.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

Ο ΕΚΦΥΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ – RENE GUENON



Θα πούμε λίγα λόγια για ένα ζήτημα που παρότι φαίνεται πολύ εξειδικευμένο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των αποτελεσμάτων της σύγχρονης αντίληψης περί “καθημερινής ζωής” και συγχρόνως μας προσφέρει μια έξοχη “σκιαγραφία” του τρόπου με τον οποίον αυτή η αντίληψη συνδέεται με την καθαρά ποσοτική άποψη. Αναφερόμαστε στο ζήτημα του νομίσματος, το οποίο, αν το εξετάσει κανείς από απλή “οικονομική” άποψη όπως αυτή εννοείται στις μέρες μας, μοιάζει ασφαλώς να είναι κάτι που ανήκει σχεδόν ολοκληρωτικά στη “βασιλεία της ποσότητας”. Αυτός είναι άλλωστε ο λόγος για τον οποίον κατέχει, εμφανέστατα, τόσο κεντρική θέση στις λειτουργίες της σύγχρονης κοινωνίας. Εν τούτοις η αλήθεια είναι ότι η καθαρά “οικονομική” άποψη και η αποκλειστικά ποσοτική σύλληψη του νομίσματος που ενυπάρχει σε αυτήν, είναι προϊόντα πολύ πρόσφατου εκφυλισμού. Όταν το νόμισμα παρουσιάσθηκε αρχικά, είχε, και διατήρησε για μεγάλο χρονικό διάστημα, έναν εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα και μια καθαρά ποιοτική αξία, όσο εκπληκτικό κι αν φαίνεται αυτό στην πλειοψηφία των ανθρώπων της εποχής μας.
Εύκολα παρατηρεί κανείς, αρκεί μόνο να έχει “μάτια για να δει”, ότι τα αρχαία νομίσματα βρίθουν κυριολεκτικά από παραδοσιακά σύμβολα, μερίκα από τα οποία έχουν συχνά ιδιαίτερα βαθιά σημασία. Για παράδειγμα, στα νομίσματα των Κελτών εικονίζονται σύμβολα που είναι αδύνατο να εξηγηθούν αν δεν συσχετισθούν με τις δογματικές γνώσεις που κατείχαν κυρίως οι Δρυϊδες, κάτι που συνεπάγεται ότι οι τελευταίοι επενέβαιναν άμεσα στα νομισματικά ζητήματα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ίδιο συνέβαινε και στους άλλους λαούς της αρχαιότητας, ανάλογα φυσικά με τις αντίστοιχες μορφές της παραδοσιακής κοινωνικής τους δομής. Αυτό το γεγονός συνάδει πλήρως με την ανυπαρξία βέβηλης άποψης στους αυστηρά παραδοσιακούς πολιτισμούς: το νόμισμα, όπου υπήρχε, δεν ήταν το βέβηλο πράγμα που κατάντησε αργότερα. Διαφορετικά, πως θα μπορούσε να εξηγηθεί η παρέμβαση της πνευματικής εξουσίας στα νομισματικά ζητήματα; Αν το νόμισμα ήταν κάτι βέβηλο, η πνευματική εξουσία δεν θα ενδιαφερόταν καθόλου γι' αυτό,και τα όσα αναφέρουν οι διάφορες παραδόσεις, ότι ήταν δηλαδή πραγματικά φορτισμένο με “πνευματική επήρεια” η ενέργεια της οποίας μπορούσε να εκδηλωθεί μέσω των συμβόλων που αποτελούσαν το φυσικό της “υποστήριγμα”, θα έμεναν κυριολεκτικά ακατάληπτα. Προσθέτουμε ότι ακομα και σε πολύ πρόσφατους καιρούς μπορούσε κανείς να βρει, σαν τελευταίο ίχνος αυτής της αντίληψης, χαργμένα πάνω σε νομίσματα θρησκευτικά ρητά, τα οποία βέβαια δεν είχαν καθαρά συμβολικό χαρακτήρα, αλλά ήταν τουλάχιστον ένα είδος ανάμνησης της αρχικής παραδοσιακής ιδέας, που άρχισε έκτοτε να γίνεται λίγο-πολύ ακατανόητη. Έτσι, αφού πρώτα σε ορισμένες χώρες αυτά τα ρητά περιορίστηκαν στο να αναγράφονται μόνο στη “ράχη” των νομισμάτων, στο τέλος εξαφανίστηκαν τελείως, και πράγματι, δεν είχαν κανέναν λόγο ύπαρξης από τη στιγμή που το νόμισμα δεν αντιπροσώπευε πια τίποτε άλλο από ένα αντικείμενο αποκλειστικά υλικής και ποσοτικής τάξης.
Ο έλεγχος του νομίσματος εκ μέρους της πνευματικής εξουσίας, με οποιαδήποτε μορφή κι αν εκδηλωνόταν, δεν παρατηρείται μόνο στους αρχαίους χρόνους. Για να παραμείνουμε στον κόσμο της Δύσης, υπάρχουν πολλές ενδείξεις που μας πείθουν ότι ο εν λόγω έλεγχος πρέπει να διατηρήθηκε μέχρι τα τέλη του Μεσαίωνα, δηλαδή για όσο καιρό ο Δυτικός πολιτισμός εξακολουθούσε να είναι παραδοσιακός. Είναι αδύνατο να εξηγηθεί διαφορετικά το γεγονός ότι ορισμένοι ηγεμόνες κατηγορήθηκαν την εποχή εκείνη για “παραποίηση του νομίσματος”. Αν οι σύγχρονοι τους το θεωρούσαν αυτό σαν έγκλημα, είναι λογικό να συμπεράνουμε ότι οι ηγεμόνες δεν μπορούσαν να αλλάζουν κατά το δοκούν τα νομισματικά δεδομένα, και ότι αλλάζοντας τα κατά τις διαθέσεις τους, υπερέβαιναν τα αναγνωρισμένα δικαιώματα της πνευματικής εξουσίας (1). Σε κάθε άλλη περίπτωση μια τέτοια κατηγορία δεν θα είχε απολύτως κανένα νόημα, γιατί η αξία του νομίσματος θα είχε μια καθαρά συμβατική σημασία. Θα ήταν τότε αδιάφορα αν είχε κοπεί από το ένα ή το άλλο είδος μετάλλου ή από διάφορα κράματα μετάλλων, ή ακόμη να το αντικαθιστούσαν με ένα απλό κομμάτι χαρτί όπως συμβαίνει σήμερα στα περισσότερα μέρη του κόσμου, γιατί κάτι τέτοιο δεν θα αποτελούσε εμπόδιο στη συνεχή και πανομοιότυπη “υλική” του χρήση. Θα πρέπει λοιπόν να υπήρχε στο νόμισμα ένα στοιχείο ανώτερης τάξης, γιατί μόνον έτσι ήταν δυνατό να θεωρηθεί η παραποίησή του τόσο σοβαρό ζήτημα ώστε να κλονίζει τελικά ακόμη και την ίδια τη σταθερότητα της βασιλικής ισχύος. Προχωρώντας όμως η τελευταία σε τέτοιες αποφάσεις, σφετεριζόταν τα “προνόμια” της πνευματικής εξουσίας, η οποία χωρίς αμφιβολία είναι η μοναδική πηγή κάθε νόμιμης εξουσίας. Έτσι τα γεγονότα αυτά, για τα οποία οι σύγχρονοι ιστορικοί δείχνουν ελαφρώς πελαγωμένοι, αποδεικνύουν καθαρά για μια ακόμη φορά ότι το ζήτημα του νομίσματος, τόσο στον Μεσαίωνα όσο και στην αρχαιότητα, είχε πλευρές εντελώς άγνωστες στους σημερινούς ανθρώπους.
Στην περίπτωση αυτή λοιπόν συνέβη το ίδιο με ό,τι σε όλα τα πράγματα που επηρεάζουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο την ανθρώπινη ύπαρξη σε όλους τους τομείς της δραστηριότητάς της. Όλα τους απογυμνώθηκαν βαθμιαία από κάθε ιερό ή παραδοσιακό χαρακτήρα και ως εκ τούτου η ίδια η ύπαρξη στο σύνολό της έγινε ολότελα βέβηλη, ώσπου στο τέλος υποβιβάστηκε στην ταπεινή μετριότητα της “καθημερινής ζωής” όπως αυτή εμφανίζεται στις μέρες μας. Συγχρόνως, το παράδειγμα του νομίσματος μας δείχνει ξεκάθαρα ότι αυτή η “βεβηλοποίηση” (“profanisation”) - αν επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουμε έναν τέτοιο νεολογισμό – συντελείται κυρίως μέσω της αναγωγής των πραγμάτων αποκλειστικά στην ποσοτική τους πλευρά. Πράγματι, κανένας δεν είναι πλέον ικανός να συλλάβει ότι το νόμισμα μπορεί να αντιπροσωπεύει κάτι διαφορετικό από μια απλή ποσότητα. Ωστόσο, μολονότι η περίπτωση του νομίσματος είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική από αυτήν την άποψη λόγω του ότι μας δείχνει σε μεγέθυνση, θα λέγαμε, το μέγεθος της κατάπτωσης, απέχει βέβαια πολύ από το να είναι η μοναδική όπου η αναγωγή στο ποσοτικό φαίνεται καθαρά ότι συμβάλλει στον εγκλεισμό της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στον περιορισμένο ορίζοντα της βέβηλης άποψης. Έπειτα απ' ότι είπαμε για τον κατ' εξοχήν ποσοτικό χαρακτήρα της σύγχρονης βιομηχανίας και όλων όσων σχετίζονται μαζί της, ελπίζουμε αυτό να έχει γίνει καλά αντιληπτό: με το να κυκλώνεται συνεχώς ο άνθρωπος από τα προϊόντα της βιομηχανίας, χωρίς να του επιτρέπεται, για να το εκφράσουμε έτσι, να αντικρύσει κάτι διαφορετικό – παρά μόνον υπό τη μορφή “αξιοπερίεργων” αντικειμένων, όπως τα μουσειακά εκθέματα λόγου χάρη, που δεν έχουν καμμιά σχέση με τις υπαρκτές συνθήκες ζωής του και συνεπώς καμμιά ουσιαστική επιρροή πάνω της -, όντως εξαναγκάζεται να κλειστεί μέσα στον στενό κύκλο του “συνήθους βίου” σαν σε αδιέξοδη φυλακή. Αντιθέτως, σ' έναν παραδοσιακό πολιτισμό, κάθε αντικείμενο, όχι μόνο ήταν απόλυτα κατάλληλο για την άμεση χρήση για την οποία προοριζόταν, αλλά ήταν συγχρόνως κατασκευασμένο έτσι ώστε ανά πάσα στιγμή – δεδομένου ακόμη ότι ήταν φτιαγμενο για καθημερινή χρήση και δεν μεταχειριζόντουσαν σαν νεκρό πράγμα όπως κάνουν λίγο-πολύ οι σύγχρονοι άνθρωποι με όλα όσα αποκαλούν “έργα τέχνης” - να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως “υπόβαθρο” διαλογισμού, συνδέοντας το άτομο με κάτι πέραν της απλής σωματικής του τροπικότητας και βοηθώντας έτσι τον κάθε άνθρωπο να υψωθεί, σύμφωνα με το μέτρο των ικανοτήτων του, σε μια ανώτερη κατάσταση (2). Πόση άβυσσος χωρίζει αυτές τις δύο συλλήψεις για την ανθρώπινη ύπαρξη!
Ο ποιοτικός εκφυλισμός όλων των πραγμάτων συνδέεται στενά με τον εκφυλισμό του νομίσματος, και αυτό αποδεικνύεται από το ότι σήμερα η “αξία” ενός αντικειμένου “εκτιμάται” μόνο με βάση την τιμή του θεωρούμενη ως “άθροισμα” ή αριθμητική ποσότητα χρημάτων. Πράγματι, κάθε κρίση που εκφέρει η πλειονότητα των συνανθρώπων μας για ένα αντικείμενο, σχεδόν πάντοτε βασίζεται αποκλειστικά στο πόσο κοστίζει. Δώσαμε έμφαση στη λέξη “εκτίμηση” γιατί έχει διπλή έννοια, ποιοτική και ποσοτική. Στις μέρες μας παραβλέπουμε την πρώτη, ή, πράγμα που είναι το ίδιο, τη θεωρούμε ως επί το πλείστον ισοδύναμη με τη δεύτερη. Έτσι, όχι μόνο “εκτιμούμε” κάθε αντικείμενο βάσει της τιμής του, αλλά και κάθε άνθρωπο σύμφωνα με τα πλούτη του (3). Το ίδιο συμβαίνει επίσης, εντελώς φυσικά, με τη λέξη “αξία”. Σημειώνουμε εν παρόδω ότι εδώ βασίζεται και η περίεργη κατάχρηση αυτής της λέξης εκ μέρους ορισμένων σύγχρονων φιλοσόφων, οι οποίοι έφθασαν σε σημείο να επινοήσουν την έκφραση “φιλοσοφία των αξιών” για να περιγράψουν τις θεωρίες τους. Στο υποσυνείδητο τους βρίσκεται φωλιασμένη η ιδέα ότι το κάθε τι, σε οποιαδήποτε βαθμίδα κι αν ανήκει, μπορεί να συλληφθεί ποσοτικά και να εκφραστεί αριθμητικά. Για τον ίδιο λόγο η “ηθικολογία”, που έχει επίσης κυρίαρχη θέση στις ενασχολήσεις τους, βρίσκεται συνυφασμένη στενά μετην ποσοτική άποψη (4). Τα παραπάνω παραδείγματα αποδεικνύουν συνάμα ότι έχει επέλθει ένας πραγματικός εκφυλισμός της γλώσσας, ο οποίος αναπόφευκτα συνοδεύει ή ακολουθεί κατά πόδας τον γενικό εκφυλισμό. Πράγματι, σ' έναν κόσμο όπου το σύνολο σχεδόν των προσπαθειών κατατείνη στην αναγωγή όλων των πραγμάτων στην ποσότητα, είναι προφανώς αναγκαίο να χρησιμοποιείται μια γλώσσα που να μην ανακαλεί τίποτε άλλο εκτός απο καθαρά ποσοτικές ιδέες.
Για να επανέλθουμε στο ειδικό θέμα του νομίσματος, μένει ακόμη να προσθέσουμε ότι σε σχέση με αυτό το ζήτημα προέκυψε το εξής αξιοσημείωτο φαινόμενο: αφότου το νόμισμα έπαψε να έχει κάθε δεσμό με μια ανώτερη τάξη, παρατηρεί κανείς ότι η ποσοτική του αξία, ή ό,τι αποκαλείται στο ασυνάρτητο γλωσσικό ιδίωμα (jargon) των οικονομολόγων “αγοραστική δύναμη”, άρχισε να φθίνει συνεχώς, έτσι ώστε δεν είναι δύσκολο να συμπεράνει κανείς ότι στην οριακή κατάσταση, που την πλησιάζουμε όσο περνάει ο καιρός ολοένα και περισσότερο, θα έχει χάσει κάθε λόγο ύπαρξης ακόμη και στο καθαρά “πρακτικό” ή “υλικό” πεδίο και θα εξαφανιστεί ως αντικείμενο καθημερινής χρήσης. Εδώ υπάρχει ομολογουμένως ένα παράξενο πισωγύρισμα της ροής των πραγμάτων, αλλά οι εξηγήσεις που δώσαμε σε προηγούμενα κεφάλαια μας επιτρέπουν να αντιληφθούμε εύκολα τις αιτίες του: αφου η καθαρή ποσότητα βρίσκεται, από τη φύση της, κάτω από την όλη σφαίρα της ύπαρξης, όταν η ροπή προς αυτήν εξωθηθεί στο ακραίο σημείο, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του νομίσματος – που είναι πιο εντυπωσιακή από κάθε άλλη επειδή εδώ το όριο έχει ήδη σχεδόν φθαστεί -, η κατάληξη δεν μπορεί να είναι παρά μια αληθινή διάλυση. Επιπλέον, αυτό και μόνο το παράδειγμα μας δείχνει αρκετά καθαρά ότι η ασφάλεια του “συνήθους βίου” είναι στην πραγματικότητα κάτι το πρόσκαιρο, θα δούμε δε αργότερα πως αυτό γίνεται φανερό και από πολλές άλλες απόψεις. Σε όλες τις περιπτώσεις πάντως το τελικό συμπέρασμα θα είναι το ίδιο: το αληθινό τέρμα της τάσης που παρασύρει τους ανθρώπους και τα πράγματα προς την καθαρή ποσότητα δεν μπορεί να είναι άλλο από την τελική αποσύνθεση του παρόντος κόσμου.


______________
1.Βλ. Autorite spirituelle et pouvoir temporel, σελ. 111, όπου αναφέρουμε ειδικώτερα την περίπτωση του Φίλιππου του Ωραίου, και όπου υπαινισσόμαστε ότι η καταστροφή του τάγματος των Ναϊτών ίσως να σχετιζόταν αρκετά στενά με το ζήτημα της παραποίησης των νομισμάτων, κάτι που εύκολα το καταλαβαίνει κανείς αν δεχθεί, τουλάχιστον ως πολύ πιθανό, ότι το Τάγμα του Ναού είχε, ανάμεσα στα άλλα, και το καθήκον να ασκεί πνευματικό έλεγχο σε αυτόν τον τομέα. Δεν χρειάζεται να πούμε περισσότερα εδώ γι' αυτό το ζήτημα, αλλά θα θυμίσουμε ότι ακριβώς από εκείνο το χρονικό σημείο και έπειτα αρχίζει να εμφανίζεται η σύγχρονη εκτροπή.
2.Γι' αυτό το ζήτημα μπορούμε να ανατρέξουμε σε ένα πλήθος μελετών του Ananda Coomaraswamy, ο οποίος το ανέπτυξε εκτενώς σε όλες τις πτυχές του και με όλες τις απαραίτητες λεπτομέρειες.
3.Οι Αμερικανοί έχουν προχωρήσει τόσο πολύ προς αυτήν την κατεύθυνση, ώστε συνηθίζουν να λένε πως ένας άνθρωπος “αξίζει” τόσο, θέλοντας να δείξουν έτσι το ποσό στο οποίο ανέρχεται η περιουσία του. Επίσης δεν λένε πως ένας άνθρωπος έχει επιτύχει στις ασχολίες του, αλλά πως “είναι επιτυχημένος” ταυτίζοντας έτσι το άτομο με τα υλικά του κέρδη!
4.Αυτός ο συνυφασμός άλλωστε δεν είναι κάτι το εντελώς νέο, γιατί χρονολογείται από τα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα, τότε που παρουσιάστηκε η “αριθμητική ηθική” του Μπένθαμ.



RENE GUENON
Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΣΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ (1945)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΡΙΓΚΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια: