάνω μου, ξεχείλιζαν απ' τις μασχάλες και κουβάλαγα κι αυτό το φορτίο στην πλάτη σαν σταυρό, τράβαγα έξω τα περιοδικά, μοίραζα χιλιάδες γράμματα, παραπατώντας, κολλημένος στα πλευρά του ήλιου.
Μια γυναίκα μου φώναξε:
“ΤΑΧΥΔΡΟΜΕ, ΤΑΧΥΔΡΟΜΕ, ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΔΩ!”
Κοίταξα. Στεκόταν ένα τετράγωνο πίσω μου στην κατηφόρα κι εγώ είχα ήδη αργήσει.
“Ακου κυρά μου, άσε το γράμμα έξω απ' το γραμματοκιβώτιο σου. Το παίρνουμε αύριο!”
“ΟΧΙ! ΟΧΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΤΟ ΠΑΡΕΙΣ ΤΩΡΑ!” τ' ανέμιζε στον αέρα.
“Μα κυρία μου!”
“ΝΑ 'ΡΘΕΙΣ ΝΑ ΤΟ ΠΑΡΕΙΣ, ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΜΙΑ ΔΟΥΛΕΙΑ ΕΔΩ!”
Ω θεέ μου!
Παράτησα τον σάκο. Έβγαλα το καπέλο και το πέταξα στο χορτάρι. Κύλησε στο δρόμο. Το παράτησα και κατηφόρισα προς τη γυναίκα. Μισό τετράγωνο.
Εφτασα, της άρπαξα το μαραφέτι απ' τα χέρια, γύρισα και ξανανέβηκα.
Ηταν μια διαφήμηση! Ταχυδρομείο τέταρτης κατηγορίας. Κάποιο ξεπούλημα ρούχων στη μισή τιμή.
Μάζεψα το καπέλο μου απ' το δρόμο και το φόρεσα. Φορτώθηκα ξανά το σάκο στην αριστερή μεριά της σπονδυλικής μου στήλης και ξεκίνησα. Σαράντα βαθμοί!
Πέρασα από ένα σπίτι και μια γυναίκα έτρεξε πίσω μου.
“Ταχυδρόμε! Ταχυδρόμε! Δεν έχεις γράμμα για μένα;”
“Αν δεν έβαλα τίποτα στο κουτί σας, σημαίνει πως δεν έχετε γράμμα, κυρία μου”.
“Μα το ξέρω πως έχεις γράμμα για μένα!”
“Πως το ξέρετε;”
“Η αδελφή μου μου τηλεφώνησε και μου είπε ότι θα μου έγραφε”.
“Δεν έχω γράμμα για σας, κυρία μου”.
“Ξέρω πως έχεις! Ξέρω πως έχεις! Να εκεί μέσα είναι!”
Εκανε να πιάσει μια χούφτα γράμματα.
“ΜΗΝ ΑΓΓΙΖΕΙΣ ΤΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΩΝ ΚΥΡΑ ΜΟΥ! ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΤΙΠΟΤΑ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ!”
Γύρισα να φύγω.
“ΤΟ ΞΕΡΩ ΠΩΣ ΕΧΕΙΣ ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΜΟΥ!”
Μια άλλη γυναίκα στεκόταν στη βεράντα της.
“Αργησες σήμερα”.
“Ναί άργησα”.
“Τι εγινε ο κανονικός;”
“Πεθαίνει από καρκίνο”.
“Πεθαίνει από καρκίνο; Ο Χάρολντ πεθαίνει από καρκίνο;”
“Ακριβώς”, της είπα. Της έδωσα το ταχυδρομείο της.
“ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ! ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ! ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ!” στρίγκλισε: “ΜΟΝΟ ΑΥΤΑ ΜΠΟΡΕΣΕΣ ΝΑ ΜΟΥ ΦΕΡΕΙΣ; ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ;”
“Μάλιστα κυρία, μόνο αυτά μπορεσα να σας φέρω”.
Απομακρύνθηκα.
Λες κι εταιγα εγώ που είχαν τηλέφωνο, γκάζι, ηλεκτρικό, κι αγόραζαν όλα τους τα πράματα με δόσεις. Οταν τους έφερνα τους λογαριασμούς, τα 'βαζαν μαζί μου – λες και τους ζήτησα εγώ να βάλουν τηλέφωνο ή ν' αγοράσουν τηλεόραση 350 δολαρίων με παράδοση κατ' οίκον χωρίς προκαταβολή.
Η επόμενη στάση ήταν ένα σχεδόν καινούριο διώροφο με δέκα δώδεκα διαμερίσματα. Το γραμματοκιβώτιο ήταν μπροστα κάτω από τη βεράντα. Επιτέλους λίγη σκιά. Εβαλα το κλειδί στο κουτί κι άνοιξα.
“Ε ΓΕΙΑ ΣΟΥ ΘΕΙΕ ΣΑΜ, ΠΩΣ ΤΑ ΠΑΣ ΣΗΜΕΡΑ;”
Ηταν δυνατό λαρύγγι. Δεν την περίμενα αυτή την αντρική φωνή πίσω μου. Σε μένα φώναζε, κι όπως ήμουν χάλια απ' το μεθύσι ήμουνα και νευρικός. Αναπήδησα τρομαγμένος. Αυτό πήγαινε πολύ. Εβγαλα το κλειδί και γύρισα. Είδα μονάχα το δικτυωτό της πόρτας. Κάποιος ήταν από πίσω. Κλιματιζόμενος κι αόρατος.
“Να σε πάρει και να σε σηκώσει!” είπα, “μη με φωνάζεις θείο Σαμ! Δεν είμαι ο θείος Σαμ!”
“Α, είσαι απ' τους ξύπνιους εσύ ε; Για δύο σέντσια βγαίνω έξω και σου μαυρίζω τον κώλο!”
Πιάνω τον σάκο μου και τον βροντάω κατάχαμα. Περιοδικά και γράμματα σκόρπισαν ολόγυρα. Θα 'πρεπε να ξαναβάλω στη σειρά όλο το υρο. Βγάζω το καπέλο μου και το πετάω στο τσιμέντο.
“ΒΓΕΣ ΕΞΩ ΡΕ ΚΑΘΗΚΙ! Ω ΘΕ ΜΟΥ ΜΕΓΑΛΟΔΥΝΑΜΕ, ΣΕ ΙΚΕΤΕΥΩ! ΒΓΕΣ ΑΠΟ ΚΕΙ! ΒΓΕΣ ΕΞΩ! ΒΓΕΣ ΑΠΟ ΚΕΙ!”
Μου 'ρχόταν να τον σκοτώσω.
Κανείς δεν βγήκε. Τίποτα δεν ακουγόταν. Κοίταξα την πόρτα με το δικτυωτό. Τίποτα. Σαν να 'ταν άδειο το διαμέρισμα. Για μια στιγμή σκέφτηκα να μπω μέσα. Αλλά γύρισα πίσω, γονάτισα κι αρχισα να βάζω στη σειρά περιοδικά και γράμματα. Είναι ζόρικο άμα δεν έχεις θυρίδες. Εκανα είκοσι λεπτά μέχρι να τελειώσω. Εχωσα κάτι γράμματα στο κουτί, πέταξα κάτι περιοδικά στην αυλή, κλείδωσα το κουτί, γύρισα και κοίταξα την πόρτα με το δικτυωτό. Ούτε ανάσα.
Τέλειωσα το δρομολόγιο. Περπατούσα και σκεφτόμουν, να δεις που θα τηλεφωνήσει στον Τζονστοουν να του πει ότι τον απείλησα. Καλύτερα να είμαι προετοιμασμένος για το χειρότερο στο γυρισμό.
Έσπρωξα την πόρτ. Ο τζονστόουν καθόταν στο γραφείο του, κάτι διάβαζε. Στάθηκα μπροστά του, τον κοίταξα και περίμενα.
Ο Στόουν σήκωσε μια στιγμή τα μάτια του, με κοίταξε και ξαναγύρισε σ' αυτό που διάβαζε.
Εγώ στεκόμουνα εκεί, και περίμενα.
Ο Στόουν καθόταν εκεί και διάβαζε.
“Λοιπόν;” είπα τελικά, “τι έγινε;”
“Τι έγινε;” Π Στόουν σήκωσε τα μάτια του.
“ΜΕ ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ! ΠΕΣ ΜΟΥ ΤΑ ΟΛΑ ΓΙΑ ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ! ΜΗΝ ΚΑΘΕΣΑΙ ΚΕΙ ΣΑΝ ΝΑ ΜΗΝ ΤΡΕΧΕΙ ΤΙΠΟΤΑ!”
“Ποιο τηλεφώνημα;”
“Δε σου τηλεφώνησαν για μένα;”
“Αν μου τηλεφώνησαν; Τι έγινε; Τι έκανες πάλι; Τι έκανες;”
“Τίποτα”.
Πήγα κι άφηασα τα πράματά μου.
Ο τύπος δεν τηλεφώνησε. Δεν το 'κανε από μεγαλοψυχία. Ισως σκέφτηκε πως αν τηλεφωνούσε, θα ξαναγύριζα.
Πέρασα μπροστά απ' τον Στόουν και τράβηξα προς τη θυρίδα μου.
“Τι έκανες, ρε Τσινάσκι;”
“Τίποτα”
Τον μπέρδεψα τόσο με τα καμώματά μου που ξέχασε να μου πει ότι είχα αργήσει μισή ώρα και να με σημειώσει.

CHARLES BUKOWSKI
ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΕΦΗ ΦΡΥΔΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΔΥΣΣΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: