Coincidentia Oppositorum

Πέμπτη 22 Απριλίου 2010

Το κοινωνικό Υπερ – Εγώ - ΣΙΓΚΜΟΥΝΤ ΦΡΟΫΝΤ

Καθώς ένας πλανήτης στρέφεται γύρω από τον άξονά του καθώς στρέφεται ταυτόχρονα και γύρω από τον ήλιο έτσι και ο μεμονωμένος άνθρωπος συμμετέχει στην εξέλιξη της ανθρωπότητας, αν και ακολουθεί τον δρόμο της δικής του της ζωής. Αλλά για τα αδύναμα μάτια μας, όταν κυττάζουν τον ουράνιο θόλο, η διάταξη των κοσμικών δυνάμεων φαίνεται ως αμετακίνητη σε μια αιώνια τάξη. Ενώ στην οργανική ζωή, μπορούμε ακόμα να διακρίνουμε την περιπλοκή των ανταγωνιζομένων δυνάμεων και να παρατηρήσουμε πως τα αποτελέσματα της σύγκρουσης ποικίλουν αδιάκοπα. Όμοια κι οι δυό τάσεις, η μια που αποβλέπει στην προσωπική ευτυχία, και η άλλη στην ένωση με τα άλλα ανθρώπινα όντα, πρέπει ν' ανταγωνίζονται μέσα στο κάθε άτομο, έτσι κι οι δυό πορείες και της ατομικής εξέλιξης και της εξέλιξης του πολιτισμού πρέπει αναγκαστικά νάναι ανταγωνιστικές και να αμφισβητούν αμοιβαία το έδαφος κάθε στιγμή. Η μάχη όμως αυτή ανάμεσα στην κοινωνία και στο άτομο δεν προέρχεται καθόλου απ' τον πιθανόν ασυμβίβαστον ανταγωνισμό ανάμεσα στα δυό πρωταρχικά ένστικτα, του έρωτα και του θανάτου. Ανταποκρίνεται περισσότερο σε μια εσώτερη διχόνοια στην οικονομία της λίμπιντο, που συγκρίνεται με την πάλη για την κατανομή της ανάμεσα στο Εγώ και στα αντικείμενα. Η πάλη λοιπόν αυτή, όσο οδυνηρή κι αν κάνει τη ζωή στο σημερινό άτομο, του επιτρέπει μια τελική ισορρόπηση. Ας ελπίσουμε πως στο μέλλον το ίδιο θα γίνει και για τον πολιτισμό.
Η αναλογία ανάμεσα στην εξέλιξη του πολιτισμού και στο δρόμο που ακολούθησε η ανάπτυξη του ατόμου μπορεί να φτάσει σε πολύ απώτερο σημείο, γιατί δικαιολογημένα μπορούμε να υποστηρίξουμε πως κι η ίδια η κοινότητα αναπτύσσει και αυτή ένα Υπέρ – Εγώ που η επίδρασή του κυριαρχεί στην εξέλιξη του πολιτισμού. Αυτό θα ήτανε πολύ γοητευτικό έργο για έναν γνώστη των πολιτισμών, να παρακολουθήσει δηλαδή αυτήν την αναλογία ως τις λεπτομέριές της. Στο προκείμενο θα περιοριστώ να υπογραμμίσω μερικά χτυπητά σημεία. Το Υπέρ – Εγώ μιας δεδομένης εποχής πολιτισμού έχει όμοια καταγωγή όπως και το Υπέρ – Εγώ του ατόμου. Θεμελιώνεται την ενυπωση που αφίνουν οι μεγάλες προσωπικότητες, οι ηγέτες, οι άνθρωποι οι προικισμένοι με μια κυρίαρχη σωματική δύναμη και σουτς οποίους βρήκε την εντονώτερή του και την καθαρώτερή του και κατά συνέπεια την πιο αποκλειστική έκφραση ένας απ' τους πόθους των ανθρώπων. Η αναλογία σε πολλές ακόμα άλλες περιπτώσεις τραβάει ακόμα μακρύτερα γιατί οι προσωπικότητες αυτές όταν ζούσαν – αρκετά συχνά, αν μη πάντα – χλευάζονταν από τους άλλους, κακομεταχειρίζονταν ή και εξουθενώνονταν με τον πιο σκληρό τρόπο. Η μοίρα τους είναι κατά βάση ανάλογη με την αντίστοιχη του πρωτόγονου πατέρα που, μόνον από πολύν καιρό ύστερα αφού θανατώθηκε σκληρά, κατατάχτηκε στη θέση της θεότητας. Η μορφή του Ιησού Χριστού προσφέρει ακριβώς το πιο χτυπητό παράδειγμα αυτής της αλληλουχίας που κατευθύνεται από τη μοίρα, αν δηλαδή δεν ανήκει πια στο μύθο που τον γέννησε σαν συγκεχυμένη ανάμνηση του πρωτόγονου φόνου. Αλλά υπάρχει ένα άλλο κοινό σημείο και αυτό ειναι το πολιτιστικό Υπέρ – Εγώ (Kulturuber – Ich) που όπως το ατομικό Υπέρ – Εγώ, καθορίζει αυστηρές ιδανικές απαιτήσεις, που η μη τήρησή τους βρίσκει την τιμωρία της στο άγχος της ηθικής συνείδησης. Και τότε παράγεται εδώ ένα πολύ περίεργο γεγονός: οι ψυχικοί μηχανισμοί για τους οποίους μιλάμε είναι πιο γνώριμοι και το πνεύμα μας εισδύει σ' αυτούς καλύτερα παρά στην ομαδική τους όψη. Στο άτομο οι επιθέσεις του Υπέρ – Εγώ δεν υψώνουν τη φωνή με θορυβώδη τρόπο, με την μορφή μομφής, παρά μόνον σε περίπτωση ψυχικής έντασης, ενώ οι απαιτήσεις καθεαυτές του Υπέρ – Εγώ παραμένουν σε απώτερο πεδίο και είναι συχνά ασύνειδες. Τις κάνουμε συνειδητές, και τότε διαπιστώνουμε πως συμπίπτουν με τις εντολές του σύγχρονου πολιτιστικού Υπέρ – Εγώ. Στο σημείο αυτό οι δύο μηχανισμοί, ο μηχανισμός της πολιτιστικής εξέλιξης της μάζας και της εξέλιξης που προσιδιάζει στο άτομο, είναι καθώς λέμε κανονικά και στενά δεμένοι μεταξύ τους. Για τούτο χίλιες δυό εκδηλώσεις και χαρακτήρες του Υπέρ – Εγώ μπορούν ευκολώτερα ν' αναγνωρισθούν σύμφωνα με τη στάση του στους κόλπους της πολιτισμένης κοινότητας, παρά το μεμονωμένο άτομο.
Το πολιτιστικό Υπέρ – Εγώ έχει επεξεργασθεί τα ιδανικά του και έχει θέσει τις απαιτήσεις του. Ανάμεσα σ' αυτές τις τελευταίες, είναι εκείνες που αναφέρονται στις σχέσεις των ανθρώπων ανάμεσά τους και συνοψίζονται με τον γενικό όρο: Ηθική. Σε κάθε εποχή, απέδωσαν την πιο μεγάλη σημασία σ' αυτήν την ηθική, σαν να περίμεναν απ' αυτήν να επιτελέσει μεγάλα πράγματα. Και χτύπησε πραγματικά, αυτό είναι εύκολο να το διαπιστώσουμε, στο πιο αδύνατο σημείο κάθε πολιτισμού. Είναι σωστό λοιπόν να βλέπουμε σ' αυτήν ένα είδος θεραπευτικής προσπάθειας, επιδίωξης επίτευξης, με τη βοήθεια μιας κατηγορικής προστακτικής του Υπέρ – Εγώ, εκείνου που ως τα τώρα ο πολιτισμός δεν είχε κατορθώσει να το πετύχει παρά μονάχα χρησιμοποιώντας άλλες μεθόδους!
Εδώ, αυτό άλλωστε το αναγνωρίσαμε, το πρόβλημα συνίσταται στην παραμέριση του μεγαλύτερου εμπόδιου που συναντάει ο πολιτισμός, δηλαδή της ιδιοσυστασιακής επιθετικότητας του ανθρώπινου όντος εναντίον του άλλου: να γιατί είναι πιο ενδιαφέρουσα η πιο πρόσφατη εντολή του πολιτιστικού Υπέρ – Εγώ: “Αγάπα τον πλησιόν σου ως εαυτόν”.

ΣΙΓΚΜΟΥΝΤ ΦΡΟΫΝΤ
Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΠΗΓΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΙΝΑΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ – ΜΕΡΑΝΑΙΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΡΗ

Τετάρτη 21 Απριλίου 2010

Τα σταυροδρόμια - W. H. AUDEN

Οι φίλοι που αγαπήθηκαν εδώ έχουν φύγει,
καθένας με τα λάθη του. Ενας πηγαίνει
με ψέματα στη φήμη ή τον γκρεμνο,
άλλον ενός χωριού η πλήξη πνίγει,
ένα άδικο που μέσα του αργοπεθαίνει.
Και λούζει τη διασταύρωση ηλιοφώς λαμπρό.

Ετσι σ' όλα τα σταυροδρόμια: ποιός μπορεί να πει,
ω τόποι απόφασης κι αποχαιρετισμού,
η περιπέτεια σε ποιάν ατίμωση οδηγεί,
πως θα εξασφαλιστεί του φίλου η σωτηρία
που έχει ανάγκη από την προστασία
ενός δυσοίωνου προσανατολισμού;

Παγώνουν απ' το φόβο οι εποχές και τα τοπία.
Αλλά όπως λεν οι θρύλοι, δεν εσκέφτηκε κανείς
πως ο διαθέσιμος καιρός ήταν ανεπαρκής.
Γιατί κι οι πιο απαισιόδοξοι έχουνε πειστεί
πως σ' ένα χρόνο οι πλάνες τους θα 'χουνε ξεχαστεί.
Ποιών φίλων πιο πολύ καιρό θα 'παιρνε η προδοσία;
Η εξιλέωση ποιας χαράς; Κι όμως ποιος θα μπορέσει
να ολοκληρώσει έγκαιρα, χωρίς αργοπορία,
ταξίδι που δεν θα 'πρεπε καθόλου να διαρκέσει;

ΞΕΝΟΙ ΛΥΡΙΚΟΙ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Γ. ΝΙΚΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΤΑΜΟΣ

Τρίτη 20 Απριλίου 2010

Χωρίς ηλικία - Paul Eluard

Πλησιάζουμε

Μέσα στα δάση
Πάρε το δρόμο του πρωινού
Ανέβα τα σκαλιά της πάχνης

Πλησιάζουμε
Είναι η καρδιά της γης σφιγμένη

Να 'ρθει στον κόσμο μια μέρα ακόμη

Θα πλατύνει ο ουρανός
Είχαμε βαρεθεί
Να κατοικούμε στα ερείπια του ύπνου
Στη χαμηλή σκιά της ανάπαυσης
Της κούρασης και της εγκατάλειψης

Η γης θα ξαναπάρει τη μορφή των ζωντανών σωμάτων μας
Ο άνεμος θα μας υπομείνει
Ο ήλιος και η νύχτα θα περάσουν μες στα μάτια μας
Χωρίς ποτέ να τ' αλλάξουν

Το σίγουρο μας διάστημα ο αγνός μας αέρας φτάνει
Για να γεμίσει την αργοπορία που έσκαψε η συνήθεια
Ολοι μαζί θ' αράξουμε σε μια καινούργια μνήμη
Και θα μιλήσουμε μαζί μια ευαίσθητη λαλιά

Ω αδελφοί μου αντίμαχοι που κρατάτε στα μάτια
Τη νύχτα αναλυμένη και τη φρίκη της
Που να σας έχω αφήσει
Με τα βαριά σας χέρια μες στο λάδι το νωθρό
Μες στι παλιές σας πράξεις
Με τόση λίγη ελπίδα που κι ο θάνατος
Φαίνεται να 'χει δίκιο
Χαμένοι μου αδερφοί
Εγώ πηγαίνω προς τη ζωή έχω την όψη ανθρώπου
Για ν' αποδείξω πως ο κόσμος έγινε στ' ανάστημά μου

Και δεν είμαι μόνος
Χίλιες εικόνες από εμένα πληθαίνουν το φως μου
Χιλιες ματιές πανόμοιες ισοπεδώνουν τη σάρκα
Να το πουλί το παιδί κι οβράχος κι ο κάμπος
Σμίγουν μαζί μας
Γελά το χρυσάφι που έμεινε από την άβυσσο έξω
Γυμνό νερό γυμνή φωτιά για μια εποχή μονάχα
Εκλειψη δεν υπάρχει πια στο μέτωπο του κόσμου
*
Χέρια από τα χέρια μας αναγνωρισμένα
Χείλια με τα χείλια μας ενωμένα
Οι πρώτες ανθισμένες ζέστες
Παραστέκουνται το αίμα δροσερό
Το πρίσμα ανασαίνει μαζί μας
Εύφορη αυγή
Στην κορφή κάθε χόρτου βασίλισσα
Στην κορφή των μούσκλων στην αιχμή του χιονιού
Του κυμάτου της ταραγμένης άμμου
Της επίμονης παιδικής ζωής
Εξω από όλες τις σπηλιές μας
Εξω από τον εαυτό μας.

Μετάφραση Γιώργος Σεφέρης

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΑΙΜΠΡΙΤΖ – ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΔΟΞΙΑΔΗΣ

Ο προάγγελος της παραίτησης του Πέτρου Παπαχρήστου από την προσπάθεια να αποδείξει την Εικασία του Γκόλντμπαχ ήρθε σε ένα όνειρο που είδε στο Καίμπριτζ, κάποια νύχτα μετά το Νέο Ετος – ένας οιωνός του οποίου τη σημασία δεν αντιλήφθηκε στην αρχή.
Οπως πολλοί μαθηματικοί που ασχολούνται για πολύ καιρό με στοιχειώδη προβλήματα της Θεωρίας Αριθμών, ο Πέτρος είχε αποκτήσει την ικανότητα που αποκαλείται εύστοχα ως “φιλία με τους ακεραίους”, μια ιδιαίτερη γνώση για την ιδιοσυγκρασία, τα τερτίπια και τις ιδιομορφίες χιλιάδων συγκεκριμένων αριθμών. Για παράδειγμα”Ενας “φίλος των ακεραίων” αναγνωρίζει αμέσως τον 199 ή τον 457 ή τον 1.009 ως πρώτους αριθμούς. Ο 220 του φέρνει αμέσως στον νου τον 284, καθώς τους συνδέει μια παράξενη σχέση (το άθροισμα όλων των διαιρετών του ενός μας δίνει τον άλλο). Τον 256 τον διαβάζει αυτομάτως ως την 8η δύναμη του 2, και γνωρίζει καλά ότι ο επόμενός του ο 257, είναι αριθμός με μεγάλη ιστορική σημασία, καθώς εκφράζεται και ως (2^2)^2+1, και μια παλαιά υπόθεση ήθελε όλους τους αριθμούς της μορφής (2^2)^ν+1 να είναι πρώτοι.*
Ο πρώτος άνθρωπος, εκτός από τον εαυτό του, που είχε συναντήσει ο θείος μου με την ίδια ικανότητα (και μάλιστα στον πιο ακραίο βαθμό της) ήταν ο Σρινιβάσα Ραμάνατζαν. Ο Πέτρος το είχε διαπιστώσει στην πράξη πολλές φορές και μου διηγήθηκε και την ακόλουθη ιστορία:**
Μια μέρα του 1918, είχαν πάει με τον Χάρντυ να επισκεφτούν τον Ραμάνατζαν στο σανατόριο όπου νοσηλευόταν. Για να σπάσει τον πάγο, ο Χάρντυ ανέφερε ότι το ταξί που τους μετέφερε είχε αριθμό κυκολοφορίας 1.729, αριθμό που του φάνηκε “μάλλον βαρετός”. Ομως ο Ραμάνατζαν, αφού το σκέφτηκε μια στιγμή, διαφώνησε κατηγορηματικά:
Οχι, όχι, Χάρντυ! Είναι ένας αριθμός ιδιαίτερα ενδιαφέρων – για την ακρίβεια, είναι ο μικρότερος ακέραιος που μπορεί να εκφραστεί ως άθροισμα δύο κύβων με δύο διαφορετικούς τρόπους!”***
Στα χρόνια που ο Πέτρος ασχολήθηκε με τη στοιχειώδη προσέγγιση στην Εικασία, η φιλία του με τους ακέραιους εξελίχθηκε σε εξαιρετικό βαθμό. Οι αριθμοί είχαν πάψει πλέον να του φαίνονται άψυχες οντότητες και είχαν γίνει πλάσματα σχεδόν ζωντανά, με ξεχωριστή προσωπικότητα το καθένα. Μάλιστα, σε συνδυασμό με τη βεβαιότητα ότι “η λύση κάπου υπήρχε”, προσέθεταν δύναμη στο πείσμα του να συνεχίσει ακόμη και στους δυσκολότερους καιρούς. Δουλεύοντας με τους ακέραιους ένιωθε, όπως ο ίδιος είπε, ότι βρισκόταν “διαρκώς ανάμεσα σε πρόσωπα αγαπημένα”.
Η παράδοξη αυτή φιλία έφερνε στα όνειρά του συγκεκριμένους αριθμούς. Μέσα από το πλήθος των ανώνυμων, απροσδιόριστων ακεραίων που μέχρι τότε στοίχειωναν τις νύχτες του, άρχισαν να ξεπηδούν συγκεκριμένοι ηθοποιοί, συχνά πρωταγωνιστές. Ο 65, φερ' ειπείν, εμφανιζόταν για κάποιο λόγο ως χρηματιστής του Λονδίνου με σκληρό καπέλο και ομπρέλα, ο οποίος συνεχώς συνδιαλεγόταν με έναν από τους πρώτους διαιρέτες του, τον 13, ένα πλάσμα σαν ξωτικό, ευκίνητο και γρήγορο σαν τον άνεμο. Ο 333 ήταν ένας χοντρομπαλάς, που έκλεβε τις μπουκιές από τα αδέλφια του, τον 222 και τον 111, ενώ ο 8.191, αριθμός γνωστός με το όνομα “Πρώτος του Μερσεν”, είχε πάντοτε την εμφάνιση του παρισινού χαμινιού, με ένα τσιγάρο “Γκολουάζ” μονίμως κρεμασμένο στα χείλη του.
Κάποια από τα όνειρά του ήταν διασκεδαστικά και ευχάριστα, άλλα αδιάφορα και άλλα πάλι μονότονα και ενοχλητικά. Υπήρχε όμως και μια κατηγορία μαθηματικού ονείρου που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως εφιάλτης, αν όχι τόσο για τη φρίκη και την αγωνία, όσο για τη βαθιά, απύθμενη λύπη που ανάδινε. Εμφανίζονταν σ' αυτό συγκεκριμένοι ζυγοί αριθμοί, προσωποποιημένοι ως ζεύγη ομοζυγωτικών διδύμων. (Θυμηθείτε ότι ένας ζυγός αριθμός έχει πάντα τη μορφή 2κ ή κ+κ, είναι δηλαδή το άθροισμα δύο ίσων ακεραίων). Οι δίδυμοι τον κοιτούσαν επίμονα, ακίνητοι και ανέκφραστοι.
Στα μάτια τους όμως ήταν έκδηλη η ανείπωτη – αν και άφωνη – αγωνία, η αγωνία της απόγνωσης. Αν μπορούσαν να μιλήσουν, θα του έλεγαν: “Ελα πια! Σε ικετεύουμε! Βιάσου! Ελευθέρωσέ μας!”
Κάποια παραλλαγή από αυτά τα θλιβερά οράματα τον ξύπνησε αργά μια νύχτα του Γενάρη του 1933. Αυτό ήταν το όνειρο που ονόμασε αργότερα “τον προάγγελο της ήττας”.
Είδε στον ύπνο του το 2^100 (δύο στην εκατοστή, έναν αριθμό αδιάνοητα τεράστιο) ενσαρκωμένο ως δύο ομοζυγωτικά δίδυμα κορίτσια, με φακίδες και όμορφα μαύρα μάτια, που τον κοιτούσαν κατάματα.
Όμως τώρα δεν έβλεπε μόνο τη θλίψη μέσα στα μάτια τους, όπως στα προηγούμενα όνειρα με τους Ζυγούς, αλλά οργή, μίσος θα 'λεγες. Αφού τον κοίταξαν για πολλήν ώρα – η ένταση της ματιάς τους ήταν αρκετή για να χαρακτηριστεί το όνειρο εφιάλτης-, η μια από τις δίδυμες κούνησε ξαφνικά το κεφάλι της πέρα δώθε νευρικά. Ύστερα, στα χείλη της σχηματίστηκε ένα σκληρό χαμόγελο, λες και ήταν απατημένη ερωμένη.
Δεν θα μας φτάσεις ποτέ”, σφύριξε.
Εκεί ο Πέτρος, μούσκεμα στον ιδρώτα, πετάχτηκε από το κρεβάτι του. Τα λόγια της 2^99 (το ένα ήμισυ του 2^100) μπορούσαν να σημαίνουν μόνο ένα πράγμα: Δεν ήταν της μοίρας του να αποδείξει την Εικασία. Φυσικά, δεν ήταν καμία προληπτική γριούλα που θα πίστευε τυφλά σε οιωνούς. Παρ' όλ' αυτά, η αφάνταστη κούραση τόσων άκαρπων χρόνων είχε αρχίσει να παίρνει την εκδίκησή της. Τα νεύρα του δεν ήταν τόσο γερά όσο παλιότερα. Το όνειρο τον αναστάτωσε βαθιά.
Ανήμπορος να ξανακοιμηθεί, βγήκε να περπατήσει μέσα στο σκοτάδι και στην ομίχλη, προσπαθώντας να διώξει από το μυαλό του το φοβερό συναίσθημα.
Τα χαράματα, όπως περπατούσε πλάι στα παμπάλαια πέτρινα κτήρια, ξαφνικά άκουσε γρήγορα βήματα να τον πλησιάζουν. Για μια στιγμή πανικοβλήθηκε και γύρισε απότομα να κοιτάξει. Ένας νεαρός με αθλητική περιβοή ξεπρόβαλε τρέχοντας μέσα από την ομίχλη, τον χαιρέτισε με ένα νεύμα και εξαφνίστηκε, ενώ η ρυθμική ανάσα του αργόσβηνε στην απόλυτη σιωπή.
Αναστατωμένος ακόμη από τον εφιάλτη, ο Πέτρος δεν ήταν σίγουρος αν τον είδε στ' αλήθεια ή αν τον ονειρεύτηκε. Οταν όμως λίγους μήνες αργότερα ο ίδιος νεαρός τον επισκέφτηκε στο διαμέρισμά του στο τρίνιτυ, με τη μοιραία αποστολή του, αμέσως αναγνώρισε στο πρόσωπό του τον δρομέα που βγήκε από την ομίχλη. Και αφού έφυγε, συνειδητοποίησε ότι εκείνη η πρώτη, αυγινή συνάντησή τους είχε σηματοδοτήσει το σκοτεινό προοιώνισμα του ονείρου με τις 2^100, αγγελιοφόρου του μηνύματος της ήττας.

* Ο Φερμά ήταν ο πρώτος που είχε εκφράσει την υπόθεση, προφανώς γενικεύοντας την πανάρχαια παρατήρηση ότι αυτό ισχύει για τις πρώτες τέσσερις τιμές του ν, έτσι (2^2)^1+1=5, (2^2)^2+1=17, (2^2)^3+1=257, (2^2)^4+1=65.537 – όλοι τους πρώτοι. Ομως, παρατηρήθηκε αργότερα ότι, για ν=5, το (2^2)^ν+1 ισούται με 4.294.967.297, αριθμό σύνθετο, εφόσον διαιρείται από τους πρώτους 641 και 6.700.417. Οι εικασίες δεν βγαίνουν πάντοτε αληθινές!

** Ο Χάρντυ επίσης τη μνημονεύει στο έργο του “Απολογία ενός Μαθηματικού”, χωρίς δυστυχώς να αναφέρει την παρουσία και του θείου μου.

*** Πράγματι, 1.729=12^3+1^3=10^3+9^3, ιδιότητα που δεν ισχύει για κανέναν μικρότερο ακέραιο.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΔΟΞΙΑΔΗΣ
Ο ΘΕΙΟΣ ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΙ Η ΕΙΚΑΣΙΑ ΤΟΥ ΓΚΟΛΝΤΜΠΑΧ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Από τα τραγούδια του αποχωρισμού - ΡΙΧΑΚΟΥ ή ΟΜΑΚΙΤΣΟΥ (Κίνα 8ος αιώνας μ.Χ.)

Ανάλαφρη βροχή είναι στην ανάλαφρη σκόνη.
Οι ιτιές στην αυλή του πανδοχείου
θα γίνονται όλο και πιο πράσινες,
όμως εσείς, Κύριε, καλύτερα να πάρετε κρασί
πριν φύγετε,
γιατί δεν θάχετε φίλους κοντά σας
όταν φθάσετε στις πύλες του Γκο.

Μετάφραση Ηλία Κυζηράκου 
από τον Εζρα Πάουντ
Δωδώνη 1984

                -.-
Ψιλή βροχή στην ψιλή σκόνη
Οι ιτιές μες στην αυλή
θα πρασινίζουν όλο και πιο πράσινες,
Μα εσεις, Κύριε, πάρτε καλλίτερα κρασί μαζί σας,
Γιατί δεν θα 'χετε κει κάτω φίλους
Οταν φτάσετε στις πύλες του Γκο.

Μετάφραση Ζήσιμου Λορεντζάτου
από τον Εζρα Πάουντ
"Κατάη" 1979

Δευτέρα 19 Απριλίου 2010

Μοναχικοί ταξιδιώτες - Λασκαρης Χρίστος

Άνθρωποι που ταξιδεύουν μόνοι:
κατά κανόνα σιωπηλοί,
πιάνοντας θέση σε παράθυρο.
Δεν έχουνε αποσκευές,
δεν έχουνε κανέναν να τους περιμένει.
Συνέχεια κοιτάζουν έξω.
Αν κάποιος τους ρωτήσει που πηγαίνουνε,
μοιάζουν σα να 'ρχονται από μακριά.
σα να μην έχουν καταλάβει την ερώτηση.