.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Τρίτη, 16 Μαρτίου 2010

ΣΙΝΤΑΡΤΑ – ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ

Ο Γκοβίντα είπε: “Αγαπάς πάντα την ειρωνεία, μου φαίνεται, Σιντάρτα. Σε πιστεύω και ξέρω πως δεν ακολούθησες κανένα δάσκαλο. Αλλά δεν έχεις ανακαλύψει εσύ ο ίδιος, αν όχι μια διδαχή, μερικές γνώσεις, μερικές εμπειρίες, που σου ανήκουν και σε βοηθούν να ζεις; Αν ήθελες να μου πεις κάτι γι' αυτές, θα μου 'δινες μεγάλη χαρά”.

Ο Σιντάτρα είπε: “Ναι, είχα σκέψεις και βιώματα που και που. Ενιωσα κάποτε, για μια ώρα ή μια μέρα, τη γνώση μέσα μου όπως νιώθει κανείς τη ζωή μέσα στην καρδιά του. Ηταν μερικές σκέψεις, μα μου είναι δύσκολο να τις μοιραστώ μαζί σου. Δες Γκοβίντα μου, αυτή είναι μια από τις σκέψεις που ανακάλυψα: η σοφία δεν μεταδίδεται. Η σοφία που προσπαθεί να μεταδώσει ο σοφός ηχεί πάντα σαν τρέλα”.
“Αστειεύεσαι;” ρώτησε ο Γκοβίντα.
“Δεν αστειεύομαι. Λέω αυτό που ανακάλυψα. Μπορεί να μεταδώσει κανείς τη γνώση, αλλά όχι τη σοφία. Τη σοφία μπορεί κανείς να τη βρει, μπορεί να τη ζήσει, μπορεί να ενισχυθεί απ' αυτήν, να κάνει μ' αυτή θαύματα, αλλά δεν μπορεί να την πει και να τη διδάξει. Αυτό ήταν που υποψιαζόμουνα καμιά φορά όταν ήμουν νέος, αυτό ήταν που με τράβηξε μακριά από τους δασκάλους. Εχω ανακαλύψει μια σκέψη, Γκοβίντα, που θα σου φανεί πάλι σαν αστείο ή σαν τρέλα, αλλά είναι η καλύτερή μου σκέψη. Ακουσέ τη: το αντίθετο κάθε αλήθειας είναι εξίσου αληθινό! Δηλαδή: μια αλήθεια που μπορεί να διατυπωθεί και περιβληθεί με λόγια είναι πάντα μονόπλευρη. Μονόπλευρα είνα όλα όσα μπορεί κανείς να συλλογιστεί με σκέψεις και να πει με λέξεις, όλα μονόπλευρα, μισά όλα, αποκομμένα από την ολότητα, από τον κύκλο, από την ενότητα. Οταν ο Φωτισμένος Βούδας μιλούσε διδάσκοντας για τον κόσμο, ήταν αναγκασμένος να τον διαιρέσει σε σανσάρα και Νιρβάνα, σε πλάνη και αλήθεια, σε οδύνη και σε λύτρωση. Δεν μπορεί κανείς να κάνει αλλιώς, δεν υπάρχει άλλος δρόμος γι' αυτόν που θέλει να διδάξει. Ο κόσμος όμως, όσα συμβαίνουν γύρω μας και μέσα μας, δεν είναι ποτέ μονόπλευρος. Ποτέ ένας άνθρωπος ή μια πράξη δεν είναι μόνο σανσάρα ή μόνο Νιρβάνα, ποτέ δεν είναι ένας άνθρωπος ολότελα άγιος ή εντελώς αμαρτωλός. Κι αν φαίνεται έτσι, είναι γιατί είμαστε υποταγμένοι στην πλάνη πως ο χρόνος είναι κάτι πραγματικό. Ο χρόνος δεν είναι πραγματικός, Γκοβίντα, το διδάχτηκα πολλές φορές αυτό. Κι αν ο χρόνος δεν είναι πραγματικός, τότε έιναι πλάνη και η διαχωριστική γραμμή που φαίνεται πως υπάρχει ανάμεσα στον κόσμο και την αιωνιότητα, ανάμεσα στην οδύνη και τη μακαριότητα, ανάμεσα στο καλό και το κακό”.
“Πως αυτό;” ρώτησε φοβισμένα ο Γκοβίντα.
“Ακουσε καλά, αγαπημένε, άκουσε καλά! Ο αμαρτωλός που είμαι και που είσαι κι εσύ, είναι αμαρτωλός, αλλά θα γίνει κάποτε πάλι Βράχμαν, θα κατακτήσει τη Νιρβάνα, θα γίνει Βούδας – και δες τώρα: αυτό το “κάποτε” είναι πλάνη, είναι μόνο ένα σύμβολο! Ο αμαρτωλός δεν βρίσκεται στο δρόμο που οδηγεί στο Βούδα, δεν υπόκειται σε εξέλιξη, παρόλο που η σκέψη μας δεν μπορεί να συλλάβει αλλιώς τα πράγματα. Οχι, μέσα στον αμαρτωλό υπάρχει, βρίσκεται τώρα κιόλας, σήμερα, ο μελλοντικός Βούδας, το μέλλον του είναι ήδη παρόν, πρέπει να τιμάς σ' αυτόν, σ' εσένα, στον καθένα, τον δημιουργούμενο, τον πιθανό, τον κρυμμένο Βούδα. Ο κόσμος; φίλε Γκοβίντα, δεν είναι ατελής, ούτε πρέπει να τον βλέπουμε σ' έναν αργό δρόμο προς την τελειότητα: όχι, είναι σε κάθε στιγμή τέλειος, κάθε αμαρτία φέρνει μέσα της τη χάρη, όλα τα μικρά παιδιά έχουν μέσα τους το γέρο, όλα τα νήπια το θάνατο, όλοι οι ετοιμοθάνατοι την αιώνια ζωή. Δεν είναι δυνατό για κανέναν να δει πόσο έχει προχωρήσει στο δρόμο του ο άλλος. Ο Βούδας περιμένει μέσα στο ληστή και στον παίκτη των ζαριών, μέσα στο βραχμάνο προσμένει ο ληστής. Η βαθιά συγκέντρωση χαρίζει τη δυνατότητα να σταματήσει κανείς το χρόνο, να δει συγχρόνως, όλη την περασμένη, την τωρινή και τη μελλοντική ζωή, και τότε είναι όλα καλά, όλα τέλεια, είναι όλα Βράχμαν. Γι' αυτό μου φαίνονται καλά όλα όσα υπάρχουν, ο θάνατος μου φαίνεται σαν ζωή, η αμαρτία σαν αγιότητα, η εξυπνάδα σαν ανοησία. Ολα πρέπει να είναι έτσι, όλα χρειάζονται μόνο την επιδοκιμασία μου, μόνο την προθυμία μου, τη γεμάτη αγάπη κατανόησή μου. Ολα είναι καλά έτσι για μένα, τίποτα δεν μπορεί να με βλάψει. Εμαθα από το κορμί κι από την ψυχή μου πως χρειαζόμουνα πολύ την αμαρτία, χρειαζόμουνα τη φιληδονία, την προσπάθεια να αποκτήσω πράγματα, τη ματαιοδοξία, όπως χρειαζόμουν τη βαθιά απελπισία, για να μάθω να εγκαταλείψω την αντίσταση, για να μάθω ν' αγαπάω τον κόσμο, για να μάθω να μην τον συγκρίνω πια μ' οποιονδήποτε από τους κόσμους που είχα επιθυμήσει ή που είχα φανταστεί, μ' ένα είδος τελειότητας που είχα σκεφτεί εγώ, αλλά να τον αφήνω όπως είναι, και να τον αγαπάω και να του ανήμω με ευχαρίστηση. Αυτές, Γκοβίντα, είναι μερικές από τις σκέψεις, που μου ήρθαν στο νου”.
Ο Σιντάρτα έσκυψε, σήκωσε μια πέτρα από το έδαφος και τη ζύγισε στο χέρι. “Αυτό εδώ”, είπε παίζοντας, “είναι μια πέτρα, και μπορεί να γίνει σε μια ορισμένη στιγμή γη, κι από γη θα γίνει φυτό ή ζώο ή άνθρωπος. Παλιότερα θα έλεγα: Αυτή η πέτρα είναι μόνο πέτρα, δεν έχει αξία, ανήκει στον κόσμο της μάγια: αλλά επειδή μπορεί να γίνει στον κύκλο των μεταμορφώσεων και πνεύμα, γι' αυτο της δίνω κι αυτής αξία. Ισως να σκεφτόμουνα έτσι παλιότερα. Σήμερα όμως σκέφτομαι: Αυτή η πέτρα είναι και ζώο, είναι και Θεός, είναι και Βούδας, την αγαπώ και την τιμώ όχι επειδή θα μπορούσε να γίνει κάποτε τούτο ή εκείνο, αλλά επειδή είναι από καιρό και για πάντα όλα – κι ακριβώς γι' αυτό, επειδή είναι πέτρα, επειδή μου φαίνεται σαν πέτρα τώρα και σήμερα, γι' αυτό την αγαπώ και βλέπω αξία και νόημα σε κάθε φλέβα της, σε κάθε της κοίλωμα, στο κίτρινο, στο γκρίζο, στη σκληρότητα, στον ήχο που βγάζει όταν τη χτυπάω, στην ξηρότητα ή την υγρασία της επιφάνειάς της. Υπάρχουν πέτρες που μοιάζουν σαν λάδι ή σαν σαπούνι, κι άλλες σαν φύλλα, άλλες σαν άμμος, και καθεμιά είναι ξεχωριστή και προσεύχεται το Ομ με το δικό της τρόπο, καθεμιά είναι Βράχμαν, είναι όμως ταυτόχρονα κι εξίσου πέτρα, είναι σαν λάδι, σαν σαπούνι, κι αυτό ακριβώς μου αρέσει, μου φαίνεται υπέροχο και άξιο λατρείας. Αλλά ας μην πω περισσότερα γι' αυτό. Οι λέξεις δεν κάνουν καλό στη μυστική σημασία, όλα γίνονται κάπως διαφορετικά όταν μιλήσει κανείς γι' αυτά, όλα παραπονιούνται λίγο, φαίνονται λίγο τρελά – ναι, ακόμα κι αυτό ειναι πολύ καλό και μου αρέσει πολύ, συμφωνώ να ηχεί πάντα στον άλλο σαν τρέλα αυτό που είναι ο θησαυρός και η σοφία ενός ανθρώπου”.
Ο Γκοβίντα άκουγε σιωπηλά.
“Γιατί μου το είπες αυτό για την πέτρα;” ρώτησε διστακτικά, ύστερα από μια παύση.
“Εγινε χωρίς πρόθεση. Ή μάλλον εννοούσα ότι αγαπάω την πέτρα και τον ποταμό, κι όλα αυτά τα πράγματα που βλέπουμε και μπορούμε να διδαχτούμε απ' αυτά. Μπορώ ν' αγαπήσω μια πέτρα Γκοβίντα, κι ένα δέντρο ή ένα κομμάτι φλοιού. Είναι πράγματα αυτά Γκοβίντα, και τα πράγματα μπορεί κανείς να τ' αγαπήσει. Τις λέξεις όμως δεν μπορώ να τις αγαπήσω. Γι' αυτό δεν έχουν καμία αξία για μένα οι διδαχές. Δεν έχουν ούτε σκληρότητα, ούτε μαλακότητα, ούτε χρώματα, ούτε κόχες, ούτε μυρωδιά, ούτε γεύση, δεν έχουν παρά μόνο λέξεις. Ισως αυτό είναι που σε εμποδίζει να βρεις τη γαλήνη, ίσως να είναι οι πολλές λέξεις. Γιατί ακόμα κι η λύτρωση και η αρετή, ακόμα και η σανσάρα και η Νιρβάνα είναι μόνο λέξεις, Γκοβίντα. Δεν υπάρχει κανένα πράγμα που θα μπορούσε να είναι Νιρβάνα. Υπάρχει μόνο η λέξη Νιρβάνα”.
Ο Γκοβίντα είπε: “Δεν είναι μόνο η λέξη Νιρβάνα, φίλε. Είναι μια σκέψη”.
Ο Σιντάρτα συνέχισε: “Μια σκέψη, ας είναι κι έτσι. Πρέπει να σου το ομολογήσω, αγαπημένε: δεν βρίσκω μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις σκέψεις και τις λέξεις. Για να μιλήσω ανοιχτά, δεν έχω μεγάλη υπόληψη ούτε στις σκέψεις. Εχω περισσότερη υπόληψη στα πράγματα.
“Εδώ π.χ., σ' αυτό το πέραμα, ένας άνθρωπος ήταν προκάτοχος και δάσκαλός μου. Ένας άγιος ανθρωπος, που πίστευε μερικά χρόνια μόνο στον ποταμό, σε τίποτ' άλλο: είχε καταλάβει πως η φωνή του ποταμού του μιλούσε, μάθαινε απ' αυτή, εκείνη τον εκπαίδευε και τον δίδασκε, ο ποταμός του φαινόταν Θεός. Πολλά χρόνια πέρασαν χωρίς να μάθει ότι κάθε άνεμος, κάθε σύννεφο, κάθε πουλί, κάθε χρυσοκάνθαρος είναι εξίσου θεϊκός κι ότι ξέρει και μπορεί να διδάξει τόσα πολλά όσα και ο λατρεμένος του ποταμός. Οταν όμως πήγε στα δάση αυτός ο άγιος, τα ήξερε όλα, ήξερε πολύ περισσότερα απ' ό,τι εσυ κι εγώ, χωρίς δασκάλους, χωρίς βιβλία, μόνο γιατί είχε πιστέψει στον ποταμό”.
Ο Γκοβίντα είπε: “Είναι όμως κάτι πραγματικό αυτό που ονομάζεις “πράγμα”, είναι κάτι υπαρκτό; Δεν είναι μόνο δόλος της μάγια, μόνο εικόνα και φαινόμενο; Η πέτρα σου, το δέντρο, ο ποταμός σου- είναι πραγματικότητα όλ' αυτά;”
“Ούτε αυτό δεν με σκοτίζει πολύ”, είπε ο Σιντάρτα. “Αν τα πράγματα είναι απλώς φαινόμενα, τότε έιμαι κι εγώ φαινόμενο, κι έτσι είναι όμοιά μου. Αυτό είναι που τα κάνει τόσο αγαπητά και αξιοσέβαστα για μένα, το ότι είναι όμοιά μου. Γι' αυτό μπορώ να τ' αγαπήσω. Κι αυτή είναι μια διδαχή που θα σε κάνει να γελάσεις: μου φαίνεται, Γκοβίντα, ότι το σπουδαιότερο απ' όλα είναι η αγάπη. Μπορεί να είναι αποστολή των μεγάλων στοχαστών να παρατηρούν τον κόσμο, να τον εξηγούν ή και να τον περιφρονούν. Αλλά το μόνο που έχω να κάνω εγώ είναι να μπορώ ν' αγαπάω τον κόσμο, να μην τον περιφρονώ, να μην τον μισώ ούτε κείνον ούτε τον εαυτό μου, να μπορώ να βλέπω τον κόσμο, τον εαυτό μου κι όλα τα πλάσματα με θαυμασμό και δέος”.
“Το καταλαβαίνω αυτό”, είπε ο Γκοβίντα. “Αλλά αυτό ακριβώς ονόμασε απάτη εκείνος, ο Φωτισμένος. Επιτρέπει την ευμένεια, την επιείκεια, τον οίκτο, την υπομονή, αλλά όχι την αγάπη. Μας έχει απαγορέψει να δένουμε την καρδιά μας στην αγάπη των επιγείων”.
“Το ξέρω”, είπε ο Σιντάρτα. Το χαμόγελό του ακτινοβολούσε σαν χρυσάφι. “Το ξέρω Γκοβίντα. Αλλά δες, βρισκόμαστε ακριβώς στη μέση του δάσους των απόψεων, της διαμάχης των λέξεων. Γιατί δεν μπορώ να το αρνηθώ, τα λόγια μου για την αγάπη έρχονται σε αντίθεση, σε φαινομενική αντίθεση με τα λόγια του Γκοτάμα. Γι' αυτό ακριβώς έχω τόσο μεγάλη δυσπιστία για τις λέξεις, επειδή ξέρω ότι αυτή η αντίθεση είναι πλάνη. Ξέρω πως συμφωνώ με τον Γκοτάμα. Πως θα μπορούσε Εκείνος να μη γνωρίζει την αγάπη; Εκείνος, που είδε την ανθρώπινη ύπαρξη σ' όλη της την παροδικότητα, σ' όλη τη μηδαμινότητά της, αγάπησε τόσο πολύ τους ανθρώπους, που αφιέρωσε μια ολόκληρη, μακριά, επίμονη ζωή για να τους βοηθήσει, για να τους διδάξει! Και σ' εκείνον, σ' εκείνον το μεγάλο δάσκαλο, τα πράγματα έχουν για μένα μεγαλύτερη αξία από τις λέξεις, οι πράξεις κι η ζωή του από τους λόγους του, οι κινήσεις τους χεριού του μου φαίνονταν σημαντικότερες από τις απόψεις. Δεν βλέπω το μεγαλείο του σε λόγους και σε σκέψεις, το μεγαλείο του το βρισκω μόνο στην πράξη και στη ζωή”.
Οι δύο ηλικιωμένοι άντρες έμειναν πολλή ώρα σιωπηλοί...

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ 
ΣΙΝΤΑΡΤΑ Ενα ινδικό παραμύθι
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΡΙΑ ΠΑΞΙΝΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια: