Coincidentia Oppositorum

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2011

Οι Εξορκισμοί – Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης



Κυριακήν τινα Απριλίου, καθ' ην ώραν ο υψούμενος ήλιος απερρόφα την δρόσον εκ των φύλλων των δένδρων και αι χελιδόνες επέτων από στέγης εις στέγην κομιζουσαι τροφήν εις τους ψελλίζοντας νεοσσούς των, οίτινες ιστάμενοι εν ταις παρυφαίς των φωλεών ήνοιγον τα στόματα και εδείκνυον τας ερυθράς κλειτορίδας των φαρύγγων των, οι μοναχοί, φέροντες τα κουκούλια μέχρι των οφθαλμών καταβιβασμένα εξήρχοντο βραδέως εκ του μεγάλου ναού της εν Πάτμω ιεράς Μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου.
Τελευταίος δε εξήλθεν εκ του ναού γηραιός και κυρτός μοναχός, στηριζόμενος επί βακτηρίας, και διευθύνθη προς το κελλίον του. Έπιε θερμόν τι ποτόν, όπερ τω παρεσκεύασεν ο υποτακτικός του, και κατακλιθείς επί της πενιχράς στωμνής του ανεπαύετο.
Μόλις παρήλθον στιγμαί τινες, καθ' ας ο γέρων δεν είχεν αποκοιμηθή, και έτερος μοναχός ενεφανίσθη εις τον προ του κελλίου διάδρομον και έκρουσε την ετέραν των δύο διδύμων θυρών.
-Αδελφέ Σίμων! Έκραξε.
-Ευλόγησον, είπεν η φωνή του υποτακτικού.
-Κοιμάται ο γέροντάς σου;
-Αν δεν προσεύχεται, είπεν ο υποτακτικός ανοίγων την θύραν.
-Είναι ανάγκη να εξομολογήση μιαν αδελφήν.
-Ποίαν αδελφήν;
-Την αδελφήν Αγάπην.
Ο γέρων μοναχός, ακούσας έσωθεν την συνδιάλεξιν, ηγέρθη, ήλθεν εις την θύραν και ανέωξεν.
-Η αδελφή Αγάπη κινδυνεύει, αδελφέ Νεεμία; ηρώτησε.
-Δεν ηξεύρω, αλλά ζητεί να εξομολογηθή άνευ αναβολής.
-Έρχομαι ευθύς.
Και ρίψας επί των ώμων το ράσον του εξήλθε και ηκολούθησε τον αδελφόν Νεεμίαν.
Υπερέβησαν τον ουδόν της πύλης του Μοναστηρίου. Διήλθον παρά το σπήλαιον το σχιστόν εν σχήματι Σταυρού, ένθα, κατά την παράδοσιν, ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής συνέγραψεν εξ εμπνεύσεως το “Εν αρχή ην ο λόγος” και γενομένου του σεισμού εσχίσθη το σπήλαιον. Ανέβησαν δια βραχώδους και στενής ατραπού εις το όρος, ο μεν Νεεμίας ασθμαίνων με τους ισχυρούς του πνεύμονας, ο δε Αμμούν κύπτων υπό το βάρος της ηλικίας και του ύβου του και κρατών τα γόνατά με την μίαν χείρα, με την ετέραν δε την ράβδον του. Έφθασαν εις άντρον τι έχον κτιστήν είσοδον βλέπουσαν προς την θάλασσαν και προς το εν τη υπωρεία κέιμενον μοναστήριον.
Ο Νεεμίας ανέωξε την θύραν και εισελθόντος του Αμμούν έκλεισεν αυτή όπισθεν του μείνας αυτός έξω.
Πενιχρός θάλαμος έχων το χώμα ως δάπεδον και τον βράχον ως τοίχον ήτο το εντός του οικήματος τούτου. Κλίνη τις ήτο κατά την μιαν γωνίαν, εφ' ης κατέκειτο γυνή τις. Ο Αμμούν έλαβε το μόνον σκαμνίον, όπερ υπήρχε, και εκάθισε παρά την κλίνην.
-Τι έχεις, τέκνον Αγάπη; ηρώτησεν ο γηραιός μοναχός.
Η πάσχουσα γυνή ανέωξε τους οφθαλμούς και τον παρετήρησε με συμπαθές βλέμμα. Είχε κατάμαυρον τον χιτώνα και τα σκεπάσματα της κλίνης. Αλλ' εν μέσω του πενθίμου τούτου χρώματος ηκτινοβόλει πρόσωπον, όπερ πεισματωδώς επέμενε να είναι ωραίον.
Ήτο γυνή έως τριάκοντα και πέντε ετών. Ηδύνατο να είναι μόνον τριάκοντα. Η καλλονή της είχεν ωχρόν τι και ασθενικόν, όπερ διηγείτο βασάνους και μαρτύρια. Το μέτωπόν της ήτο, ως στεφάνη αγίου, ωχρόν και κυανόφλεβον περί τους κροτάφους. Το όμμα της αντέλαμπε μυστικάς ακτίνας και αυγάς όπτου (visionnaire). Δυσκόλως ηδύνατο να μαντεύση τις αν το σχήμα τούτο και το ήθος προήρχοντο εκ βασάνων βιοτικών ή εκ τύψεων συνειδήσεως. Η μέλαινα μανδήλα, ην εφόρει περί την κόμην, δεν ηδύνατο εντελώς να αποκρύψη τα χρυσόξανθα της μαλλία.
Υπάρχουσι γυναίκες καταφεύγουσι εις τα μοναστήρια εκ κόρου και υπάρχουσιν άλλαι εγκολπούμεναι τον μοναχικόν βίον εκ λιμού; Ίσως. Αλλ' εις ποτέραν τάξιν ανήκε αύτη;
-Θέλω να εξαγορευθώ, πάτερ μου, είπεν η γυνή.
-Πάσχεις;
-Τις ηξεύρει αν θα ζήσω; Επιθυμώ να μη έχω μυστικά εις τον τάφον.
-Θα πράξης καλώς, τέκνον μου. Τα μυστικά, άτινα κρύπτουσιν οι αμαρτωλοί κατά την εξομολόγησιν, τους τρώγουσι ζώντας, καθώς οι σκώληκες θα μας φάγωσι νεκρούς.
Η μοναχή ανεκάθισεν επί της κλίνης και δια του κινήματος τούτου έδειξε γυμνάς τας ωλένας της, περικαλλείς ως προς μοναχήν.
Εξέπεμψε βραχύν τινα και δυσδιάκριτον στεναγμόν, εστήριξεν επί της δεξιάς την κεφαλήν και ήρχισεν ως εξής με ηρεμαίαν φωνήν.
-Πολλάκις σοι διηγήθην τον βίον μου, πάτερ. Αλλ' η εξωτερική όψις των συμβάντων δεν είναι η αυτή προς την εσωτερικήν κατάστασιν της ψυχής, και όστις διηγείται τον βίον του και κάμνει μακρόν λόγον περί των παθημάτων αυτού ή και περί των αμαρτιών του, ψεύδεται, διότι περιαυτολογεί εξ ανάγκης. Εκείνο όπερ προς τύψιν μου δεν ετόλμησα ποτέ να σοι είπω και προς αίσχος μου θα σοι ομολογήσω τώρα δια πρώτην φοράν είναι τούτο. Αν και δια της βίας και του δόλου με απήγαγεν ο Βενετός ευπατρίδης εκ της οικίας του συζύγου μου, ουχ ήττον από της πρώτης ημέρας ευτύχημα ενόμισα το να συζώ με τον Βενετόν και να είμαι ερωμένη του. Διότι είχέ τι λίαν επιβάλλον και εωσφορικόν, όπερ με καθυπέταξε και ανέτρεψεν εντελώς την συνείδησίν μου. Ουδέποτε είχον αγαπήσει με νεανικόν πάθος τον σύζυγόν μου. Μοι εφαίνετο βαρύς και οχληρός, αν και αυτός με ηγάπα. Και ενώπιον του Θεού μάλλον ένοχος είμαι εγώ, ήτις ακολούθησα τον Βενετόν, ή ούτος, όστις με απήγαγε. Διότι αυτός με ήρπασεν ενδούς εις μέθην παροδικήν, εις πάθος βίαιον και τυραννικόν. Ενώ εγώ, οίμοι! Ηπάτων εμαυτήν και τους πάντας. Διότι υπεκρινόμην θλίψιν βαθείαν και η καρδία μου εν παραβύστω έχαιρε και εμεθύσκετο εξ αγαλλιάσεως ερωτικής.
-Σφάλμα βεβαίως είναι τούτο, κόρη μου, είπεν ο πνευματικός κοιτάζων αυτήν μετ' απορίας, αλλ' αρκεί ότι μετενόησες προ πολλού.
-Ουδέποτε μετενόησα ειλικρινώς, απήντησεν η μοναχή στενάζουσα. Αν εγκατέλιπον τον κόμητα, έπραξα τούτο εξ ερωτικού πείσματος και μανιώδους ζηλοτυπίας και ουχί εκ της επιθυμίας του να σώσω την ψυχήν μου.
-Δεν πειράζει, τέκνον μου. Αν δεν μετενόησες ήδη προ πολλού, μετανοείς τώρα βεβαίως.
-Δεν υπάρχει μετάνοια, πάτερ.
-Τι λέγεις; Βλασφημείς, ω γύναι.
-Δεν πιστεύω ότι υπάρχει μετάνοια αληθής, πάτερ, εκτός αν ονομάζεται ούτω η επιτήδευσις της μετανοίας και η υποκρισία.
Ο πατήρ Αμμούν εσηκώθη σπασμωδικώς εκ του σκαμνίου του, έκαμε το σημείον του σταυρού και περιήλθεν εις αμηχανίαν.
-Τότε διατί μ' επροσκάλεσες εδώ; είπεν. Εις τι χρησιμεύει ο ιατρός εις νόσον αθεράπευτον;
-Δια να εξομολογηθώ, πάτερ μου.
-Να εξομολογηθεής άνευ μετανοίας;
-Και να σας ζητήσω να με διδάξητε την μετάνοιαν, αν είναι δυνατόν.
-Αλλ' αύτη δεν είναι διδακτή, είναι αυθόρμητος, κόρη μου.
-Λοιπον σας λέγω ότι είναι αδύνατος.
--Έχεις το πονηρόν πνεύμα της βλασφημίας εντός του σώματός σου.
-Άκουσέ μου, πνευματικέ μου, προσεκτικώς, και συγχώρησον μιαν ασθενή γυναίκα. Νόμιζέ με ως μεθύουσαν και παραληρούσαν. Παραδέχομαι ότι έρχεται ενίοτε στιγμή τις, καθ' ην η ψυχή κατανύσσεται και κλαίει σιγανά ή και θρηνεί ραγδαίως ενώπιον του θεού, όστις είναι η υπερτάτη σκέψις κάθε διανοίας. Αλλ' η στιγμή αύτη παρέρχεται, ως παρέρχονται πάσαι αι στιγμαί, και μετ' αυτήν επανίσταται η σαρξ και ζητεί τα εαυτής. Λυπηθήτε με, πάτερ μου, και μη με καταδικάζετε. Υποφέρω από μακρού χρόνου επί της στρωμνής ταύτης του Άδου τα βασανιστήρια. Η καρδία μου είναι αιμοσταγής, η κεφαλή μου εσκοτισμένη. Συχνάκις καταβαίνει εις τα χείλη μου ασεβής λογισμός και αναβαίνει εναγής επιθυμία. Οι στεναγμοί μου τα δύο ταύτα μεταφράζουσιν εις την πυρίνην γλώσσαν του έρωτος και της απελπισίας. Η βλασφημία είναι φυσικόν προϊόν της δυστυχίας και ουχί της απιστίας. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει εις τον κόσμον γυνή μάλλον κολασμένη εμού. Ως κατάδικος δεμένος εις τον σκόλοπα, δι' ου μέλλει ένα εκτελεσθή η ποινή του, είναι και η ψυχή μου δεμένη εις τον έρωτα τούτον, όστις είναι η ποινή μου εις τον νυν αιώνα και εις τον μέλλοντα. Αγαπώ εκείνον, όστις κατέστρεψε την οικιακήν μου ευδαιμονίαν και κατεσπάραξε την καρδίαν του συζύγου μου, τον αγαπώ τοσούτον διαπύρως και τοσούτον εμμανώς, ώστε ο έρως ούτος είναι δαιμόνιον κατοικούν εις την σάρκαν μου, είναι λεγεών όλη δαιμόνων εξηπλωμένη, ως πολύπους με τους πλοκάμους του, εις τας φλέβας μου, εκμυζώσα το αίμα μου και απορροφώσα την πνοήν μου. Ουδέποτε μετενόησα δια το έγκλημά μου τούτο, πάτερ, ουδέ πιστεύω ότι είναι δυνατόν να μετανοήσω. Απορώ, πάτερ μου, πως ο θεός επιτρέπει να υπάρχη εν τη υπ' αυτού δημιουργηθείση φύσει αίσθημα ισχυρότερον της εις αυτόν πίστεως και θεός ανώτερος πάσης θείας παντοδυναμίας. Εις μάτην, πάτερ μου, εκτελώ παρατεταμένας νηστείας, εις μάτην κάμνω καθ' εκάστην χιλίας γονυκλισίας. Η σαρξ δεν δύναται να καταβληθή, ο έρως δεν δύναται να υποχωρήση. Τα μεν χείλη μου ψιθυρίζουσι μηχανικώς τας τυπικάς προσευχάς, ας παιδιόθεν απστήθισα, η δε καρδία μου αντηχεί το όνομα εκείνου...
Ο πατήρ Αμμούν ήκουε την ομιλίαν ταύτην ως να διετέλει εν εκστάσει και να είχε μετατεθεί εις άλλον κόσμον όλως ακατάληπτον. Τω εφαίνετο ότι αι έρημοι της θηβαΐδος, ας είχε κατά την νεότητά του χάριν προσκυνήσεως επισκεφθή, ήνοιγον τα μελαγχολικά άντρα των και ότι εξ αυτών εξήρχοντο μυρμηκιαί δαιμόνων ριπτόμεναι κατ' αυτού, όπως κατατρυπήσωσι τας σαρκας του. Η διάλεκτος αύτη ήτο άγνωστος εις αυτόν. Ποικίλοι συγκεχυμένοι και λαβυρινθώδεις λογισμοί διακλαδούντο εν τω πνεύματι αυτού. Εν πρώτοις, ήτον τούτο εξομολόγησις; Αλλ' αν ήτο, κατ' ουδέν ωμοίαζε προς τας συνήθεις εξομολογήσεις, όσας είχεν ακούσει καθ' άπασαν την μακράν τεσσαρακοστήν του επαγγέλματός του. Ή λοιπόν η της γυναικός ταύτης δεν ήτο εξομολόγησις ή αι των άλλων γυναικών δεν ήσαν τοιαύται.
Ήκουσα τας εξαγορεύσεις πολλών γυναικών εις την ζωήν μου, έλεγε καθ' εαυτόν ο πατήρ Αμμούν. Αλλά τι ομολογούσιν αύται; Την κακολογίαν, το ψεύδος, τας προς τους συζύγους των λογομαχίας, ενίοτε τον φθόνον, ουδέποτε την κλοπήν. Συχνότατα εξιστορούσι μετά στόμφου τας αρετάς των ή κακολογούσι την γειτόνισσαν και την φίλην, επί τη προφάσει ότι εξομολογούνται δήθεν. Ουδέποτε ομολογούσι τους πονηρούς λογισμούς της μοιχείας και την πράξιν αυτήν. Αναφέρουσι ότι έπιον ύδωρ προ του αντιδώρου, ότι συνωμίλησαν εν τη εκκλησία, ότι είχον τα συνήθιά τοω, και τα λοιπά. Ταύτα τα ομολογύσιν. Αλλά τις εξ αυτών έκαμέ ποτε τας φοβεράς και απιστεύτους ομολογίας της γυναικός ταύτης;
Ο πατήρ Αμμούν προέβη ούτω εις τας σκέψεις του, και διηπόρει αν και οι άνδρες έχουσι πολλώ πλείονα ειλικρίνειαν τιης των γυναικών εν τη εξομολγήσει. Έπειτα ηρώτα εαυτόν αν και αυτός ούτος ο Αββάς Αμμούν εξωμολογήθη ποτέ ειλικρινώς, αλλά μετ' αληθούς και ανυποκρίτου ειλικρινείας προς τον πνευματικόν αυτού πατέρα. Τέλος δε κατέληξεν εις το εν είδει ερωτήσεως συμπέρασμα. Εις τι χρησιμεύει η εξομολόγησις και διατί ούτος ο θεσμός;
Αλλά δεν ηδύνατο να είπη μεγαλοφώνως ταύτα προς την πνευματικήν του κόρην, διότι δια τούτου ήθελε καταντήσει να ανταλλάξη θέσιν και να γίνη αυτός ο εξομολογούμενος προς αυτήν.
Όθεν μη έχων άλλο προχειρότερον μέσον, ίνα στίξη δια τελείας την πνικτικήν ταύτην περίοδον του λόγου, κατέφυγεν εις εκείνο, ου εφείδετο εξ αρχής, και εκήρυξεν ότι η γυνή αύτη ηλαύνετο προφανώς και αυτοφώρως, ως και αυτή ωμολόγησεν, υπό του πονηρού δαίμονος.
-Δαιμόνιον, δαιμόνιον έχεις, δυστυχής, τη είπε. Καλά το είπες και μόνη σου. Ή μάλλον το δαιμόνιον είπεν εφ' εαυτού το όνομά του.
Και εγερθείς εξήγαγε τον ευχολόγιον εκ του κόλπου του και ήρχισε να αναγινώσκει υπέρ την κεφαλήν αυτής τους εξορκισμούς του Μεγάλου Βασιλείου. «Επιτιμά σοι Κύριος, διάβολε, του εξελθείν εκ του πλάσματος τούτου... Ναι, Κύριε, απέλασον απ' αυτής παν πονηρόν και ακάθαρτον πνεύμα εμφωλεύον αυτής τη καρδία. Πνεύμα πλάνης, πνεύμα υπερηφανίας, απιστίας, ακηδίας, ειδωλολατρείας, πνεύμα πορνείας, μοιχείας, λαγνείας, ασωτίας, ασελγείας και πάσης ακαθαρσίας»...
Τα επιβλητικά και μυστηριώδη ταύτα λόγια εβόμβουν ως ήχος προσβάλλων τα ώτα πυρέσσοντος εις τας ακοάς της Αγάπης. Ησθάνετο το «πονηρόν και ακάθαρτον πνεύμα» ασπαίρον και φρυάττον εντός της. Επεθύμει να διαμαρτυρηθή και δεν ηδύνατο. Άλλοτε μεν επεθύμει να ασπασθή την χείρα του γηραιού μοναχού, άλλοτε δε της ήρχετο να τον αρπάση εκ του γενείου και να τον αποβάλη εκ του κελλίου της. Ησθάνετο δύο δυνάμεις ελκούσας και ανθελκούσας αυτήν εις το κενόν, υπεράνω χασκούσης υπό τους πόδας της αβύσσου. Οτέ μεν έκλινε προς την άβυσσον, οτέ δε ελάμβανε πτήσιν και ανεφέρετο εις τον αιθέρα. Τότε θρησκεία, βίος, έρως, απάτη, αμαρτήματα, θλίψεις, όνειρα, τα πάντα παρίσταντο εις την φαντασίαν της, ως συγκεχυμένη και παμμιγής εικών. Έτεινε τας χείρας ίνα συλλάβη την οπτασίαν, αλλ' αυτή έφευγεν ως σκιά και εξηφανίζετο από των οφθαλμών της.
Ο ιερεύς εν τούτοις εξηκολούθησε την ανάγνωσιν των εξορκισμών. «Και ποίησον αυτήν αποτάξασθαι τω Σατανά και πάσι τοις αγγέλοις αυτού και πάση τη λατρεία αυτού και πάσι τοις έργοις αυτού... και μη υποκρυβήτω εν τη καρδία αυτής δαιμόνιον σκοτεινόν μηδέ κυριευσάτω αυτής»...
Η Αγάπη διερράγη εις κλαυθμούς. Ήρχισε να χύνη σφοδρούς καταρράκτας δακρύων. Ο ιερεύς την ώκτειρε και έπαυσε την ανάγνωσιν των εξορκισμών.
-Εξηκολούθει, πάτερ μου, είπεν η Αγάπη, απομάσσουσα τα δάκρυά της.
Ο Αμμούν επανέλαβεν. «Εξορκίζω σε κατά του θεού του καταλιπείν εύκαιρον τω Κυρίω το πλάσμα τούτο... πνεύμα σκότους, πνεύμα οργής και φθόνου και φόνου, πνεύμα επιθυμίας, πνεύμα αντιλογίας... εξελθέτω εκ της δούλης του θεού ταύτης»...
Τη αυτή στιγμή εκρούσθη δειλώς και μετά δισταγμού η θυρίς του κελλίου.
-Τις είναι; είπεν ο ιερεύς.
-Εγώ είμαι, άγιε πάτερ, απήντησεν η φωνή του αδελφού Νεεμίου.
-Τι θέλεις;
-Ζητούσι την αδελφήν Αγάπην.
-Ποίος;
-Δύο ξένοι, ανήρ και γυνή, φθάσαντες την στιγμήν ταύτην.
-Δεν ηξεύρεις ότι εκτελώ αγίαν υπηρεσίαν την στιγμήν αυτήν; Είναι τρόπος να διακόπτης την εξομολόγησιν;
-Το ήξευρα, πάτερ μου, και παρακαλώ να με συγχωρήση η πανοσιότης σας.
-Τότε διατί κτυπάς το παράθυρον;
-Επιμένουσιν οι ξένοι πολύ να εισέλθωσιν.
-Ας περιμένωσι.
-Εστενοχωρήθησαν να περιμένωσι τόσην ώραν.
-Είσαι ασεβής αδελφέ Νεεμία.
-Ας με συγχωρήση η πανοσιότης σας.
Εν τούτοις ακούσασα η Αγάπη ότι την ζητούσιν, αφυπνίσθη ως εξ εφιάλτου τινός και ησθάνθη ελπίδας και συγκινήσεις. Η καρδία της ήρχισε να πάλλεται τον αρμονικόν εκείνον παλμόν, τον ένθερμον και προξενούντα γλυκείαν ταραχήν, ον προ πολλού είχε λησμονήσει. Όθεν ενόμισε καλόν να επέμβη.
-Με συγχωρείτε, πάτερ μου, είπε προς τον Αββάν Αμμούν. Θα επανέλθητε πάλιν το ταχύτερον να μοι αναγνώσητε εκ νέου τους εξορκισμούς τούτους. Αλλά τις ηξεύρει, αφού με ζητούν, δυνατόν να είναι συγγενείς μου ή φίλοι μου, και ανυπομονούσιν, ανησυχούντες, ως φαίνεται, περί της υγείας μου. Επιτρέψατέ μοι να δεχθώ τους ξένους τούτους.
-Δεν αντιλέγω, κόρη μου, είπεν ο Αββάς, θέτων το ευχολόγιον εις τον κόλπον του και κάμνων απόλυσιν των εξορκισμών.
Και ήνοιξε την θύραν του κελλίου.


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΟΙ ΕΜΠΟΡΟΙ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ
ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΙΔΡΥΜΑ ΤΥΠΟΥ
(ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ)

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2011

Η ΘΕΟΥΡΓΙΑ ΣΤΗ ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ – ERIC ROBERTSON DODDS



Ο δημιουργός της  θεουργίας  ήταν μάγος και όχι Νεοπλατωνιστής. Και ο δημιουργός του Νεοπλατωνισμού δεν ήταν ούτε μάγος ούτε – όσο κι αν δεν αρέσει αυτό σε μερικούς σύγχρονους συγγραφείς – θεουργός. Ο Πλωτίνος ουδέποτε χαρακτηρίζεται από τους διαδόχους του ως θεουργός, ούτε κι ο ίδιος χρησιμοποιεί τον όρο θεουργία ή συνώνυμες λέξεις στα έργα του. Στην πραγματικότητα δεν έχουμε καμιά ένδειξη πως ο Πλωτίνος είχε ακούσει ποτέ για τον Ιουλιανό ή τους Χαλδαϊκούς Χρησμούς του. Είναι βέβαιο πως αν τους εγνώριζε θα τους είχε υποβάλει στην ίδια κριτική, όπως έκαμε με τις αποκαλύψεις «του Ζωροάστρη και του Ζωστριανού και του Νικοθέου και του Αλλογενούς και του Μέσου και άλλων παρομοίων», τις οποίες ανέλυε και εξέθετε στο σεμινάριό του. Άλλωστε στην έντονη υπεράσπιση της ελληνικής ορθολογικής παράδοσης που αναλαμβάνει το έργο του Κατά των Γνωστικών (Ενν. 2.9), ο Πλωτίνος αφήνει να φανεί καθαρά και η δυσαρέσκειά του για τέτοιου είδους μεγαλομανίες, δηλ. «τις ειδικές αποκαλύψεις», όπως  επίσης και ο ψόγος του για τους πολλούς, αι παρά τις μάγοις δυνάμεις θαυμάζουσι (14, I.203.32 Volkmann). Όχι, βέβαια, πως αρνείται την αποτελεσματικότητα της μαγείας (μπορούσε να την αρνηθεί ο άνθρωπος του 3ου αιώνα;). Όμως  δεν τον ενδιέφερε. Είδε σ’ αυτήν απλώς την εφαρμογή , για ταπεινούς προσωπικούς σκοπούς, «της αληθινής μαγείας που είναι το σύνολο της αγάπης και του μίσους στο σύμπαν», της μυστηριώδους και αξιολάτρευτης συμπάθειας που ενώνει τον κόσμο. Οι άνθρωποι εκπλήσσονται περισσότερο με την ανθρώπινη γοητεία παρά όσο με τη μαγεία της φύσης επειδή η πρώτη τους είναι λιγότερο οικεία.
Παρ’ όλα αυτά το άρθρο «Θεουργία», σ’ έναν πρόσφατο τόμο της εγκυκλοπαίδειας Pauly-Wissowa, αποκαλεί τον Πλωτίνο θεουργό και ο Eltrem έγραψε τελευταία ότι «από τον Πλωτίνο αναμφίβολα προέρχεται η θεουργία». Οι κύριοι λόγοι αυτής της θεωρίας φαίνεται ότι είναι (1) η φημολογούμενη αιγυπτιακή καταγωγή του Πλωτίνου και το γεγονός ότι σπούδασε στην Αλεξάνδρεια κοντά στον Αμμώνιο Σακκά. (2) η υποτιθέμενη βαθιά του γνώση της αιγυπτιακής θρησκείας. (3) η εμπειρία της μυστικής ένωσής του με το θεό (Πορφ. Β. Πλωτίνου 23) και (4) η ιστορία του Ισείου της Ρώμης (ο.π., 10), που παραθέτουμε και εξετάζουμε στο ΙΙΙ μέρος παρακάτω, σ. 181). Από τους συλλογισμούς αυτούς μόνο ο τελευταίος φαίνεται πως  έχει πράγματι κάποιο νόημα. Για την πρώτη άποψη είναι αρκετό να πούμε ότι το όνομα του Πλωτίνου είναι ρωμαϊκό, πως ο τρόπος που σκέπτεται και μιλεί είναι χαρακτηριστικά ελληνικός, και ότι από τα λίγα που ξέρουμε για τον Αμμώνιο Σακκά δεν υπάρχει τίποτε που να δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό του ως θεουργού. Όσον αφορά την γνωριμία του με την αιγυπτιακή θρησκεία, που εκτίθεται στις Εννεάδες δεν μπορώ να πω ότι ξεπερνά τις συνηθισμένες αναφορές σε πράγματα πολύ γνωστά: ο Πορφύριος έμαθε τόσα ή περισσότερα διαβάζοντας Χαιρήμονα. Και όσο για την μυστική ένωση του Πλωτίνου είναι πράγματι ολοφάνερο σε κάθε προσεκτικό αναγνώστη τέτοιων χωρίων, π.χ, Ενν. 1.2.9 ή 6.7.34, ότι δεν το πέτυχε αυτό με κάποια τελετουργία ή με προσευχή ή με εκτέλεση καθορισμένων ενεργειών, αλλά από μια εσωτερική πειθαρχία πνεύματος που δεν εμπλέκει κανένα στοιχείο καταναγκασμού ούτε και έχει κάποια σχέση με τη μαγεία. Απομένει η ιστορία στο Ισείο. Αυτό είναι θεουργία ή κάτι τέτοιο. Στηρίζεται, πάντως, μόνο σε σχολικές φλυαρίες (βλ. παρακάτω). Και στο κάτω κάτω μια επίσκεψη σε πνευματιστική συγκέντρωση δεν μεταμορφώνει κάποιον σε πνευματιστή, ιδιαίτερα αν πηγαίνει εκεί, όπως ο Πλωτίνος, με πρωτοβουλία κάποιου άλλου.
Ο Πλωτίνος είναι ο άνθρωπος που, καθώς  λέει οWilhlm Kroll, «ανελήφθη με μια ισχυρή πνευματική και ηθική προσπάθεια πάνω από την ομιχλώδη ατμόσφαιρα που τον περιέβαλλε». Ενόσω ζούσε, ανόρθωσε μαζί του και τους μαθητές του. Μετυά τον θάνατό του όμως η ομίχλη άρχισε ξανά να πυκνώνει, και ο μετέπειτα Νεοπλατωνισμός  είναι από πολλές απόψεις μια ανάκαμψη που οδηγεί σε έναν ατέρμονα συγκρητισμό, από τον οποίο ο Πλωτίνος είχε προσπαθήσει να ξεφύγει. Η σύγκρουση ανάμεσα στην προσωπική επίδραση του Πλωτίνου και στις δεισιδαιμονίες του καιρού του εμφανίζεται πολύ καθαρά στην αναποφάσιστη στάση του μαθητή του Πορφύριου – ενός έντιμου, μορφωμένου και αξιαγάπητου ανθρώπου, αλλά όχι συνεπούς ή δημιουργικού στοχαστή. Από ιδιοσυγκρασία βαθιά θρήσκος, παρουσιάζει μιαν αθεράπευτη αδυναμία προς τους χρησμούς. Πριν συναντήσει τον Πλωτίνο είχε ήδη δημοσιεύσει μια συλλογή με τον τίτλο Περί της εκ λογίων φιλοσοφίας. Μερικοί από τους χρησμούς αυτούς (λόγια) έχουν σχέση με τα μέντιουμς και φαίνονται καθαρά πως είναι ό,τι θα λέγαμε προϊόντα «πνευματιστικής συγκέντρωσης» (βλ. παρακάτω, μέρος V). Δεν υπάρχει όμως καμιά ένδειξη πως είχε αναφέρει τους Χαλδαϊκούς Χρησμούς (ή ότι είχε χρησιμοποιήσει τον όρο θεουργία) στο έργο του αυτό. Ίσως να ήταν ακόμη απληροφόρητος για την ύπαρξή τους όταν ετοίμασε την συλλογή του. Αργότερα όταν ο Πλωτίνος τον μαθαίνει την τέχνη να ερωτά, απευθύνει στον Αιγύπτιο Ανηβώ μια σειρά πολύ εξονυχιστικών και συχνά ειρωνικών ερωτημάτων πάνω στην δαιμονολογία και στον αποκρυφισμό και, ανάμεσα στα άλλα, αποδεικνύει πως είναι ανόητο να προσπαθούμε να δεσμεύσουμε τους θεούς με μαγικά. Μάλλον λοιπόν πολύ αργότερα, αφού πέθανε ο Πλωτίνος, ξέθαψε ο Πορφύριος τα Χαλδαϊκά Λόγια από την αφάνεια, που είχαν διαφυλαχθεί (όπως συμβαίνει με τέτοιου είδους βιβλία) περισσότερο από έναν αιώνα, έγραψε ένα υπομνηματισμό πάνω σ’ αυτά, και «τα μνημονεύει συνεχώς» στο έργο του Περί αποχής εμψύχων. Σε μετέπειτα έργα του διατυπώνει τη γνώμη πως οι θεουργικές τελετές μπορούν να καθαρίσουν την πμευματικήν ψυχήν και να την κάνουν «κατάλληλη να δέχεται τα πνεύματα και τους αγγέλους και να βλέπει τους θεούς». Προειδοποιεί όμως τους αναγνώστες του πως η τεχνική αυτή είναι επικίνδυνη και μπορεί να προκαλέσει καλό ή κακό, αμφιβάλλει μάλιστα ότι μπορεί πράγματι να επιτύχει την επιστροφή της ψυχής στο θεό, ή ό,τι αποτελεί έναν απαραίτητο παράγοντα γι’ αυτό. Στην ουσία εξακολουθούσε να έχει δοσμένη την καρδιά του στον Πλωτίνο. Είχε όμως κάνει μιαν επικίνδυνη παραχώρηση στην αντίθετη σχολή.
Η απάντηση της σχολής αυτής βρίσκεται στον υπομνηματισμό που κάνει ο Ιάμβλιχος στα Χαλδαϊκά Λόγια και  στη σωζώμενη διατριβή του Περί μυστηρίων. Το Περί μυστηρίων αποτελεί ένα μανιφέστο του Άλογου, μια διαβεβαίωση πως ο δρόμος της σωτηρίας δεν βρίσκεται στον ορθό λόγο αλλά στις τελετουργικές λατρείες. «Δεν είναι η νόηση (έννοια) που ενώνει τους θεουργούς με τους θεούς. Επειδή, τι θα εμπόδιζε τους θεωρητικούς φιλόσοφους να επιτύχουν θεουργική ένωση μαζί του; Αυτό όμως δεν έγινε ποτέ. Η θεουργική ένωση επιτυγχάνεται μόνο με την ενέργεια (τελεσιουργία) των άρρητων έργων, τελουμένων με τον αρμόδιο τρόπο, έργων που είναι πέρα από κάθε νόηση, και με τη δύναμη των άφθεγκτων συμβόλων που μόνο οι θεοί τα εννοούν... Ακόμη και δίχως εμείς να τα εννοούμε τα συνθήματα αυτά εκτελούν από μόνα τους το δικό τους έργο». (Περί μυστ. 96.13 Parthey). Στα απογοητευμένα πνεύματα των παγανιστών του τέταρτου αιώνα ένα τέτοιο μήνυμα προσέφερε γοητευτική παρηγοριά. Οι «θεωρητικοί φιλόσοφοι» συζητούσαν τώρα και εννέα αιώνες, αλλά τι βγήκε από αυτό; Μονάχα η φανερή κατάπτωση του πολιτισμού και η αθόρυβη αύξηση εκείνης της χριστιανικής αθεότητας που ροφούσε τόσο φανερά το αίμα του Ελληνισμού. Όπως η λαϊκή μαγεία αποτελεί συνήθως το τελευταίο καταφύγιο όσων απελπίζονται προσωπικά, όσων οι ελπίδες έχουν διαψευσθεί από το θεό και τους ανθρώπους, με τον ίδιο τρόπο η θεουργία έγινε το καταφύγιο της απελπισμένης διανόησης που ήδη αισθανόταν τη μαγεία της αβύσσου.
Παρ’ όλα αυτά φαίνεται πως η θεουργία, ακόμη και μια γενιά μετά των Ιάμβλιχο, δεν είχε γίνει εντελώς δεκτή στη Νεοπλατωνική σχολή. Ο Ευνάπιος σ’ ένα κατατοπιστικό χωρίο (Βίος Σοφιστών 474κκ. Boissonade) μας  αναφέρει πως ο Ευσέβιος από τη Μύνδο της Καρίας, μαθητής του Αιδεσίου, που ήταν μαθητής του Ιάμβλιχου, διεκήρυττε στις παραδόσεις του πως η μαγεία είναι δουλειά «ανισόρροπων ανθρώπων που μελετούν με τρόπο ανορθόδοξο ορισμένες δυνάμεις της ύλης», και προειδοποιεί τον μέλλοντα αυτοκράτορα Ιουλιανό να προσέχει τον θεουργό Μάξιμο, τον θεατρικόν εκείνον θαυματοποιόν. Καταλήγει μάλιστα, με τρόπο που θυμίζει Πλωτίνο: συ δε τούτων μηδέν θαυμάσης, ώσπερ ουδέ εγώ, την δια λόγου κάθαρσιν μέγα τι χρήμα υπολαμβάνων. Σ’ αυτόν ο Ιουλιανός απάντησε: «Ασχολήσου με τα βιβλία σου: μου έδειξες αυτό που ήθελα» - και κατέφυγε στον Μάξιμο. Ύστερα από λίγο συναντούμε τον νεαρό Ιουλιανό να παρακαλεί τον φίλο του Πρίσκο να του εξασφαλίσει ένα αντίτυπο των σχολίων που ο Ιάμβλιχος έκανε πάνω στον συνώνυμό του, τον Ιουλιανό τον θεουργό. Επειδή, λέει, «είμαι σφοδρός εραστής της φιλοσοφίας του Ιάμβλιχου και της θεοσοφίας [θεοσοφία = θεουργία] του συνωνύμου μου και νομίζω πως οι άλλοι όλοι δεν αξίζουν τίποτε».
Αυτό το πατρονάρισμα του Ιουλιανού συνετέλεσε ώστε η θεουργία να γίνει προσωρινά της μόδας. Όταν ως αυτοκράτορας ανέλαβε να μεταρρυθμίσει τον παγανιστικό κλήρο, ο θεουργός Χρυσάνθιος βρέθηκεε αρχιερεύς της Λυδίας. Ο Μάξιμος πάλι, ως θεουργικός σύμβουλος στην αυλή του αυτοκράτορα, έγινε  μια ισχυρή και γεμάτη επιρροή γκρίζα εξοχότης, επειδή υπέρ των παρόντων επί τους θεούς άπαντα ανέφερον (Ευνάπιος, σ. 477, Boissonade. πρβ. Αμμ. Μαρκελλίνος 22.7.3 και 25.4.17). Όμως ο Μάξιμος πλήρωσε γι’ αυτό στην χριστιανική μεταρρύθμιση, όταν τιμωρήθηκε με πρόστιμο, βασανίστηκε και τελικά το 371 εκτελέστηκε με την κατηγορία της συνομωσίας κατά των Αυτοκρατόρων (Ευναπ., σ. 478, Αμμ. Μαρκ. 29.1.42, Ζωσιμος 4.15). Ένα διάστημα μετά το επεισόδιο αυτό οι θεουργοί κατάλαβαν πως είναι φρόνιμο να μείνουν αφανείς. Η παράδοση όμως της τέχνης τους περνούσε αθόρυβα σε μερικές οικογένειες. Έτσι τον 5ο αιώνα τη δίδασκαν ξανά και την ακσούσαν οι Αθηναίοι Νεοπλατωνικοί: ο Πρόκλος όχι μόνο συνέθεσε ένα έργο Περί αγωγής και έναν επιπλέον υπομνηματισμό πάνω στους Χαλδαϊκούς Χρησμούς, αλλά είχε τη χαρά να απολαμβάνει προσωπικά οράματα (αυτοαπτουμένοις) των λαμπρών φαντασμάτων της Εκάτης, και υπήρξε, όπως και ο ιδρυτής της λατρείας αυτής, μεγάλος βροχοποιός. Μετά τον Ιουστινιανό η θεουργία μπήκε πάλι στην παρανομία, αλλά δεν έσβησε εντελώς. Ο Ψελλός περιγράφει μια θεαγωγία που διηύθυνε ένας αρχιεπίσκοπος ακολουθώντας την παγανιστική θεουργία (τοις Χαλδαίων λόγοις επόμενος), που, όπως διαβεβαιώνει, έγινε στο Βυζάντιο τον ενδέκατο αιώνα. Ο υπομνηματισμός του Πρόκλου στους Χρησμούς ήταν γνωστός ακόμη, άμεσα ή έμμεσα, στον Νικηφόρο Γρηγορά τον δέκατο τέταρτο αιώνα.



ERIC ROBERTSON DODDS
ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΛΟΓΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΩΡΓΗΣ ΓΙΑΤΡΟΜΑΝΩΛΑΚΗΣ
ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ – Α. ΚΑΡΔΑΜΙΤΣΑ

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2011

Ο ΚΑΘΟΡΙΣΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ – DION FORTUNE



Δεν θέλουμε να τηρούμε απέναντι στον θάνατο τη μοιρολατρική στάση του Μωαμεθανού, όσο κι αν θαυμάζουμε το θάρρος του, αλλά ούτε και τη στάση της πανικόβλητης προσκόλλησης στη ζωή πολλών αποκαλουμένων Χριστιανών. Όποιος ξέρει λίγα πράγματα από αστρολογία, γνωρίζει ότι μπορεί να προβλέψει με αρκετή ακρίβεια το χρόνο που είναι πιθανό να έρθει ο θάνατος. Όποιος, όμως, έχει εξασκήσει και πραχτικά αυτή την τέχνη, γνωρίζει επίσης ότι η πιθανότητα δεν είναι βεβαιότητα. Υπεισέρχονται πολλοί παράγοντες στο ωροσκόπιο και πρέπει να ληφθούν πολλά υπόψη στην πρόγνωση. Στο κάτω-κάτω, το συμπέρασμα δεν βγαίνει από μια αριθμητική πρόσθεση που δεν μπορεί παρά να έχει ένα και μοναδικό άθροισμα. Η γνώμη του αστρολόγου σχετικά με το τελικό αποτέλεσμα πηγάζει από το συσχετισμό ενός απροσδιόριστου αριθμού αντίρροπων παραγόντων. Η αστρολογία είναι περισσότερο τέχνη παρά επιστήμη και ο προσωπικός παράγοντας (τόσο του αστρολόγου όσο και του ενδιαφερόμενου) παίζει πολύ σημαντικό ρόλο.
Κανένας, πάντως δεν μπορεί να αρνηθεί ότι σε κάθε ωροσκόπιο υπάρχουν «παλίρροιες θανάτου», παλίρροιες στις οποίες η ψυχή μπορεί εύκολα να ξεγλιστρήσει από το λιμάνι της φυσικής ζωής προς το Μεγάλο Υπερπέραν. Τότε χαλαρώνουν οι δεσμοί της με το φυσικό σώμα και αν σημειωθεί κάποια ξαφνική ένταση μπορεί να σπάσουν. Από την άλλη πλευρά, μπορεί να παρεμβληθεί κάποια επανορθωτική και αντισταθμιστική δύναμη. Η πίστη ή η δύναμη της θέλησης του ίδιου του ατόμου, ή κάποιου στενού του φίλου ή συγγενή, μπορεί να είναι αρκετή για να συγκρατήσει την ψυχή μέσα στο σώμα μέρχρι να περάσει η παλίρροια και να ισχυροποιηθεί πάλι αυτόματα ο δεσμός της ζωής. Σε μια τέτοια περίπτωση μπορούμε να πούμε κυριολεκτικά ότι δίνεται παράταση ζωής και δεν υπάρχει πιθανότητα θανάτου μέχρις ότου οι πλανήτες βρεθούν πάλι σε κάποια μοιραία θέση. Μαθαίνουμε πολλά πράγματα με την πρόοδο* του ωροσκοπίου και βλέπουμε ποιες θέσεις είχαν οι πλανήτες σε περιόδους κρίσης. Έτσι ανακαλύπτουμε ότι στη ζωή του ατόμου υπήρξαν περισσότερες φορές από μία που ο Άγγελος του θανάτου πλησίασε πολύ κοντά, αλλά τελικά προσπέρασε. Αυτό που είχε συμβεί κάποτε μπορεί να συμβεί ξανά, και το να συμπεραίνουμε με βεβαιότητα την ημερομηνία του θανάτου είναι εξίσου ανόητο με το να μετράμε κοτόπουλα προτού αυτά καν εκκολαφθούν.
Ένα πράγμα είναι σίγουρο: αν η ζωή ταλαντεύεται στη ζυγαριά, το άτομο που έχει πληροφορηθεί από αστρολόγο την πρόβλεψη του θανάτου του, θα επηρεαστεί πολύ και η «προφητεία» θα φέρει τόσο ισχυρή απογοήτευση, ώστε η ζυγαριά μπορεί τελικά να γείρει σε βάρος της ζωής. Κατά τη γνώμη μου, όσο ξεξάθαρα κι αν διαφαίνεται ο θάνατος σε κάποιο ωροσκόπιο, κανένας αστρολόγος δεν πρέπει να αρκείται σε μια προειδοποίηση ότι η τάδε περίοδος πρόκειται να είναι κρίσιμη για την υγεία του ενδιαφερομένου. Έτσι το άτομο προσέχει, χωρίς να υπόκειται σε παραλυτική αυθυποβολή.
Μπορούμε να υποθέσουμε, λοιπόν, ότι υπάρχουν περίοδοι κατά τις οποίες η ψυχή έχει την προδιάθεση να φύγει, αλλά η προδιάθεση δεν είναι αναπόφευκτο να εκδηλωθεί στην πράξη. Αυτές οι περίοδοι θα είναι οπωσδήποτε στιγμές αγωνίας, αλλά δεν χρειάζεται να υιοθετούμε κάποια μοιρολατρική στάση και να ξαπλώνουμε περιμένοντας να πεθάνουμε μόνο και μόνο επειδή οι πλανήτες βρίσκονται σε εχθρικη θέση. Ο Άρης ίσως να έχει κάτι να πει στον Κρόνο και να το πει αποτελεσματικά.
Όταν ο θάνατος έρχεται πριν από την ηλικία των εβδομήντα, είναι ατυχία, δεδομένου ότι σε κάθε ενσάρκωση πρέπει να περάσει μια μεγάλη περίοδος προετοιμασίας προτού έρθει η πλήρης ωρίμανση των λειτουργιών και αρχίσουμε να θερίζουμε αυτά που σπείραμε. Είναι οπωσδήποτε κοπιαστικό να πρέπει να περάσεις ξανά άλλη μια περίοδο νηπιακής, παιδικής και εφηβικής ηλικίας για να φτάσεις πάλι στο ίδιο χρονικό σημείο. Αυτή η ατυχία δεν είναι όμως τραγωδία, αν τη θεωρήσουμε γενικότερα, σε σύγκριση με το σύνολο της εξελισσόμενης ζωής. Γι' αυτό, θα πρέπει να αντιστεκόμαστε με όλες μας τις δυνάμεις στον πρόωρο θάνατο. Και πάλι, όμως, αν δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο έργο που έχουμε αφήσει μισοτελειωμένο, θα ήταν σοφή πράξη να ξοφλήσουμε το γραμμάτιό μας και να αφήσουμε, γαλήνιοι, την παλίρροια να μας παρασύρει, με τη βεβαιότητα ότι η ζωή συνεχίζεται με τον «Χριστό εν Θεώ». Είναι καλύτερα να συνεχίσουμε αργότερα με κάποιο άλλο σώμα, παρά να μείνουμε προσκολλημένοι σ' αυτό που έχει φθαρεί και που γρήγορα θα είναι ακατοίκητο. Σαν φτάνει η ώρα μας, είναι καλό να λέμε: «Κύριε επέτρεψε στο δούλο σου να αναχωρήσει ειρηνικά».
Αυτό δε σημαίνει βέβαια, ότι πρέπει να αρνούμαστε τις συνηθισμένες προφυλάξεις και τις ιατρικές φροντίδες, γιατί είναι καθήκον μας να εκπληρώνουμε τους νόμους της Φύσης, όσο βρισκόμαστε κάτω από την δικαιοδοσία τους. Σημαίνει απλά ότι χρειάζεται να κρατάμε μια ορισμένη νοητική στάση. Μπορούμε να πολεμήσουμε το θάνατο άγρια μέχρι τέλους, κρατώντας ενωμένη την ψυχή και το σώμα με τη δύναμη της εστιασμένης θέλησής μας. Ή μπορούμε να στρέψουμε τις σκέψεις μας προς την άλλη όχθη και να αρχίσουμε να την πλησιάζουμε. Αν ο θάνατος έρθει και μας βρει πριν από τα εβδομήντα χρόνια μας, έχουμε χρέος να τον πολεμήσουμε με κάθε μέσο, υλικό και πνευματικό. Μετά από αυτή την ηλικία, όμως εκτός κι αν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος για το αντίθετο (όπως ανεκπλήρωτες υποχρεώσεις ή ένα έργο ημιτελές) είναι καλύτερα να αφήνουμε τον εαυτό μας στα χέρια του Θεού, γιατί Αυτός δεν πρόκειται να ανακαλέσει κοντά Του τον υπηρέτη Του, παρά μόνο άμα η ψυχή του ανθρώπου έχει εκπληρώσει το έργο της και έχει έρθει η ώρα της.
Ο πνευματικός νόμος και το Κάρμα δεν είναι συνώνυμα. Το Κάρμα προκαλεί τον πρόωρο θάνατο του σώματος, αλλά ο πνευματικός νόμος αποσύρει την ψυχή από το σώμα σαν ωριμάσουν οι συνθήκες και σημάνει ο καιρός. Οι πνευματικές δυνάμεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αντιδράσουν σε ένα κακό κάρμα, όμως δεν υπάρχει τίποτα που θα μπορούσε, ή θα έπρεπε, να αντιταχθεί στον πνευματικό νόμο. Εξάλλου, το μεγαλύτερο όφελος που μπορούμε να έχουμε, είναι να εκπληρώνουμε το νόμο αυτό, ό,τι κι αν ορίζει.
Πρέπει να πάψουμε να βλέπουμε το θάνατο σαν τη μεγαλύτερη τραγωδία. Υπάρχουν περιπτώσεις που αυτός αποτελεί πραγματικά μεγάλη ατυχία για την ψυχή που φεύγει και γι' αυτούς που μένουν πίσω. Από την άλλη, όμως, αποτελεί συνάμα ένα επόμενο στάδιο της ζωής! Μονάχα ο άνθρωπος που είναι βουτηγμένος στην ύλη αποκαλεί τον Άγγελο του Θανάτου «Μεγάλο Εχθρό». Το εσωτερικό του όνομα είναι «Εκείνος που Ανοίγει τις Πύλες της Ζωής».




__________
Σ.τ.εκ. Με την κατάστρωση του χάρτη προόδου διαπιστώνουμε τις νέες θέσεις των πλανητών σε διάφορες χρονικές στιγμές, σε σχέση με το γενέθλιο ωροσκόπιο.


DION FORTUNE
ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΥΛΕΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΟΛΓΑ ΜΑΥΡΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ

ANNABELLE LEE - Edgar Allan Poe


It was many and many a year ago, 
In a kingdom by the sea,
That a maiden there lived whom you may know
By the name of Annabel Lee;
And this maiden she lived with no other thought
Than to love and be loved by me.
I was a child and she was a child,
In this kingdom by the sea;
But we loved with a love that was more than love -
I and my Annabel Lee;
With a love that the winged seraphs of heaven
Coveted her and me.
And this was the reason that, long ago,
In this kingdom by the sea,
A wind blew out of a cloud, chilling
My beautiful Annabel Lee;
So that her highborn kinsman came
And bore her away from me,
To shut her up in a sepulcher
In this kingdom by the sea.
The angels, not half so happy in heaven,
Went envying her and me
Yes! that was the reason
(as all men know, In this kingdom by the sea)
That the wind came out of the cloud by night,
Chilling and killing my Annabel Lee.
But our love was stronger by far than the love
Of those who were older than we
Of many far wiser than we
And neither the angels in heaven above,
Nor the demons down under the sea,
Can ever dissever my soul from the soul
Of the beautiful Annabel Lee.
For the moon never beams without bringing me dreams
Of the beautiful Annabel Lee;
And the stars never rise but I feel the bright eyes
Of the beautiful Annabel Lee;
And so, all the night-tide, I lie down by the side
Of my darling, my darling, my life and my bride,
In the sepulcher there by the sea,
In her tomb by the sounding sea.

'Αναμπελ Λη


Χρόνια πολλά περάσαν από τότε,
       σ' ένα βασίλειο δίπλα στο γιαλό,
που κάποια κόρη ζούσε, τ' όνομά της
       'Αναμπελ Λη, θα το 'χετ' ακουστό.
Κι η κόρη αυτή μονάχην είχε σκέψη
       να μ' αγαπά και να την αγαπώ.

Ήμαστ' ακόμα δυο μικρά παιδάκια,
       σ' ένα βασίλειο δίπλα στο γιαλό:
Μα ήταν τρανή η αγάπη που αγαπιόμαστε-
       η 'Αναμπελ Λη κι εγώ. Στον ουρανό
τα φτερωμένα Σεραφείμ, που μας ζηλεύανε,
       μας κοίταζαν με μάτι φθονερό.

Κι ήταν γι' αυτό -περάσανε πια χρόνια-
       που στο βασίλειο δίπλα στο γιαλό,
κατέβηκε απ' τα νέφη στην ωραία μου
       'Αναμπελ Λη, ψυχρό, θανατερό
τ' αγέρι κι οι μεγάλοι συγγενήδες της
       τη πήραν και μ' αφήσαν μοναχό,
σ' ένα μνημούρι μέσα να τη κλείσουνε
       στη χώρα τούτη δίπλα στο γιαλό.

Οι άγγελοι που δεν είχαν τη δική μας
       την ευτυχία, ζηλέψαν και γι' αυτό-
Ναι! Και γι' αυτό (καθώς το ξέρουν όλοι
       μες στο βασίλειο δίπλα στο γιαλό),
Τ' αγέρι από τα νέφη κάποια νύχτα
       κατέβηκε ψυχρό, θανατερό
και μ' άρπαξε τον ώριο θησαυρό.

Κι από των πιο σοφών και πιο μεγάλων
       η αγάπη μας τρανότερη πολύ-
κι ούτ' οι αγγέλοι πάνω στα ουράνια
       κι ουτ' οι δαιμόνοι κάτω απ' το βαθύ
Ωκεανό μπορούνε τη ψυχή μου
       να τη χωρίσουν διόλου απ' τη ψυχή
της ωραίας μου 'Αναμπελ Λη.

Γιατί ποτέ δε βγαίνει το φεγγάρι
       χωρίς ονείρατα γλυκά να μου κρατεί
της ωραίας μου 'Αναμπελ Λη.
       Και πάντα, όταν προβάλλουνε τ' αστέρια,
νιώθω και πάλι τη ματιά τη λαμπερή
       της ωραίας μου 'Αναμπελ Λη.
Κι όλη τη νύχτα δίπλα μου τη νιώθω,
       συντρόφισσα μου, αγάπη μου ακριβή
μέσα στον τάφο δίπλα στην ακτή
       που του πελάου το κύμα αντιλαλεί.

Μετάφραση: Κ. Παπαδάκης 

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011

ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΑΡΧΙΖΕΙ ΑΠΟ 'ΛΑΜΔΑ' - Dino Buzzati



Φτάνοντας στο χωριό Σίστο και σταματώντας στο γνωστό πανδοχείο, όπου συνήθιζε να μένει δυο-τρεις φορές τοχρόνο ο ξυλέμπορος Κριστόφορο Σκρόντερ, τράβηξε κατευθείαν για το κρεβάτι του, επειδή δεν ένιωθε και τόσο καλά. Κατόπιν έστειλε να φωνάξουν το γιατρό Λουγκόζι, που ήταν γνωστός του εδώ και χρόνια. Αφού τον εξέτασε, ο γιατρός έδειξε κάπως σαστισμένος. Βγάζοντας το συμπέρασμα πως πρέπει να υπάρχει κάτι σοβαρό, του πήρε λίγα ούρα σ' ένα μπουκαλάκι για να κάνει την ανάλυση και υποσχέθηκε να ξαναγυρίσει την ίδια μέρα.
Το άλλο πρωί ο Σκρόντερ αιστάνθηκε πολύ καλύτερα τόσο που θέλησε να σηκωθεί χωρίς να περιμένει το γιατρό. Με ανεβασμένα τα μανίκια του πουκαμίσου του ξυριζότανε όταν χτύπησε η πόρτα. Ήταν o γιατρός. Ο Σκρόντερ τον κάλεσε να περάσει.
« Νιώθω περίφημα σήμερα» είπε ο έμπορας δίχως καν να γυρίσει, συνεχίζοντας το ξύρισμα μπροστά στον καθρέφτη. «Ευχαριστώ πολύ για την επίσκεψη, αλλά τώρα μπορείτε να πηγαίνετε».
«Τι βιασύνη, τι βιασύνη!» έκανε ο γιατρός, και αμέσως μετά ξερόβηξε εκφράζοντας έτσι κάποια αμηχανία του. «Βρίσκομαι εδώ σήμερα σα φίλος».
Ο Σκρόντερ γύρισε απότομα και είδε στο κεφαλόσκαλο, δίπλα στο γιατρό, κάποιον άντρα γύρω στα σαράντα, γεροδεμένο, με πρόσωπο κάπως κοκκινωπό και αρκετά αυθάδικο να χαμογελάει με σημασία. Ο έμπορας, άνθρωπος γεμάτος αυτοπεποίθηση και μαθημένος να κάνει κουμάντο κοίταξε ερωτηματικά το γιατρό, φανερά ενοχλημένος. «Ένας φίλος μου» εξήγησε ο Λουγκόζι. «Ο Ντον Βαλέριο Μελίτο. Αργότερα πρέπει να επισκεφτούμε μαζί κάποιον ασθενή, κι έτσι του ζήτησα να με συνοδεύσει».
«Δούλος σας» έκανε ψυχρά ο Σκρόντερ. «Καθίστε, καθίστε».
«Έτσι λοιπόν» πρόσθεσε αμέσως ο γιατρός, σαν να 'θελε να δικαιολογηθεί «σήμερα, καθώς φαίνεται, δεν υπάρχει λόγος για επίσκεψη. Όλα καλά, με τα ούρα. Moνάχα που πρέπει να σας κάνω μια μικρή αφαίμαξη.»
«Μια αφαίμαξη; Και για ποιο λόγο;»
«Θα σας κάνει καλό» εξήγησε ο γιατρός. «Θα νιώσετε άλλος άνθρωπος, μετά. Πάντα κάνει καλό σε ιδιοσυγκρασίες όπως η δικιά σας. Και ύστερα είναι υπόθεση μονάχα δυο λεπτών.»
Λέγοντας αυτά τράβηξε απ' το πανωφόρι του ένα γυάλινο βάζο με τρεις βδέλες. Το έβαλε στο τραπέζι και πρόσθεσε: «Θα τοποθετήσετε μια σε κάθε καρπό. Φτάνει να τις κρατήσετε ακίνητες και θα προσκολληθούν αμέσως. Σας παρακαλώ να το κάνετε μόνος σας. Τι πρέπει να σας πω; Πως είκοσι χρόνια τώρα που είμαι γιατρός, δεν κατόρθωσα ποτέ μου να κρατήσω μια βδέλα;»
«Δώστε μου εδώ» έκανε ο Σκρόντερ με κείνο το ερεθιστικό αφυψηλού ύφος του. Πήρε το βάζο, κάθισε στο κρεβάτι και τοποθέτησε τους καρπούς τις δυο βδέλες, με τέτοια άνεση, λες και δεν έκανε άλλη δουλειά στη ζωή του.
Στο μεταξύ ο παράξενος επισκέπτης, δίχως να βγάλει το φαρδύ πανωφόρι, έβαλε το καπέλο του πάνω στο τραπέζι μαζί με ένα πακέτο στενόμακρο που έκανε κάποιο μεταλλικό θόρυβο. Ο Σκρόντερ πρόσεξε, με κάποια αδιόρατη ταραχή, πως ο άνθρωπος αυτός στεκόταν στο κεφαλόσκαλο σαν να ήθελε να κρατηθεί μακριά απ' αυτόν.
«Ο Ντον Βαλέριο χωρίς εσείς να το φαντάζεστε, σας γνωρίζει κιόλας» είπε στο Σκρόντερ ο γιατρός, τραβηγμένος και αυτός, ποιος ξέρει γιατί, κοντά στην πόρτα.
«Δεν θυμάμαι να είχα την τιμή» απάντησε ο Σκρόντερ, καθισμένος στο κρεβάτι έχοντας εγκαταλείψει τα χέρια του πάνω στο στρώμα, με τις παλάμες γυρισμένες ανάποδα, ενώ οι βδέλες του απομυζούσαν τους καρπούς. Και πρόσθεσε: «Μα, για πείτε μου Λουγκόζι, βρέχει σήμερα; Δεν πρόλαβα ακόμα να κοιτάξω έξω. Την έχω βαμμένη έτσι και βρέχει, έχω να κάνω ένα σωρό δουλειές μέχρι το βράδυ».
«Όχι, δεν βρέχει» είπε ο γιατρός χωρίς να δώσει σημασία στο πράγμα. «Μα ο Ντον Βαλέριο στ' αλήθεια σας γνωρίζει, μάλιστα αγωνιούσε να σας ξαναδεί.»
«Σας διευκρινίζω έκανε ο Μελίτο με μια δυσάρεστα βραχνή φωνή.» Σας διευκρινίζω: δεν είχα ποτέ την τιμή να σας συναντήσω προσωπικά, αλλά υπάρχει κάτι που ξέρω για σας και που ασφαλώς δεν φαντάζεστε.»
«Πραγματικά, δεν ξέρω»» απάντησε ο έμπορας αδιάφορα.
«Τρεις μήνες πριν;» έκανε ο Μελίτο. «Προσπαθείστε να θυμηθείτε: τρεις μήνες πριν δεν περάσατε με το αμαξάκι σας απ' το δρόμο των παλιών Συνόρων;»
«Μα δεν αποκλείεται » απάντησε ο Σκρόντερ. «Το πιο πιθανό να ήταν έτσι αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ ακριβώς.»
«Ωραία. Και δεν θυμάστε λοιπόν ότι πέσατε σε μια λακούβα και βρεθήκατε έξω από το δρόμο;»
«Ναι είναι αλήθεια» βεβαίωσε ο έμπορας, στυλώνοντας ψυχρά το βλέμμα του στην καινούρια και ανεπιθύμητη αυτή γνωριμία.
«Και ότι η μια ρόδα έγειρε προς τα έξω και το άλογο δεν μπορούσε να την επαναφέρει;»
«Ακριβώς έτσι. Εσείς όμως, πού βρισκόσασταν;» «Α, θα σας το πω αργότερα» απάντησε ο Μελίτο χαμογελώντας με νόημα στο γιατρό». Και τότε προσπαθήσατε ο ίδιος αλλά ούτε κι εσείς καταφέρατε να σηκώσετε το αμάξι. Δεν έγινε έτσι, για πέστε μου;»
«Ακριβώς έτσι. Και έριχνε και μια βροχή με το τουλούμι!»
«Αν έβρεχε λέει!» συνέχισε ο Ντον Βαλέριο, ικανοποιημένος. «Και ενώ εσείς παιδευόσασταν δεν φάνηκε ξαφνικά ένας περίεργος τύπος, ένας άντρας μακρύς, με κατάμαυρο πρόσωπο;»
«Μα τώρα, δεν πολυθυμάμαι» τον διέκοψε ο Σκρόντερ. «Συγνώμη, γιατρέ, αλλά τι θα γίνει μ' αυτές τις βδέλες θέλει πολύ ακόμα; Σας έχω πει κιόλας πως έχω ένα σωρό δουλειές».
«Κανένα λεπτό ακόμα!» τον ενθάρρυνε ο γιατρός. «Λίγη υπομονή, αγαπητέ Σκρόντερ! Μετά θα νιώσετε άλλος άνθρωπος θα δείτε. Ακόμα δεν έχει πάει δέκα η ώρα διάβολε έχετε όλο τον καιρό μπροστά σας».
«Δεν ήταν ένας άντρας ψηλός, με μαύρο πρόσωπο, και με ένα περίεργο κυλινδρικό καπέλο;» επέμενε ο Ντον Βαλέριο. «Και δεν είχε κάτι σαν καμπανάκι; Δεν θυμάστε που συνεχώς κουδούνιζε;»
«Ωραία: ναι λοιπόν, το θυμάμαι» απάντησε με αγένεια ο Σκρόντερ.
«Μα για πέστε μου, πού θέλετε να καταλήξετε;»
«Μα πουθενά!» έκανε ο Μελίτο. «Μονάχα για να σας πω ότι σας γνωρίζω κιόλας. Και ότι έχω καλό μνημονικό. Δυστυχώς εκείνη τη μέρα ήμουνα μακριά στην άλλη μεριά του χαντακιού, ήμουνα το λιγότερο σε πεντακόσια μέτρα απόσταση. Είχα χωθεί κάτω από ένα δέντρο για να προστατευτώ απ' τη βροχή και έτσι μπόρεσα να δω».
«Και ποιος ήτανε λοιπόν εκείνος ο άνθρωπος; » ρώτησε με φωνή τραχιά ο Σκρόντερ, σαν να 'θελε να δείξει πως αν ο Μελίτο είχε κάτι να πει, καλύτερα να το' λεγε αμέσως τώρα.
«Α, δεν ξέρω ακριβώς, ποιος ήταν τον είδα από μακριά. Εσείς όμως ποιος νομίζετε πως ήταν;»
«Κανένας κακομοίρης, θα πρέπει να 'ταν» είπε ο έμπορας.
«Σαν κωφάλαλος έμοιαζε. Όταν τον παρακάλεσα να έρθει να με βοηθήσει έβγαλε κάτι σαν μουγκρητό, λέξη δεν κατάλαβα.»
« Και τότε εσείς πήγατε προς το μέρος του και αυτός τραβήχτηκε πίσω, και εσείς πιάνοντάς τον από το μπράτσο τον υποχρεώσατε να σπρώξει την καρότσα μαζί σας. Έτσι δεν είναι; Πέστε την αλήθεια».
«Και τι δουλειά έχει αυτό;» επιτέθηκε ο Σκρόντερ ανυποψίαστος. «Δεν του έκανα κανένα κακό. Αντίθετα, ύστερα του έδωσα και δυο λίρες».
«Ακούσατε;» μουρμούρισε χαμηλόφωνα ο Μελίτο στο γιατρόΩ και ύστερα δυνατά, γυρνώντας στον έμπορα: «Τίποτε το κακό, ποιος μπορεί να το αρνηθεί; Πρέπει να αναγνωρίσετε όμως πως είδα τα πάντα.»
«Δεν υπάρχει λόγος να δυσανασχετείτε αγαπητέ Σκόντερ» έκανε ο γιατρός σ' αυτό το σημείο, βλέποντας ότι ο έμπορας είχε αγριέψει.» «Ο εκλεκτός Ντον Βαλέριο, που βρίσκεται μαζί μας, είναι ένας άνθρωπος που του αρέσει ν' αστειεύεται.
Ήθελε απλώς να σας εντυπωσιάσει.»
Ο Μελίτο στράφηκε προς το γιατρό συγκατανεύοντας μ' ένα κούνημα του κεφαλιού. Με την κίνηση, οι άκρες του πανωφοριού άνοιξαν λίγο και ο Σκρόντερ που τον παρακολουθούσε, έγινε κατάχλωμος.
«Συγνώμη Ντον Βαλέριο» είπε με φωνή λιγότερο σίγουρη απ' το συνηθισμένο. «Εσείς κρατάτε πιστόλι, θα μπορούσατε να το αφήσετε κάτω, νομίζω. Και σ' αυτά τα μέρη έτσι συνηθίζεται, απ' ότι ξέρω.»
«Για το Θεό! Παρακαλώ συγχωρείστε με! » αναφώνησε ο Μελίτο χτυπώντας με το χέρι του το κούτελο θέλοντας έτσι να εκφράσει τη στενοχώρια του.
«Δεν ξέρω, είμαι πραγματικά αδικαιολόγητος! Ξεχάστηκα τελείως. Ποτέ δεν το παίρνω μαζί μου, και γι' αυτό φαίνεται ξέχασα να το αφήσω κάτω. Είναι που σήμερα πρέπει να πάω με το άλογο έξω από την πόλη.»
Έμοιαζε ειλικρινής, στην πραγματικότητα όμως εξακολουθούσε να έχει περασμένο το πιστόλι στη ζώνη του, συνεχίζοντας να κουνά το κεφάλι του. «Και για πέστε μου» πρόσθεσε στραμμένος πάντοτε προς τον Σκρόντερ. «Τι εντύπωση σας είχε κάνει αυτός ο φτωχοδιάβολος;»
«Τι εντύπωση έπρεπε να μου κάνει; Το είπατε κιόλας, ένας φτωχοδιάβολος, ένας κακομοίρης.»
«Και εκείνο το καμπανάκι εκείνο εκεί το πράμα που συνεχώς κουδούνιζε, δεν αναρωτηθήκατε τι θα μπορούσε να είναι;»
«Μα» απάντησε o Σκρόντερ, προσέχοντας τα λόγια του, με την εκδοχή κάποιας παγίδας. «Κάποιος τσιγγάνος, θα μπορούσε να είναιΩ για να τραβήξουν την προσοχή του κόσμου τους έχω δει πολλές φορές να κτυπάνε καμπανάκια».
«Ένας τσιγγάνος! «φώναξε ο Μελίτο, ξεσπώντας σε γέλια, σαν να άκουσε το πιο αστείο πράγμα του κόσμου. «Α, ώστε, τον πήρατε για τσιγγάνο;»
Ο Σκρόντερ γύρισε θυμωμένος προς το γιατρό.
«Τι συμβαίνει;» ρώτησε σκληρά. «Τι σημαίνει όλο αυτό το ερωτηματολόγιο; Αγαπητέ μου Λουγκόζι, αυτή η ιστορία δεν μου αρέσει καθόλου! Μα καθόλου! Αν θέλετε εξηγήστε και σε μένα επιτέλους!».
«Παρακαλώ μην δυσανασχετείτε…» απάντησε ο γιατρός σε απαγορευτικό τόνο.
«Αν εννοείτε ότι αυτός ο παγαπόντης έπαθε κάποιο ατύχημα και το φταίξιμο είναι δικό μου, μιλήστε καθαρά» συνέχισε ο έμπορας υψώνοντας όλο και περισσότερο τη φωνή του «μιλήστε καθαρά, αγαπητοί κύριοι. Μήπως θέλετε να πείτε πως τον σκότωσαν;»
«Μα τι να τον σκοτώσουν!» έκανε, ο Μελίτο χαμογελώντας, απόλυτα κύριος της κατάστασης «μα, τι είν' αυτά που βάζετε στο μυαλό σας; Αν σας ενόχλησα λυπάμαι ειλικρινά. Ο γιατρός μου είπε: Ντον Βαλέριο, ανεβείτε κι εσείς μαζί μου, πηγαίνω στον κύριο Σκρόντερ. Α, τον γνωρίζω, του απάντησα. Ωραία λοιπόν έκανε εκείνος ανεβείτε μαζί μου, θα χαρεί να σας δει. Λυπάμαι πολύ που τελικά κατάφερα να γίνω ενοχλητικός…»
Ο έμπορος ένιωσε τότε πως είχε παραφερθεί. «Συγχωρήστε με- καλύτερα, αν έχασα την υπομονή μου. Μου φάνηκε όμως σχεδόν σαν ανάκριση με όλους τους κανόνες. Αν συμβαίνει τίποτε, πέστε το ελεύθερα.»«Ε, λοιπόν» μπήκε στη μέση ο γιατρός με μεγάλη επιφύλαξη. «Ε, λοιπόν υπάρχει πραγματικά κάτι».
«Μια καταγγελία;» ρώτησε ο Σκρόντερ με μεγαλύτερη σιγουριά ενώ προσπαθούσε να ξαναβάλει στους καρπούς του τις βδέλες, που στο μεταξύ είχανε ξεφύγει με το προηγούμενο ξέσπασμα. «Υπάρχει κάτι εναντίον μου;»
«Ντον Βαλέριο» πρότρεψε ο γιατρός. «Ίσως είναι καλύτερα να πάρετε εσείς το λόγο.»
«Καλά» άρχισε ο Μελίτο. «Μήπως ξέρετε ποιο ήταν εκείνο το άτομο που σας βοήθησε να ανασύρετε το αμάξι;»
«Μα, όχι σας τ' ορκίζομαι, πόσες φορές θα πρέπει να το επαναλάβω;»
«Σας πιστεύω» είπε ο Μελίτο. «Ρωτάω μονάχα αν σας περνάει κάποια ιδέα.»
«Πού να ξέρω, κανένας τσιγγάνος, ίσως κάποιος αγύρτης…»
«Όχι. Τσιγγάνος δεν ήταν. Ή κι αν ακόμα ήτανε κάποια φορά τώρα έχει πάψει. Εκείνος ο άνθρωπος για να γίνω πιο σαφής είναι κάτι που αρχίζει από λάμδα.» «Κάτι που αρχίζει από λάμδα;» επανέλαβε τελείως μηχανικά ο Σκρόντερ, προσπαθώντας να σκεφτεί, ενώ κάποια ανησυχία άρχισε να τον κυριεύει.
«Ακριβώς. Αρχίζει από λάμδα» βεβαίωσε ο Μελίτο μ' ένα μοχθηρό χαμόγελο.
Ένας ληστής; Αυτό εννοείτε;» Έκανε ο .έμπορας ενώ το πρόσωπό του φωτίστηκε από τη βεβαιότητα πως είχε μαντέψει σωστά.
Ο Ντον Βαλέριο ξέσπασε σε γέλια: «Α!, ένας ληστής! Καλό κι αυτό ! Είχατε δίκιο, γιατρέ: άνθρωπος με ιδιαίτερο χιούμορ, ο κύριος Σκρόντερ!» Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε έξω απ' το παράθυρο ο θόρυβος της βροχής που άρχισε να πέφτει. «Σας χαιρετώ» είπε ο έμπορας αποφασιστικά, βγάζοντας τις δυο βδέλες και ρίχνοντάς τες στο βάζο. «Έπιασε βροχή. Πρέπει να πηγαίνω, αν δεν θέλω ν' αργήσω περισσότερο.»
«Κάτι που αρχίζει από λάμδα» επέμενε ο Μελίτο ενώ σηκωνόταν κι εκείνος όρθιος περνώντας το χέρι του μέσα στο φαρδύ πανωφόρι.
«Δεν ξέρω, σας το είπα. Τα αινιγματάκια δεν μου άρεσαν ποτέ. Αποφασίστε, αν έχετε να πείτε κάτι… Κάτι που αρχίζει από λάμδα;… Ένας λιποτάχτης ίσως…» πρόσθεσε κοροϊδευτικά.
Ο Μελίτο και ο γιατρός, όρθιοι, είχαν πλησιάσει κοντά ο ένας στον άλλο, ακουμπώντας τις πλάτες στην πόρτα. Κανένας απ' τους δυο δεν γελούσε πια. «Ούτε ληστής ούτε λιποτάχτης» έκανε αργά ο Μελίτο. «Ένας λεπρός, ήταν».Ο έμπορας κοίταξε τους δυο άντρες·το πρόσωπό του είχε γίνει κάτασπρο σαν του πεθαμένου.
«Ε, και λοιπόν; Και αν ακόμα υποθέσουμε πως ήτανε λεπρός;»
«Ήτανε πραγματικά δυστυχώς» είπε ο γιατρός, γυρεύοντας κάπως φοβισμένα, να κρυφτεί πίσω από τις πλάτες του Ντον Βαλέριο. «Και τώρα είσαστε κι εσείς.»
«Φτάνει!» ούρλιαξε ο έμπορας τρέμοντας από θυμό. «Έξω από δω! Τέτοιου είδους αστεία δεν περνάνε σε μένα. Έξω απ' εδώ κι οι δυο σας!»
Τότε ο Μελίτο τράβηξε το πιστόλι κάτω απ' το πανωφόρι του.
«Είμαι ο δικαστής αγαπητέ κύριε. Ηρεμήστε, για το δικό σας καλό.»
«Θα σας δείξω αμέσως εγώ ποιος είμαι!» ούρλιαξε ο Σκρόντερ.
«Τι θέλετε να μου κάνετε, τώρα;»
Ο Μελίτο δεν έχανε στιγμή απ' τα μάτια του το Σκρόντερ έτοιμος για κάποια ενδεχόμενη επίθεση. «Μέσα σ' αυτό το πακέτο υπάρχει το καμπανάκι σας » απάντησε. «Φύγετε αμέσως από ΄δώ συνεχίζοντας να το χτυπάτε μέχρι που να βγείτε τελείως έξω απ' το χωριό, και δεν πρόκειται να σταματήσετε, παρά μονάχα αφού βρεθείτε έξω απ' αυτά τα σύνορα.»
«Τώρα θα σας δείξω εγώ με το καμπανάκι!» «επιτέθηκε ο Σκρόντερ και λογάριαζε ακόμα να ξεφωνίσει αλλά η φωνή του δεν έβγαινε πια, η φρίκη αυτής της αποκάλυψης ένιωσε να του φράζει το λαιμό. Τελικά κατάλαβε: ο γιατρός, με τη χθεσινή επίσκεψη, άρχισε να υποπτεύεται κάτι και πήγε να ειδοποιήσει το δικαστή. Ο δικαστής, κατά τύχη τον είχε δει να τραβάει από το μπράτσο, τρεις μήνες πριν, ένα περαστικό λεπρό, και τώρα αυτός ο Σκρόντερ, ήταν καταδικασμένος. Η ιστορία με την αφαίμαξη έγινε επίτηδες, για να κερδίσουν χρόνο. Είπε ακόμα: «Φεύγω μόνος μου δεν έχω ανάγκη απ' τις διαταγές σας, βρωμόσκυλα, θα σας δείξω εγώ, θα σας δείξω….»
«Βάλτε το σακάκι σας» διέταξε ο Μελίτο, ενώ το πρόσωπό του φωτίστηκε από μια διαβολική ικανοποίηση. «Το σακάκι, και δρόμο γρήγορα.»
«Θα περιμένετε να πάρω τα πράγματά μου» είπε ο Σκρόντερ, πόσο λιγότερο άγρια από κάθε άλλη φορά! «Μόλις μαζέψω τα πράγματά μου θα φύγω να είστε βέβαιοι γι αυτό.»
«Τα πράγματά σας θα πρέπει να καούν» σάρκασε ο δικαστής. «Το καμπανάκι θα πάρετε, και μόνο».
«Τα πράγματά μου, τουλάχιστον!» αναφώνησε ο Σκρόντερ μέχρι τότε σίγουρος και άφοβος·παρακαλούσε το δικαστή σαν παιδάκι. «Τα ρούχα μου, τα λεφτά μου, αυτά τουλάχιστον να μου αφήσετε!»
«Το σακάκι, τη μπέρτα, και τίποτε άλλο. Όλα τ' άλλα πρέπει να καούν. Για το αμάξι και το άλογο φροντίσαμε ήδη.»
«Πώς; Τι θέλετε να πείτε;» τραύλισε ο έμπορας. «Αμάξι και άλογο έχουν κιόλας καεί, όπως ορίζει ο νόμος» απάντησε ο δικαστής απολαμβάνοντας την απελπισία του.
«Μη μου πείτε πως φανταστήκατε ένας λεπρός να πηγαίνει βόλτα με αμάξι ε;»
Και ξέσπασε σ' ένα πρόστυχο γέλιο. Κατόπιν ακόμα πιο απάνθρωπα: «Δρόμο! έξω από ΄δώ!» ούρλιαξε στο Σκρόντερ. «Μήπως νόμισες πως θα καθίσουμε εδώ με τις ώρες να κουβεντιάζουμε; Δρόμο γρήγορα, παλιόσκυλο!»
Ο Σκρόντερ έτρεμε ολόκληρος μεγαλόσωμος και χοντρός όπως ήταν, την ώρα που έβγαινε απ' το δωμάτιο, κάτω απ' την απειλή του πιστολιού, κτυπούσαν τα σαγόνια του και το βλέμμα του έμοιαζε τελείως αποβλακωμένο.
«Το καμπανάκι!» τού ξεφώνισε ο Μελίτο κάνοντάς τον ν' αναπηδήσει ολόκληρος·και του πέταξε με δύναμη μπροστά του, στο έδαφος, το μυστηριώδες πακέτο, που έβγαλε ένα μεταλλικό ήχο. «Βγάλ' το έξω και δέσ' το στο λαιμό σου.»
Έσκυψε ο Σκρόντερ, έσκυψε με όλη εκείνη την κούραση ενός γέρου, μάζεψε από χάμω το πακέτο, έλυσε αργά τους σπάγγους, τράβηξε μέσα από το περιτύλιγμα ένα κουδούνι από χαλκό, με μια ξύλινη σκαλιστή λαβή, καινούρια, κατακαίνουργη. «Στο λαιμό!» τού ούρλιαξε ο Μελίτο. «Κουνήσου γρήγορα, ειδεμή μα το Θεό πυροβολώ!»
Τα χέρια του Σκρόντερ τρέμανε συνέχεια και δεν ήταν εύκολο να υποταχτούν στη διαταγή του δικαστή. Παρόλα αυτά ο έμπορας, κατόρθωσε να περάσει στο λαιμό του το λουρί που κρεμόταν στο καμπανάκι, και τώρα του έφτανε μέχρι την κοιλιά, ενώ, σε κάθε του κίνηση κουδούνιζε δυνατά.
«Κράτα το στο χέρι, κούνα το, διάβολε! Είσαι μια χαρά, έτσι; Ένας τόσο εκλεκτός κύριος σαν και σένα. Κοίτα τι ωραίος λεπρός!» αποκτηνώθηκε ο Ντον Βαλέριο, ενώ ο γιατρός τραβήχτηκε σε μια γωνιά, απολιθωμένος από την αποκρουστική σκηνή.
Ο Σκρόντερ με βήματα βαριά αρρώστου άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλιά. Παράδερνε το κεφάλι από τη μια πάντα στην άλλη όπως μερικοί καθυστερημένοι που συναντά κανείς στο δρόμο. Μετά από δυο σκαλοπάτια, γύρισε το κεφάλι και γυρεύοντας το γιατρό τον κοίταξε κατάματα για αρκετή ώρα.
«Δεν φταίω εγώ!» τραύλισε ο γιατρός Λουγκόζι. «Ήτανε μια ατυχία, μια μεγάλη ατυχία!»
«Εμπρός, εμπρός!» παρότρυνε στο μεταξύ ο δικαστής σαν να μιλούσε σε κανένα ζώο. «Χτύπα το καμπανάκι, σου λέω, ο κόσμος πρέπει να ξέρει τον ερχομό σου!» Ο Σκρόντερ ξανάρχισε να κατεβαίνει τα σκαλοπάτια. Σιγά σιγά βγήκε από την πόρτα του πανδοχείου και κίνησε αργά κατάτην πλατεία. Δεκάδες πολλές δεκάδες άτομα συγκεντρώθηκαν στο άκουσμα για να τραβηχτούνε σιγά σιγά προς τα πίσω μόλις αυτός πλησίαζε. Η πλατεία ήτανε μεγάλη, πάρα πολύ μακριά για να τη διασχίσει κανείς. Με κίνηση ψυχρή, αποφασιστική τώρα πια αυτός χτυπούσε το καμπανάκι, που έβγαζε ήχο πεντακάθαρο και γιορταστικό νταν, νταν, νταν, έκανε.


Dino Buzzati
Ο σκύλος που είδε το Θεό,
Μετάφραση Πωλίνα Πεφάνη
Εκδόσεις Στοχαστής