Coincidentia Oppositorum

Παρασκευή 19 Μαρτίου 2010

Η ευωδιά της Σαρσαπαρίλλα – Ρέυ Μπράντμπερυ

Τρεις μέρες τώρα, όλο το πρωί και το απόγευμα, ο κύριος Ουίλλιαμ Φιντς στεκόταν ήσυχα στη σκοτεινή και γεμάτη ρεύματα σοφίτα. Επί τρεις ολόκληρες μέρες στα τέλη του νοέμβρη στεκόταν μόνος εκεί, νιώθοντας τις απαλές γκρίζες νιφάδες του Χρρόνου να πέφτουν από τον απέραντο γκρίζο παγερό ουρανό, σιωπηλά, μαλακά, στρώνοντας τη στέγη και πασπαλίζοντας τις μαρκίζες. Στεκόταν εκεί, με τα μάτια κλειστά. Τις ατέλειωτες ανήλιαγες μέρες η σοφίτα κλυδωνίζονταν σε θάλασσες ανέμων, με τα κόκαλά της να τρίζουν και την αρχαία σκόνη να πέφτει από τα δοκάρια της, τα σκεβρωμένα σανίδια και τα κουφώματα. Ηταν σαν μια βροχή αναστεναγμών και πόνων ολόγυρά του, εκεί όπου στεκόταν μυρίζοντας τις ντελικάτες στεγνές ευωδιές και νιώθοντας τις συγκινήσεις των παλιών πραγμάτων. Α...Α...
Στήνοντας αφτί από το κάτω πάτωμα, η Κόρα, η γυναίκα του, δεν τον άκουγε να βηματίζει, να κινείται ή να σαλεύει. Φανταζόταν μόνο ότι άκουγε την ανάσα του, να εισπνέει και να εκπνέει αργά, σαν ένα σκονισμένο φυσερό εκεί πάνω στη σοφίτα, ψηλή στο ανεμοδαρμένο σπίτι.
«Ανοησίες!» μουρμούρησε.
Οταν ο άντρας της κατέβηκε για φαγητό το απομεσήμερο της τρίτης μέρας, χαμογέλασε στους γυμνούς τοίχους, στα ξεφτισμένα πιάτα, στα γρατζουνισμένα ασημικά, ακόμη και στη γυναίκα του!
«Τι καμώματα είναι αυτά;» ρώτησε εκείνη.
«Εχω κέφι, αυτό ειν’ όλο. Απίθανο κέφι!» γέλασε. Φαινόταν σχεδόν μεθυσμένος από χαρά. Ξεχείλιζε από μια ασυγκράτητη, ζεστή έξαψη που ήταν φανερό ότι δυσκολευόταν να κρύψει. Η γυναίκα του σούφρωσε τα φρύδια της.
«Τι είναι αυτή η μυρωδιά;»
«Μυρωδιά; Μυρωδιά; Τι μυρωδιά;» κούνησε το ψαρόμαλλο κεφάλι του πέρα δώθε.
«Μου θυμίζει σαρσαπαρίλλα». Η γυναίκα του οσμίστηκε τον αέρα καχύποπτα. «Ναι αυτό είναι!»
«Α, δεν μπορεί!» Η ξέφρενη ευτυχία του χάθηκε απότομα σαν τα λόγια της να την είχαν κόψει με το μαχάιρι. Φαινόταν αποσβολωμένος, ανήσυχος, και ξαφνικά πολύ επιφυλακτικός.
«Που ήσουν σήμερα το πρωί;» τον ρώτησε.
«Ξέρεις ότι καθάριζα τη σοφίτα».
«Ονειροβατούσες με τις παλιατζούρες. Δεν άκουσα κανένα θόρυβο. Μπορεί και να μην ήσουν καν στη σοφίτα. Τι είναι πάλι αυτό;» του έδειξε με το χέρι.
«Για δες! Πως βρέθηκαν αυτά εδώ;» αναρωτήθηκε εκείνος σαν να μονολογούσε.
Κοίταξε τα δυό μαύρα μετάλλινα κλιπ ποδηλάτου που στερέωναν τα στενά μπατζάκια στους κοκαλιάρικους αστραγάλους του.
«Τα βρήκα στη σοφίτα», απάντησε στον εαυτό του. Θυμάσαι όταν βγαίναμε μαζί στο χαλικόστρωτο δρόμο τα πρωινά με το διπλό μας ποδήλατο, Κόρα, τότε που το καθετί είχε φρεσκάδα και νιότη;»
«Αν δεν τελειώσεις με τη σοφίτα σήμερα, θ’ ανέβω εγώ επάνω και θα τα πετάξω όλα έξω».
«Α, όχι!» Φώναξε ανήσυχα ο άντρας της. «Εχω το καθετί έτσι όπως το θέλω!»
Τον κοίταξε ψυχρά.
«Κόρα», της είπε ενώ έτρωγε το φαγητό του, νιώθοντας πιο χαλαρωμένος και ξαναβρίσκοντας κάτι από τον αρχικό του ενθουσιασμό, «ξέρεις τι είναι οι σοφίτες; Είναι χρονομηχανές με τις οποίες οι γεροξεκούτηδες σαν κι εμένα μπορούν να ταξιδέψουν σαράντα χρόνια πίσω, τότε που το καλοκαίρι κρατούσε όλη τη χρονιά και τα παιδιά έκαναν εφόδους στα καροτσάκια των παγωτατζήδων. Θυμάσαι την αίσθηση στη γλώσσα σου; Κρατούσες τον πάγο στο μαντήλι σου και ήταν σαν να πιπίλιζες τη γεύση του λινού και του χιονιού συνάμα».
Η Κόρα έκανε μια νευρική κίνηση. Δεν είναι αδύνατο, συλλογιζόταν εκείνος μισοκλείνοντας τα μάτια του, προσπαθώντας να το δει και να το αναπλάσει. Σκέψου τι είναι μια σοφίτα! Η ίδια της η ατμόσφαιρα είναι χρόνος. Ανήκει σε άλλες μέρες, στις προνύμφες και τις χρυσαλλίδες μιας άλλης εποχής. Ολα τα συρτάρια του παλιού γραφείου είναι μικρά φέρετρα όπου χίλια χτες περιμένουν εκτεθειμένα για λαϊκό προσκύνημα. Α, η σοφίτα είναι ένας σκοτεινός, φιλικός τόπος, γεμάτος χρόνο. Και αν σταθείς στο κέντρο της, στητός και ντούρος, αν μισοκλείσεις τα μάτια σου, και αναπολήσεις... αναπολήσεις πολύ, και μυρίσεις το Παρελθόν... αν απλώσεις τα χέρια σου κι αγγίξεις τα Περασμένα, ε, τότε...
Κοντοστάθηκε, καταλαβαίνοντας ότι μερικές από αυτές τις σκέψεις του είχαν ξεφύγει και τις είχε πει μεγαλόφωνα. Η Κόρα έτρωγε νευρικά γοργά.
«Λοιπόν, δε θα ήταν ενδιαφέρον», τη ρώτησε κοιτάζοντας τη χωρίστρα στα μαλλιά της, «αν το Ταξίδι στο Χρόνο ήταν εφικτό; Και ποιό θα ήταν το καταλληλότερο, το πιο ιδανικό μέρος γι’ αυτό από μια σοφίτα σαν τη δική μας, ε;»
«Δεν ήταν πάντοτε καλοκαίρι τον παλιό καιρό», παρατήρησε εκείνη. «Απλώς φταίνε οι τρελές αναπολήσεις σου. Θυμάσαι μονάχα τα καλά και ξεχνάς τα άσχημα. Δεν ήταν πάντοτε καλοκαίρι τότε».
«Μιλώντας μεταφορικά, Κόρα, ναι ήταν».
«Δεν ήταν».
«Να τι θέλω να πω», της ψιθύρισε συνεπαρμένα, σκύβοντας μπροστά σαν να ήθελε να δει καλύτερα την εικόνα που ζωγράφιζε ο νους του στον άδειο τοίχο της τραπεζαρίας. «Αν οδηγούσες το μονόκυκλό σου προσεκτικά ανάμεσα στα χρόνια, ισορροπώντας με τα χέρια ανοιχτά, προσεκτικά, πολύ προσεκτικά, αν το οδηγούσες από χρόνο σε χρόνο, μένοντας μια βδομάδα στο 1909, μια μέρα στο 1900, ένα μήνα ή ένα δεκαπενθήμερο κάπου αλλού, στο 1905 ή το 1898, θα μπορούσες να ζεις στο καλοκαίρι για όλη σου τη ζωή».
«Μονόκυκλο;»
«Ξέρεις, ένα από εκείνα τα ψηλά, μονοθέσια ποδήλατα με μια ρόδα που χρησιμοποιούν με τόση δεξιοτεχνία οι ζογκλέρ στο τσίρκο. Ισορροπία, τέλεια ισορροπία είναι το μόνο που χρειάζεται για να μην πέσεις, να στροβιλίζεις τα λαμπερά μπαλάκια στον αέρα, όμορφα, ψηλά, ένα φως, μια λάμψη, ένα αστραποβόλημα, μια έκρηξη φαντασμαγορικών χρωμάτων, κόκκινα, κίτρινα, μπλε, πράσινα, άσπρα, χρυσαφιά... Ολους να τους στριφογυρίζεις ψηλά στον αέρα, ολόγυρά σου, ταυτόχρονα, σχεδόν δίχως ν’ αγγίζουν τα χέρια σου, ιπτάμενος... κι εσύ, να χαμογελάς ανάμεσά τους. Ισορροπία, Κόρα, το παν είναι η ισορροπία».
«Ανοησίες», έκανε εκείνη. «Ανοησίες και πάλι ανοησίες!»
Ο άντρας της ανέβηκε τ’ ατέλειωτα κρύα σκαλοπάτια για τη σοφίτα, τουρτουρίζοντας.
Υπήρχαν νύχτες του χειμώνα που ξυπνούσε νιώθοντας τα κόκαλά του σαν πορσελάνη, με ψυχρές νότες ν’ αντηχούν στ’ αυτιά του, με παγοκρύσταλλα να διαπερνούν τα νεύρα του κάτω από ένα βάναυσο φως, σαν άσπρα παγερά πυροτεχνήματα που έσκαζαν κι έπεφταν σαν φλογερές χιονονιφάδες στη σιωπηλή χώρα του υποσυνειδήτου του. Ενιωθε παγωμένος, ανείπωτα παγωμένος, και θα χρειάζονταν καμιά εικοσαριά ατέλειωτα καλοκαίρια, με τους πράσινους πυρσούς και τους μπρούτζινους ήλιους τους για να τον ζεστάνουν και να τον λευτερώσουν λιώνοντας τη χειμωνιάτικη φυλακή του. Ηταν ολόκληρος ένα πελώριο ανούσιο κομμάτι εύθραυστου πάγου, ένας χιονάνθρωπος που άπλωνε να κοιμηθεί κάθε βράδυ, γεμάτος από το κομφετί των ονείρων, μέσα σε δίνες κρυστάλλων και ανεμοζάλης. Κι απ’ έξω βασίλευε ο αιώνιος χειμώνας, μια πελώρια μολυβένια πρέσα που κατέβαζε βαριά την άχρωμη πλάκα του ουρανού, λιώνοντας τους ανθρώπους σαν σταφύλια, αποστραγγίζοντας από μέσα τους το χρώμα, τη λογική, την ύπαρξη. Μονάχα τα παιδιά έμεναν ανέπαφα. Αυτά γλιστρούσαν με τα έλκηθρα και τα σκι τους στις αστραφτερές πλαγιές των λόφων που αντικαθρέφτιζαν τη βαριά σιδερένια πλάκα η οποία χαμήλωνε αδυσώπητα πάνω από την πόλη, με την κάθε μέρα και την κάθε ατέλειωτη νύχτα που περνούσε.
Ο κύριος Φιντς σήκωσε την πόρτα της καταπακτής της σοφίτας. Ομως εκεί, εκεί στη σοφίτα ήταν το κάτι άλλο! Η σκόνη του καλοκαιριού στοβιλιζόταν γύρω του. Ο αέρας της σοφίτας τρεμόπαιζε από τα λιοπύρια που είχαν ξεμείνει από άλλες εποχές. Αθόρυβα, ο κύριος Φιντς έκλεισε την πόρτα πίσω του.
Και άρχισε να χαμογελά.

Στο πατάρι επικρατούσε σιγαλιά σαν τη γαλήνη πριν από καταιγίδα. Κατά διαστήματα η Κόρα Φιντς άκουγε τον άντρα της να σιγοψυθιρίζει, να μουρμουρίζει κάτι εκεί πάνω.
Στις πέντε το απόγευμα, τραγουδώντας το Νησί των Χρυσών Ονείρων, ο κύριος Φιντς πέταξε ένα ολοκαίνουργιο ψάθινο καπέλο στο κρεμαστάρι της πόρτας της κουζίνας. «Μπου!» έκανε κεφάτα.
«Κοιμόσουνα όλο το απόγευμα;» γρύλισε η γυναίκα του. «Σου φώναξα τέσσερις φορές και δεν πήρα καμία απάντηση.»
«Κοιμόμουν;» Το συλλογίστηκε, γέλασε, και μετά σκέπασε το στόμα με το χέρι του. «Μπορεί και να κοιμόμουν».
Ξαφνικά η γυναίκα του τον πρόσεξε. «Θεέ και Κύριε!» φώναξε. «Που τα βρήκες αυτά τα ρούχα;» Φορούσε ένα κόκκινο ριγέ σακάκι, με άσπρο ψηλό κολάρο και κρεμ παντελόνι. Η μυρωδιά από το ψαθάκι του ήταν σαν μια θημωνιά φρέσκου σανού που τη στριφογυρίζεις στον αέρα.
«Τα βρήκα σ’ ένα παλιό μπαούλο».
Η γυναίκα του οσμίστηκε τον αέρα. «Δε μου μυρίζουν ναφθαλίνη. Αυτά φαίνονται ολοκαίνουργια».
«Α, όχι!» βιάστηκε να τη διαβεβαιώσει εκείνος. Φαινόταν αμήχανος και νευρικός καθώς τα μάτια της περιεργάζονταν τη φορεσιά του.
«Τούτα δεν είναι αποκριάτικα ρούχα», του παρατήρησε η γυναίκα του.
«Ε, καλά! Δεν μπορεί να διασκεδάσει και λίγο ένας άνθρωπος;»
«Και σάμπως έκανες και τίποτε άλλο στη ζωή σου;» του πέταξε εκείνη, βροντώντας την πόρτα του φούρνου. «Ενώ εγώ έμενα στο σπίστι πλέκοντας, μάρτυράς μου ο Θεός, εσύ θα ήσουνα κάτω στο μαγαζί, κάνοντας τα γλυκά μάτια στις κυράτσες».
«Δε θα ήταν ωραία να κάναμε έναν κυριακάτικο περίπατο όπως παλιά, εσύ με το μεταξωτό παρασόλι σου και το μακρύ σου φόρεμα να θροϊζει απαλά, και μετά να καθίσουμε σ’ εκείνες τις σιδερένιες καρέκλες στο ζαχαροπλαστείο απολαμβάνοντας τον αέρα όπως μύριζε κάποτε; Γιατί άραγε τα ζαχαροπλαστεία δε μυρίζουν πια όπως παλιά; Και να παραγγείλουμε δύο αναψυκτικά σαρσαπαρίλλα για τους δυό μας, και ύστερα να πάμε με το Φορντάκι μας του 1910 στην Προβλήτα του Χάνναχαν για να τσιμπήσουμε κάτι και ν’ ακούσουμε την μπάντα του δήμου; Πως σου φαίνεται;»
«Το φαγητό είναι έτοιμο. Αντε βγάλε αυτά τα καρναβαλίστικα από πάνω σου».
«Αν μπορούσες να κάνεις μια ευχή και να ξαναβγείς μια βόλτα σ’ εκείνα τα δεεντρόφυτα δρομάκια που υπήρχαν πριν μας πνίξουν τ’ αυτοκίνητα, θα την έκανες;» επέμεινε εκείνος, κοιτάζοντας τη διαπεραστικά.
«Εκείνοι οι παλιοί δρόμοι ήταν όλο σκόνη. Γυρίζαμε σπίτι καταλερωμένοι σαν εξερευνητές της Αφρικής». Η γυναίκα του σήκωσε ένα βάζο από ζάχαρη και το κούνησε. «Σήμερα το πρωί είχα σαράντα δολάρια εδώ, και τώρα λείπουν! Μη μου πεις ότι πήγες κι αγόρασες αυτά τα ρούχα από κανένα μαγαζί γι’ αποκριάτικα. Είναι καινούργια, του κουτιού. Αποκλείεται να τα ξετρύπωσες από κανένα μπαούλο!»
«Ξέρεις...» άρχισε να της λέει εκείνος.
Η γυναίκα του τον έψελνε για καμιά ώρα, αλλά ο κύριος Φιντς δεν κατάφερνε να βρει το κουράγιο να πει τίποτα. Ο άνεμος του Νοέμβρη τράνταζε το σπίτι και, καθώς εκείνη μιλούσε, τα χιόνια του χειμώνα άρχισαν πάλι να πέφτουν από τον παγερό γκρίζο ουρανό. «Απάντησέ μου!» του φώναξε. «Τρελάθηκες και χαραμίζεις έτσι τα λεφτά μας αγοράζοντας ρούχα που δε φοριούνται πια;»
«Η σοφίτα...» άρχισε πάλι να της λέει εκείνος.
Η γυναίκα του τον παράτησε απότομα και πήγε να καθήσει στο σαλόνι.
Το χιόνι έπεφτε πυκνό τώρα. Ηταν ένα κρύο και σκοτεινό βράδυ του Νοέμβρη. Τον άκουσε να ανεβαίνει τη φορητή σκάλα, αργά, προς τη σοφίτα και να μπαίνει σ’ εκείνο το σκονισμένο χώρο των άλλων εποχών, στο μαύρο χώρο των θεατρικών φορεσιών και του Χρόνου, σ’ έναν κόσμο εντελώς αλλιώτικο από τον άλλο από κάτω.
Ο κύριος Φιντς έκλεισε την πόρτα πίσω του. Το αναμμένο κλεφτοφάναρό του ήταν αρκετή συντροφιά. Ναι, εδώ υπήρχε όλος ο Χρόνος αιχμαλωτισμένος σ’ ένα χάρτινο γιαπωνέζικο καθάριο νερό του μυαλού του, σε όμορφα λουλούδια και ανοιξιάτικες αύρες, σε πράγματα πιο μεγάλα από τη ζωή. Το κάθε συρτάρι του παλιού γραφείου, ανοίγοντας, μπορεί ν’ αποκάλυπτε μέσα του παλιές θειάδες και ξαδέρφια και γιαγιάδες σκεπασμένους όλους από τη σκόνη. Ναι, ο Χρόνος βρισκόταν εδώ. Μπορούσες να τον ακούσεις ν’ ανασαίνει, ένα ατμοσφαιρικό ρολόι αντί για μηχανικό.
Τώρα το σπίτι από κάτω ήταν τόσο μακρινό όσο κάποια χαμένη μέρα στο παρελθόν. Μισόκλεισε τα μάτια του και κοίταξε στην κάθε γωνιά της σοφίτας. Κάτι σαν προσμονή πλανιόταν στην ατμόσφαιρα.
Εδώ, στον πρισματικό πολυέλαιο, κρύβονταν ουράνια τόξα και αυγές και μεσημέρια λαμπερά σαν νέα ποτάμια που κυλούσαν αδιάκοπα πίσω στο χρόνο. Το φως του φαναριού του έπεσε πάνω τους και τα ζωντάνεψε. Τα ουράνια τόξα ξεπήδησαν για να πλημμυρίσουν τις σκιές με χρώματα, χρώματα σαν φτερά πουλιών, σαν φράουλες και σαν μεστωμένα σταφύλια, χρώματα σαν φέτες λεμονιού και σαν τον ουρανό όταν διαλύονταν τα σύννεφα αφήνοντας να φανεί το γαλάζιο. Και η σκόνη του παταριού ήταν ένα αναμμένο θυμίαμα που μαζί του καιγόταν κι ο χρόνος, και το μόνο που είχες να κάνεις ήταν να κοιτάξεις στις φλόγες του. Ηταν στ’ αλήθεια μια μεγάλη μηχανή του Χρόνου τούτη η σοφίτα, το ήξερε, το ένιωθε, ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Και αν άγγιζες κάποια κρυστάλλινα πρίσματα εδώ, κάποια πόμολα πόρτας εκεί, αν έξαινες τα κρόσσια από τα παλιά χαλιά, ανάδευες λίγο τη σκόνη, άνοιγες κλειδωνιές από σεντούκια και φύσαγες με το φυσερό του ακορντεόν μέχρι να σηκωθούν τα μάτια σου οι στάχτες από χίλιες αρχαίες φωτιές... αν, πράγματι, έπαιζες με το παλιό αυτό όργανο, με αυτή τη ζεστή μηχανή, αν άγγιζες τα πλήκτρα, τα κουμπιά και το κάθε του εξάρτημα, ε, τότε, τότε, τότε!...
Απλωσε τα χέρια του να ενορχηστρώσει, να διευθύνει τη μουσική, ν’ αυτοσχεδιάσει φιοριτούρες. Υπήρχαν μελωδίες στο μυαλό του, στο κλειστό στόμα του... και άρχισε να παίζει τη μεγάλη μηχανή, το βροντερό σιωπηλό όργανο, μπάσο, τενόρο, σοπράνο, σιγά, δυνατά, ώσπου τελικά μια νότα τον συγκλόνισε τόσο που αναγκάστηκε να κλείσει τα μάτια του!

Γύρω στις οκτώ εκείνο το βράδυ η γυναίκα του τον άκουσε να τη φωνάζει, «Κόρα!» Ανέβηκε πάνω να δει τι την ήθελε. Είδε το κεφάλι του να ξεπροβάλλει από την πόρτα της καταπακτής, με το πρόσωπο χαμογελαστό. Της κούνησε το καπέλο του.
«Αντίο Κόρα».
«Τι θες να πεις;» του φώναξε κείνη.
«Το συλλογίστηκα καλά τρεις μέρες τώρα, και σου λέω αντίο».
«Κατέβα από κει πάνω ηλίθιε!»
«Σήκωσα πεντακόσια δολάρια από την τράπεζα χθες. Το σκεφτόμουνα καιρό, ξέρεις. Και μετά, όταν συνέβη, καταλαβαίνεις... Κόρα...» Της άπλωσε με θέρμη το χέρι του. «Για τελευταία φορά, θέλεις να έρθεις μαζί μου;»
«Στη σοφίτα; Κατέβα από κείνη τη σκάλα Ουίλλιαμ! Αλλιώς θ’ ανέβω εγώ και θα σε βγάλω κουτρουβαλητό από αυτό το βρόμικο μέρος!»
«Πηγαίνω στην Προβλήτα του Χάνναχαν για ένα πιάτο μύδια», της απάντησε εκείνος. «Και θα ζητήσω από την μπάντα να παίξει τον Κόλπο στο φεγγαρόφωτο. Αχ; Έλα μαζί μου, Κόρα». Της έγνεψε απλώνοντας το χέρι του.
Εκείνη έμεινε ασάλευτη κοτάζοντας το καλοσυνάτο πρόσωπό του που την κοιτούσε ερωτηματικά. «Αντίο», της είπε τελικά.
Της κούνησε το χέρι τρυφερά, πολύ τρυφερά. Υστερα το πρόσωπό του χάθηκε. Το ψαθάκι του δεν φαινόταν πια.
«Ουίλλιαμ!» έσκουξε η γαυναίκα του.
Η σοφίτα παρέμεινε σκοτεινή και σιωπηλή. Ξεφωνίζοντας, η Κόρα έτρεξε να φέρει μια καρέκλα και ανέβηκε πάνω για να φτάσει ως την καταπακτή και να σκαρφαλώσει σ’ εκείνο το σκοτάδι που μύριζε κλεισούρα. Φώτισε μ’ ένα φανάρι ολόγυρα. «Ουίλλιαμ! Ουίλλιαμ!».
Ο σκοτεινός χώρος ήταν άδειος. Ενας χειμωνιάτικος άνεμος τράνταζε το σπίτι.
Τότε πρόσεξε ότι το αντικρινό, δυτικό παράθυρο της σοφίτας ήταν μισάνοιχτο.
Πλησίασε σκοντάφτοντας. Δίστασε για μια στιγμή, κρατώντας την ανάσα της. Υστερα το άνοιξε δισταχτικά. Η φορητή σκάλα ήταν στερεωμένη από την έξω μεριά, οδηγώντας κάτω στη στέγη της βεράντας.
Η Κόρα πισωπάτησε μακριά από το παράθυρο. Εξω από το ανοιχτό πλαίσιο οι μηλιές ήταν ανθισμένες σε κάποιο καλοκαιριάτικο δειλινό του Ιούλη. Αχνά, απόμακρα, άκουσε εκρήξεις από πυροτεχνήματα και βεγγαλικά. Στ’ αυτιά της έφταναν γέλια και μακρινές φωνές. Φωτοβολίδες έσκαζαν στο ζεστό αέρα, γλυκα, κόκκινες άσπρες και μπλέ, που μετά έσβηναν αργά.
Εκλεισε απότομα το παράθυρο και στάθηκε εκεί εμβρόντητη. «Ουίλλιαμ!» ψιθύρισε.
Το χειμωνιάτικο φως του Νοέμβρη περνούσε από το άνοιγμα της καταπακτής στο δάπεδο της σοφίτας πίσω της. Σκύβοντας από ψηλά είδε το χιόνι να ψιθυρίζει στα παγωμένα τζάμια κάτω, σ’ εκείνο το νοεμβριάτικο κόσμο όπου θα ξόδευε τα υπόλοιπα τριάντα χρόνια της ζωής της.
Δεν ξαναζύγωσε στο παράθυρο. Σταθηκε ασάλευτη εκεί, μόνη μέσα στη σκοτεινή σοφίτα, μυρίζοντας τη μοναδική μυρωδιά που δε φαινόταν να χάνεται. Πλανιόταν στην ατμόσφαιρα σαν φιλικό χαμόγελο, σαν στεναγμός ικανοποίησης για όνειρα που εκπληρώθηκαν, πήρε μια βαθιά, πολύ βαθιά ανάσα.
Ηταν η παλιά, η γνώριμη, η αξέχαστη ευωδιά της σαρσαπαρίλλα.

ΜΥΣΤΙΚΟΙ ΤΟΠΟΙ
ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΑΝΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ LOCUS 7

ΟΙ "ΜΥΣΤΙΚΟΙ ΤΟΠΟΙ" ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΑ ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΕΧΩ ΔΙΑΒΑΣΕΙ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ. 
ΤΟ ΣΥΝΙΣΤΩ ΑΝΕΠΙΦΥΛΑΚΤΑ. 
ΠΑΡΕΙΣΑΚΤΟΣ


Αθώος ο Τούρκος εκδότης του Απολινέρ


ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2010 ΕΦΗΜ. ΤΑ ΝΕΑ


ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων βρήκε το δίκιο του ο Τούρκος εκδότης του ερωτικού μυθιστορήματος του Γκιγιόμ Απολινέρ «11.000 βέργες». Το κλασικό έργο του Γάλλου συγγραφέα εκδόθηκε στην Τουρκία το 1999 από τον εκδοτικό οίκο Χαντές, αλλά έμεινε για πολύ λίγο στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, καθώς οι τουρκικές αρχές έκριναν ότι «το ανήθικο και άσεμνο περιεχόμενό του έχει σκοπό να διεγείρει ή να εκμεταλλευτεί τις σεξουαλικές ορέξεις του πληθυσμού». 

Ο εκδότης Ραχμί Ακντάς τιμωρήθηκε με πρόστιμο, ενώ τα αντίτυπα του βιβλίου κατασχέθηκαν και καταστράφηκαν. «Η αναγνώριση των πολιτιστικών, ιστορικών και θρησκευτικών ιδιαιτεροτήτων των χωρών δεν μπορεί να φθάνει ώς την παρεμπόδιση της πρόσβασης του κοινού μίας συγκεκριμένης γλώσσας, στην προκειμένη περίπτωση της τουρκικής, σε ένα έργο που ανήκει στην ευρωπαϊκή λογοτεχνική κληρονομιά», αναφέρει στο σκεπτικό της απόφασής του το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, υπενθυμίζοντας ότι το βιβλίο του Απολινέρ είχε μεν προκαλέσει σκάνδαλο όταν πρωτοκυκλοφόρησε στη Γαλλία το 1907, αλλά από τότε μεταφράστηκε και εκδόθηκε σε πολλές χώρες.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΙΣ 11.000 ΒΕΡΓΕΣ ΤΟ ΦΟΝΙΚΟ ΟΡΓΙΟ ΣΤΟ ΟΡΙΑΝ ΕΞΠΡΕΣ - GUILLAUME APOLL...

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010

ΧΑΣΑΝ-Ι ΣΑΜΠΑΧ - E.W. HEINE

“Εδώ έξω δεν φοβάστε την οργή των Ασασίνων;” ρώτησε ο Ορλάντο.
“Οχι”, απάντησε ο αλ-Μανσούρ. “Πολύ πιο ασφαλής αισθάνομαι εδώ, στην αλ-Μαφάζε, παρά όταν είμαι στο παλάτι μου. Αλλά και πέρα απ' αυτό, θυμίσου το παραμύθι: κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από τη μοίρα του”.
“Τότε γιατί βάλατε σκοπιές;” ρώτησε ο Ορλάντο.
“Ο προφήτης είχε πει: έχε εμπιστοσύνη στον Αλλάχ, αλλά δέσε και τις καμήλες σου από τα γόνατα!”
“Γιατί θέλουν να σας σκοτώσουν οι Ασασίνοι;”
“Είναι μια μεγάλη και μπερδεμένη ιστορία, για την οποία δεν μου επιτρέπεται να μιλήσω. Στην ουσία, όμως, δεν ενδιαφέρονται τόσο για το άτομό μου όσο για το αξίωμά μου”.
“Μιλήστε μου για τους Ασασίνους”, είπε ο Ορλάντο. “Τι ξέρετε γι' αυτούς;”
“Αυτή είναι μια ακόμη μεγαλύτερη ιστορία”.
Ο αλ-Μανσούρ έριξε ένα ξύλο στη φωτιά, τυλίχτηκε σ' ένα σκέπασμα από δέρμα καμήλας και κοίταξε τ' αστέρια:
“Πολικός αστέρας της πίστης, έτσι αυτοαποκαλείται ο Χασάν-ι Σαμπάχ, ο Γέρος του Βουνού, θεμελιωτής και άρχων του τάγματος των Ασασίνων. Οι εχθροί του τον αποκαλούν κτήνος, αιμοχαρή, διάβολο. Για τους οπαδούς του είναι ένας Κουέιμ, ένας Μεσσίας, ο μεγαλοφυής αρχηγός μιας εκλεκτής μειοψηφίας. Κατάγεται από το Γκομ, την ιερή πόλη των Σιιτών στα όρια της ερήμου. Οι προπάτορές του ήταν πιστοί Σιίτες. Αυτός είναι οπαδός των Ισμαηλιτών. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρασε πολεμώντας την υπερδύναμη των Σουνιτών και τον πανίσχυρο σουλτάνο των Σελτζούκων Μελικσά, που το βασίλειό του εκτέινεται από τη Συρία ως το Ανατολικό Τουρκεστάν. Ανήκοντας πάντα στη μειοψηφία, μένοντας μακριά από τους ισχυρούς, ο Χασάν-ι Σαμπάχ ανέπτυξε μια πολεμική τακτική, τελείως άγνωστη έως τότε”.
“Πείτε μου κι άλλα γι' αυτόν τον Μεσσία”.
“Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Νισαπούρ – σπούδασε Νομικά _ έκανε με δύο σπουδαστές, πολύ φίλους του, μια παράξενη συμφωνία: Οποιος ευνοηθεί από την τύχη, αυτός θα βοηθεήσει και τους άλλους δύο να ανέβουν.
Ο μεγαλύτερος από τους τρεις φίλους έγινε ένας μεγάλος πολιτικός, στην υπηρεσία των Σελτζούκων. Πήρε τον τιμητικό τίτλο Νιτζαμουλμουλκ -σύμβουλος του κράτους- και έγινε πλούσιος και διάσημος υπηρετώντας διαδοχικά δύο σουλτάνους.
Ο δεύτερος, ο Ομαρ Καγιάμ, έγινε πολύ γνωστός σαν συγγραφέας και σοφός. Ο Νιτζαμουλμούλκ τον διόρισε διευθυντή του αστεροσκοπείου. Ο Ομάρ, με εντολή του σουλτάνου, βελτίωσε το ημερολόγιο, έκανε επιστημονικές εργασιές και έγραψε υπέροχα ποιήματα: Γιατί να κοιμόμαστε, όταν ανθίζουν τα ρόδα αγαπημένη.
Ο Νιτζαμουλμούλκ δεν ξέχασε και τον Χασάν. Τον προσκάλεσε στην αυλή και του προσφερε υψηλά αξιώματα. Εκείνος όμως είχε άλλα σχέδια. Χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα τη διδασκαλία των νόμων, έβρισκε την ευκαιρία να μελετήσει από πολύ κοντά τους μελλοντικούς εχθρούς του. Σε κάποιες συζητήσεις που είχε με τον φίλο του πάνω στον αντικειμενικό του στόχο, εκείνος του είπε: Παίζεις με τη ζωή σου. Και λέγεται πως ο Χασάν του απάντησε: Το μόνο που χρειάζομαι είναι δύο πιστοί οπαδοί που να μη φοβούνται τον θάνατο – και οι ημέρες του βρβμότουρκου είναι μετρημένες.
Ο Χασάν πήγε στο Κάιρο, όπου κυριαρχούσαν οι ισμαηλίτες, την πίστη των οποίων είχε απασθεί. Τρία χρόνια έμεινε στο βασίλειο του χαλίφη Μουστανσίρ. Το χαλιφάτο των Φατμιδών, το λίκνο των ισμαηλιτών, ήταν γι' αυτόν η πατρίδα της αλληθινής πίστη, η προστασία από την εχθρότητα των Σελτζόυκων Τούρκων κι από το μισητό χαλιφάτο των Σουνιτών Αββασιδών της Βαγδάτης. Μόνο εδώ, στο Κάιρο, υπήρχε το αληθινό Ισλάμ, το μοναδικό πάνω στη γη που έμενε απαράλαχτο από τα χρόνια του Προφήτη. Πόσο σημαντική ήταν για τον Χασάν η ορθόδοξη διαδοχή, φάνηκε στον αγώνα για το χαλιφάτο, που χώρισε τους Ισμαηλίτες σε δυό στρατόπεδα. Ο Χασάν πήγε με το μέρος του μεγαλύτερου, του νόμιμου πρίγκηπα Νιτζάρ και έτσι έγινε αρχηγός των Νιτζάρις, που είναι περισσότερο γνωστοί σαν Ασασίνοι”.
Ο αλ-Μανσούρ έκανε μια μεγάλη παύση. Άδειασε το πτήρι του. Πέρα στο ουάντι ακούστηκε το ουρλιαχτό ενός πεινασμένου λύκου.
“Και μετά τι έγινε;” ρώτησε ο Ορλάντο.
“Ο Χασάν γύριζε όλο το χαλιφάτο για να βρει οπαδούς, τους οποίους συγκέντρωνε για να τους πλάσει όπως εκείνος τους φανταζόταν. Σ' αυτό, τον βοήθησε το εκπληκτικό, χαρισματικό μυαλό του. Οργάνωνε σοφά μελετημένες ομάδες, που τις έστελνε μέχρι το πιο μικρό χωριό του χαλιφάτου για να συγκεντρώσει και νέους συναγωνιστές. Ετσι η δύναμη της αίρεσής του μεγάλωνε πιο γρηγορα απ' ό,τι μεγαλώνουν τα καλάμια του μπαμπού στη βροχή. Σκοπός του Χασάν ήταν να ανεβάσει στον θρόνο τον Νιντζάρ, και με τη βοήθεια του να βασιλέψει. Φυσικά οι εχθροί του πληροφορήθηκαν όλες αυτές τις δραστηριότητες. Οι Σελτζούκοι, με πρώτο και καλύτερο τον Νιτζαμουλμούλκ, ξεκίνησαν ένα αδυσώπητο πόλεμο εναντίον των Νιντζάρις και επικήρυξαν τον Χασάν-ι Σαμπάχ. Οι φίλοι έγιναν εχθροί. Κυνηγημένος, αναγκασμένος να κρύβεται από τους πρώην οπαδούς του, ο Χασάν επέστρεψε στην απομονωμένη περιοχή του Ντάιλαμ. Εδώ στα νοτιοδυτικά της Κασπίας θάλασσας, η γριά αλεπού – ο Χασάν πρέπει να ήταν πια τουλάχιστον πενήντα χρονών – αναζήτησε ασφαλές καταφύγιο. Το βρήκε στο οχυρωμένο Αλαμούτ, που ήταν ανεξάρτητο και άπαρτο, σαν αητοφωλιά.
Αφου πρώτα προσηλύτισαν οι οπαδοί του ορισμένους από τους κατοίκους του κάστρου, μπόρεσε ο Χασάν να εγκατασταθεί εκεί. Με άλλο όνομα κατάφερε να κερδίσει το υπόλοιπο της φρουράς, προς όφελος των Νιντζάρις. Οταν τελικά αποκαλύφθηκε ποιός πραγμάτικά ήταν, το οχυρό είχε περάσει στην κατοχή του χωρίς να χυθεί ούτε μια σταγόνα αίμα. Ο διοικητής του οχυρού Αλί Τοκ ανήθηκε να αποδεχτεί τον καινούριο κύριο, αφού δεν αναγνώριζε άλλον πνευματικό ηγέτη εκτός από τον Αββασίδη χαλίφη της Βαγδάτης και κανένα άλλο κοσμικό άρχοντα πέρα από τον σουλτάνο Μελικσά, της φυλής των Σελτζούκων. Ο Ατόκ ήταν έτοιμος να θυσιάσει τη ζωή του για την πίστη του. Ο Χασάν-ι Σαμπάχ θα μπορούσε να τον είχε θανατώσει ή να μην τον αφήσει να σταθεί σε χλωρό κλαρί. Αντί γι' αυτό, προτίμησε να του δώσει μια επιστολή που απευθυνόταν στον κυβερνήτη του Γκιρντκού και του Νταρμεγκάν. Στην επιστολή έλεγε: ο Αλί, ο γιός του Ατόκ, πήρε 3.000 δηνάρια ως πληρωμή για την πώληση του οχυρού του Αλαμούτ. Ζήτω ο προφήτης και η οικογένειά του.
Ο διοικητής δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να παραλάβει την επιστολή. Αισθάνθηκε παγιδευμένος. Είπε: Ο κυβερνήτης είναι άνθρωπος του σουλτάνου. Θα μου πάρει το κεφάλι αν του παρουσιάσω αυτό το έγγραφο.
Ο Χασάν-ι Σαμπάχ απάντησε: Θα φροντίσω εγώ για τη ζωή σου. Και θα πάρεις τα χρήματά σου”.
Ο αλ-Μανσούρ γέμισε το ποτήρι του.
“Τελικά τα πήρε τα λεφτά;” ρώτησε ο Ορλάντο.
“Θα σου φανεί απίστευτο αλλά τα πήρε. Ο κυβερνήτης διάβασε την επιστολή πολλές φορές δυνατά – ο Αλί Ατόκ φοβήθηκε για το χειρότερο – μετά φίλησε την περγαμηνή και είπε: Ο Αλλάχ είναι ο προστάτης μας. Αυτή η είδηση αξίζει πολύ περισσότερα από 3.000 δηνάρια. Δώστε του τα διπλά.
Αυτό που δεν ήξερε ο Αλί Ατόκ, ήταν πως ο κυβερνήτης ανήκε εδώ και πολύ καιρό στους κρυφούς οπαδούς του Χασάν-ι Σαμπάχ. Και το Αλαμούτ άξιζε πράγματι τα λεφτά του. Με την απόκτηση του οχυρού, οι ισμαηλίτες Νιντζάρις μεγάλωναν σημαντικά τη δύναμή τους. Μετά τηνάλωση του Αλαμούτ, αρχίζει η πραγματική ιστορία των Ασασίνων. Τα οχυρά έπεφταν στα χέρια τους, το ένα μετά το άλλο. Ο αγώνας ενάντια στους ορθόδοξους Σουνίτες και τους Σελτζούκους μπορούσε πειτέλους ν' αρχίσει.
Οι Ασασίνοι δίδαξαν στον κόσμο τι θα πει φόβος. Και το πρώτο θύμα τους, ποιός φαντάζεσαι πως ήταν; Ο Νιτζαμουλμούλκ, ο πρώην καλύτερος φίλος του Γέρου του Βουνού, όπως αποκαλούσαν τον Χασάν- Σαμπάχ μετά την εγκατάστασή του στο Αλαμούτ. Ο σουλτάνος και ο Νιταμουλμούλκ ταξίδευαν για τη Βαγδάτη με μεγάλη συνοδεία. Την ώρα που έμπαιναν στο πέρασμα του Ραστ, κοντά στο Ναχαβάντ, ένας δολοφόνος, μεταμφιεσμένος σε επαίτη καλόγερο, πλησίασε τον σύμβουλο. Το εγχειρίδιο άστραψε και την άλλη στιγμή ο Νιτζαμουλμούλκ βρέθηκε με τον λαιμό κομμένο πέρα για πέρα. Ο δολοφόνος δεν έκανε καμία προσπάθεια να ξεφύγει. Οι σωματοφύλακες του σουλτάνου τον έκαναν κομματάκια. Οι Ασασίνοι θα μπορούσαν να είχαν σκοτώσει και τον σουλτάνο Μελικσά, αλλά είναι χαρακτηριστικό ότι ο Γέρος του Βουνού επέλεξε να σκοτώσει πρώτα τον φίλο του. Ο σουλτάνος έζησε μόνο μερικές ημέρες μετά τη δολοφονία του συμβούλου του. Πέθανε κατά τη διάρκεια ενός κυνηγιού, ανεσα στους σωματοφύλακές του, από κάποιον πυρετό. Γι' αυτόν τον βρωμερό τουρκόσπορο, το μαχαίρι πήγαινεπ ολύ, σχολίασε ο Γέρος του Βουνού, και συμπλήρωσε: Αυτό θα συμβεί και σε όλους όσοι τολμούν να αντιταχθούν στην αληθινή διδασκαλία. Γιατί, όπως λέει το Κοράνιο, Κεφάλαιο 4, στίχος 194: σφάξε τους ώσπου να εγκαταλείψουν τον αγώνα και να νικήσει η αληθινή διδασκαλία του Αλλάχ”.
“Πήγατε ποτέ στο Αλαμούτ;” ρώτησε ο Ορλάντο.
“Εγώ; Στο Αλαμούτ; Τι ερώτηση! Πήγες ποτέ στην κόλαση; Δεν γνωρίζω άνθρωπο που να πήγε εκεί με τη θέλησή του. Θαρρείς πως άδικα το αποκαλούν ας-Σαφάχ, αιματορουφήχτρα;”
“Πως τα καταφέρνει και θυσιάζονται οι άντρες του γι' αυτόν, χωρίς κανένα δισταγμό;” ρώτησε ο Ορλάντο.
“Αυτό το μυστικό έχει απασχολήσει πολλούς. Λένε ότι έχει στενές σχέσεις με τον διάβολο”.
“Εσείς τι πιστεέτε;”
“Να είναι κάποιο φάρμακο;”
“Φάρμακο;”
“Ξέρεις από που προέρχεται η λέξη ασασίν (δολοφόνος); Από το χασσασίν, δηλαδή τον χασισοπότη. Λένε ότι διαπράττουν τις δολοφονίες τους αφού πρώτα καπνίσουν χασίς, γιατί ελάχιστοι μπορούν να κατανοήσουν πως είναι δυνατόν να θυσιάζει ένας άνθρωπος με τόση προθυμία τη ζωή του, με ξάστερο μυαλό. Τέτοις δολοφονικός ιδεαλισμός αγχώνει τους ανθρώπους. Ετσι, προτιμούν να πιστεύουν ότι ο Γέρος ποτίζει τους αγγέλους του θανάτου με κάποιο διαβολικό ελιξίριο”.
“Εσείς καπνίζετε χασίς; Τι πιστύετε;”
“Το χασίς καταστέλλει την επιθετικότητα και μειώνει τα αντανακλαστικά, ιδιότητες που χρειάζονται οι Ασασίνοι περισσότερο από κάθε άλλον, προκειμου να φέρουν σε πέρας την αποστολή τους. Το αποκλείο να είναι οι Ασασίνοι χασικλήδες. Βέβαια, υπάρχουν ουσίες, μίγματα διαφόρων ναρκωτικών, που μπορούν να ανεβάσουν την οξύνοια και τη δύναμή μας σε επίπεδα υπερανθρώπινα”.
“Γνωρίζετε καμιά τέτοια ουσία;” ρώτησε ο Ορλάντο.
“Το κιμίγια ασ-σα άντα, το ελιξίριο της μακαριότητας”.
“Θα ήθελα να το δοκιμάσω”.
“Η επιθυμία σου θα εκπληρωθεί”.

E.W. HEINE
ΤΟ ΚΟΛΙΕ ΤΟΥ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΙΩΑΝΝΑ ΛΕΜΠΕΣΗ – ΜΟΥΖΑΚΙΤΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΟΝΙΔΑΡΗ

Τετάρτη 17 Μαρτίου 2010

Η Αιγυπτος υπό τον Ακενατών – Gary Greenberg

Eric Steckel. 15 χρονών!!!



Αυτό που εξόργιζε τους Αιγυπτίους σχετικά με τον φαραώ Ακενατών δεν ήταν ο μονοθεϊσμός του αλλά η μισαλλοδοξία του. Παρά την πολυθεϊστική φύση της αιγυπτιακής θρησκείας, αυτή ξεκινούσε από μια βασικά μονοθεϊστική πίστη σε έναν θεό-Δημιουργό όλωνς όσων υπήρχαν, συμπεριλαμβανομένων και των άλλων θεοτήτων. Αν και διάφορες θρησκείες είχαν θεότητες – Δημιουργούς, στην πραγματικότητα όλες ήσαν προσκολλημένες στο βασικό μοντέλο της Δημιουργίας.
Όλα ξεκίνησαν από μια μεγάλη πλημμύρα, γνωστή ως Νουν ή Νου που κατάπιε το σύμπαν. Οπως αναφέρεται στη Βίβλο, το πνεύμα του Δημιουργού ανακίνησε τα ύδατα, ξεκινώντας τη γενετική διαδικασία. Από τη Νουν γεννήθηκε ο αρχέγονος λόφος και ο αυτοδημιουργημένος Δημιουργός. Στην Ηλιούπολη ο Δημιουργός-θεός ήταν γνωστός με το όνομα Ατούμ, στη Μέμφιδα ήταν ο Φθα, στις Θήβες ήταν ο Αμμων και στην Ερμούπολη ήταν ο Ρα.
Αλλες θεότητες, όπως οι άγγελοι στη Βίβλο, ήσαν δημιουργήματα της μιας πανίσχυρης θεότητας και το κάθε ένα από τα κέντρα λατρείας ισχυριζόταν ότι οι θεότητες-Δημιουργοί στις άλλες λατρείες ήταν απλά κατώτερες θεότητες δημιουργημένες από τον δικό του αρχηγό-θεό. Στις Θήβες, λόγου χάριν, οι ειερείς δίδασκαν ότι οι φθα, Ατούμ και Ρα ήσαν απλά οι διαφορετικές απόψεις του θεού Αμμωνα, του θηβαϊκού θεού-Δημιουργού. Παρ' όλες αυτές τις διαφωνίες, όλες αυτές οι θρησκείες άνθισαν η μία δίπλα στην άλλη, κι η καθεμιά ήταν ελεύθερη να διδάξει αυτό που ήθελε.
Η Αιγυπτιακή λογοτεχνία εει πολλές αναφορές σε μια και μόνη θεότητα, υπεύθυνη για όλη τη Δημιουργία, και αρκετά συχνά τα κείμενα έμοιαζαν σαν να είχαν παρθεί από εβραϊκά προσευχητάρια. Ο σερ Γουόλις Μπατζ, ένας έγκυρος αιγυπτιολόγος στις αρχές του αιώνα μας, συνέλεξε αρκετές τέτοιες εκφράσεις. Ιδού μερικά παραδείγματα:

  • Ο Θεός είναι ένας και μόνος, και δεν υπάρχει άλλος μαζί Του. Ο Θεός είναι ο Ενας, ο Ενας που έπλασε όλα τα πράγματα.

  • Ο Θεός είναι η αρχή και υπήρξε από καταβολής κόσμου. Υπήρξε παλαιόθεν, και υφίστατο όταν τίποτε άλλο δεν είχε υπόσταση. Υπήρχε όταν τίποτε άλλο δεν υπήρχε, και ό,τι υπάρχει Αυτός το έχει δημιουργήσει, Αυτός το έχει κάνει να υπάρχει. Είναι ο πατέρας της κάθε αρχής.

  • Ο Θεός είναι το αιώνιο Εν, είναι αιώνιος και άπειρο. Διαρκεί εις τους αιώνες των αιώνων. Διήρκεσε αμέτρητους αιώνες και θα διαρκέσει μια αιωνιότητα.

  • Ο Θεός είναι ζωή, και μέσω αυτού μόνο ο άνθρωπος ζει. Αυτός δίνει ζωή στον άνθρωπο, και εμφυσά την πνοή της ζωής στα ρουθούνια του.

  • Ο Θεός ο ίδιος είναι η ύπαρξη. Ζεί μέσα σε όλα τα πράγματα και ζει πάνω σε όλα τα πράγματα. Διατηρήθηκε χωρίς αύξηση ή μείωση. Αυτός αυτοπολλαπλασιάσθηκε εκατομμύρια φορές, και έχει πολλές μορφές και πλήθος μέλη.

  • Ο Θεός έφτιαξε το Σύμπαν, και δημιούργησε όλα όσα βρίσκονται μέσα σε αυτό. Είναι ο Δημιουργός των πάντων που βρίσκονται στον κόσμο αυτό, που υπήρχαν, που υπάρχουν και που θα υπάρξουν. Είναι ο Δημιουργός του κόσμου, Αυτός είναι που τον έφτιαξε με τα χέρια Του προτού υπάρξει άλλη αρχή. Και τον καθιέρωσε με όλα όσα δημιουργήθηκαν από Αυτόν. Αυτός είναι ο Δημιουργός των ουρανών και της γης. Ο Δημιουργός των ουρανών, της γης και των θαλασσών. Ο Δημιουργός των ουρανών, της γης, των ωκεανών, των υδάτων και των βουνών. Ο Θεός άπλωσε τους ουρανούς και έφτιαξε τη γη. Ο,τι συνέλαβε η καρδιά Του προχωρούσε χωρίς εμπόδιο, και όταν Αυτός μιλούσε, τα λόγια Του σκέπαζαν τα πάντα και θα υπάρχουν αιωνίως.
Και από την αιγυπτιακή Βίβλο των Νεκρών, έχουμε το εξής κείμενο:

  • Εγω είμαι ο θεός Τεμού [Ατούμ] στην άνοδό του. Εγώ είμαι ο Ενας και Μοναδικός. Γεννήθηκα στη Νου. Εγώ είμαι ο Ρα [Ρε] που ανήλθε στην αρχή.
Το κείμενο συνεχίζει παρουσιάζοντας άλλες θεότητες ως τις διαφορετικές απόψεις του Ατούμ. Σε έναν ύμνο στον θεό Ρα που βρέθηκε χαραγμένος στους τοίχους του τάφου του φαραώ Σέθου Α' βρίσκουμε μια σειρά δηλώσεων στις οποίες διάφοροι θεοί ταυτίζονται με το σώμα του Ρα. Και ένας πάπυρος που χρονολογείται από το έτος 1000 π.Χ. Περίπου, περιγράφει τον Αμμωνα ως εξής:

  • Το ον στο οποίο ενυπάρχουν όλοι οι θεοί, ο ενας ο Μοναδικός, ο Δημιουργός των αντικειμένων που άρχισαν να υπάρχουν όταν η γη πήρε την αρχική μορφή της.
Αντιπαραθέσατε αυτά τα διάφορα αποσπάσματα με μια από τις πιο φημισμένες από όλες τις εβραϊκές προσευχές: “Ακουσε ω Ισραήλ, τον Κύριο τον Θεό σου, ο Κύριος είναι ένας”.
Σε αναδρομική έρευνα, μπορεί κάποιος προφανώς να πει ότι ο μονοθεϊσμός του σύγχονου ιουδαϊσμού και του Ισλάμ έχει μια στενότερη ομοιότητα με τον αιγυπτιακό πολυθεϊσμό παρά με τον μονοθεϊσμό του Ακενατών. Και οι τρεις θρησκείες, παραδείγματος χάριν, αναγνωρίζουν τον Σατανά σαν μια ισχυρή υπερφυσική δύναμη που έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με τη θεότητα του Δημιουργού. Δεν χωράει καμία αμφιβολία επίσης ότι ο Σατανάς έχει κι αυτός θεϊκή φύση. Αν και είναι λιγότερο ισχυρός από τον δημιουργό, κατέχει την ίδια θέση με τις μικρότερες θεότητες στην αιγυπτιακή και σε άλλες πολυθεϊστικές θρησκείες.
Αυτές οι τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες επίσης αναγνωρίζουν την ύπαρξη των αγγέλων, θεοτήτων που έχουν την ίδια περίπου σχέση με τον Δημιουργό, όπως και οι αιγυπτιακές κατώτερες θεότητες με τις αιγυπτιακές θεότητες-Δημιουργούς. Ας μην ξεχνάμε τη στρατιά των δαιμόνων, στοιχειών, δαιμονίων, καλικατζάρων και νεραϊδών που ξεφυτρώνουν τόσο πολύ συχνά στη θρησκευτική λογοτεχνία. Πάντως, όπως εξηγεί ο Ρέντφορντ:

  • ο Ακενατών δεν θα ανεχόταν θείες εκδηλώσεις. Ο δίσκος του ήλιου ήταν μοναδικός και υπεράνω όλου του σύμπαντος, ο μόνος θεός που υπήρχε. Δεν άλλαζε το σχήμα του ή την εμφάνισή του σε άλλες μορφές: ήταν πάντα ο ζωντανός δίσκος του Ηλίου – δεν υπήρχε άλλος από αυτόν.
Αυτό που λανθασμένα περιγράφουμε ως μονοθεϊστικό σχετικά με εκείνες τις άλλες θρησκείες είναι οι ατομικές τους διακηρύξεις ότι υπάρχει μόνο ένας παντοδύναμος θεός και είναι αυτός και μόνο που πρέπει να υπακούουμε και να λατρεύουμε. Στον Ιουδαϊσμό, στον Χριστιανισμό και στο Ισλάμ, οι άλλες θεότητες πρέπει να αγνοούνται, να προκαλούν το δέος αλλά όχι να λατρεύονται. Ο Ακενατών, από την άλλη μεριά, δεν αναγνώριζε καθόλου άλλες θεότητες ούτε καν δευτερεύουσες.
Η εξέλιξη του Ατών
Η πίστη σε έναν μόνο θεό – δημιουργό, σε συνδυασμό με τον κεντρικό ρόλο του ηλίου στην αιγυπτιακή θεολογία, οδήγησε σε πλειονότητα θεοτήτων που ταυτίστηκαν με διάφορες ηλιακές μορφές. ΣτηνΗλιούπολη ο ήλιος εκπροσωπείτο αρχικά από τον Ατούμ, και στην ερμούπολη από τον Ρα. Ο Κεπερά ήταν ο πρωινός ήλιος, ο Ρα ο μεσημβρινός ήλιος και ο Ατούμ, ο βραδυνός ήλιος. Ο Ωρος ήταν επίσης ένας θεός του ήλιου, όπως ήταν και ο Οσιρις σε ορισμένες από τις μορφές του. Στοιχεία της ηλιακής επίδρασης πάνω στις θρησκευτικές πεποιθήσεις εμφανίζονται σε διάφορα κείμενα που βρέθηκαν στους τάφους των φαραώ της 18ης δυναστείας, κείμενα όπως “Η Λιτανεία του Ηλιου” από τη βασιλεία του τούθμωσι Γ' και Το Βιβλίο των Πυλών που βρέθηκε στον τάφο του Χορεμχέμπ, το οποίο περιγράφει τον Ρα ως τον “Αρχοντα των Ατών”.
Καθώς αυξανόταν ο αριθμός των ηλιακών θεών, ταυτότητες άρχισαν να συγχωνεύονται. Ο Ατούμ της Ηλιούπολης έγινε Ατούμ – Ρα, και την εποχή του Ακενατών η κύρια θεότητα της Ηλιούπολης ήταν ο Ρα – Χεράκτις, ένα πλέγμα του Ρα και του Ωρου. Ακόμα και ο Αμμων, ο κύριος θεός των Θηβών, που αρχικά δεν ήταν ηλιακός θεός, έπρεπε να ταυτιστεί με τον ηλιακό Ρα, γινόμενος έτσι Αμμων – Ρα. Λόγω της πλειονότητας των ηλιακών θεών, χρειάστηκε να εκφαζεται η λέξη ήλιος σε ουδέτερο γένος, απαλλαγμένη από ανθρωπομορφική ή θρησκευτική έννοια, και η λέξη Ατών, αναφερόμενη στον ηλιακό δίσκο, ήρθε να καλύψει την ανάγκη αυτή.
Στη διάρκεια της ηγεμονίας της 18ης δυναστείας, ο Ατών σιγά -σιγά έφθασε στο σημείο να έχει μεγαλύτερη σημασία ως θρησκευτικό σύμβολο, αλλά οι ρίζες του φθάνουν μέχρι πολύ πιο πριν, τουλάχιαστον μέχρι την 12η δυναστεία, όταν ο βασιλιάς Αμενεχμέτ, όπως αναφέρεται στην Ιστορία του Σινούε, πέθανε και πέταξε στον ουρανό για να ενωθεί με τον Ατών κι έτσι η θεία σάρκα αναμίχθηκε με αυτόν που τον είχε γεννήσει. Η ίδια ποιητική έκφραση αναγγέλει τον θάνατο του Αμενχοτέπ Α', του δεύτερου φαραώ της 18ης δυναστείας. Ο Τούθμωσις Α', ο επόμενος στη σειρά, διάλεξε ωςέναν από τους τίτλους του την επωνυμία “Ωρος – Ρα, δυνατός ταύρος με μυτερά κέρατα, που προέρχεται από τον Ατών”.
Παρά τον αρχικό ουδέτερο τόνο του Ατών, μία επιγραφή σκαραβαίου της πεοχής του Τούθμωσι Δ' τον περιγράφει ως “θεό των μαχών” που καθιστά τον φαραώ ισχυρό στις περιοχές κατοχής του και φέρνει όλους τους υπηκόους κάτω από την κυριαρχία του δίσκου του ήλιου, μια περιγραφή που δεν έρχεται σε αντίφαση με τον Γιαχβέ στη διάρκεια της χαναανικής κατοχής.
Επίσης, κάτω από τον ίδιο φαραώ, εμφανίζονται στοιχεία για την αύξουσα επιρροή της ηλιακής λατρείας της Ηλιουπόλεως. Σε μια στήλη που αποδίδεται στον Τούθμωσι Δ, ο βασιλιάς αφηγείται πως σαν παιδί είδε ένα όνειρο στο οποίο του δόθηκε η υπόσχεση ότι θα γίνει βασιλιάς από τον ηλιακό θεό Χαρμακέ (τον οποίο γνωρίζουμε ως τη μεγάλη Σφίγγα) αν, ως αντάλλαγμα, θα ελευθέρωνε τον Χαρμακέ από την άμμο. Η υπόλοιπη αφήγηση λείπει, αλλά ο Γκάρντινερ πιστεύει ότι το τμήμα που λείπει προφανώς αναφερόταν στις προσπάθειες του βασιλιά να ξεσκεπάσει τη Σφίγγα από την άμμο που ήταν θαμμένη.
Με τη Βασιλεία του Αμενχοτέπ Γ', ο πατέρας του Ακενατών, ο Ατών απέκτησε μεγάλη σπουδαιότητα. Παραδείγματος χάριν, ονόμασε την κρατική λέμβο “Η Ακτινοβολία του Ατών” και, τουλάχιστον ένα από τα παιδιά του (εκτός του Ακενατών) είχε το όνομα Ατών σαν συνθετικό στοιχείο του.

GARY GREENBERG
ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΜΩΥΣΗ
Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΒΙΒΛΟΥ
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΗΛΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝΑΛΙΟΣ

Τρίτη 16 Μαρτίου 2010

ΣΙΝΤΑΡΤΑ – ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ

Ο Γκοβίντα είπε: “Αγαπάς πάντα την ειρωνεία, μου φαίνεται, Σιντάρτα. Σε πιστεύω και ξέρω πως δεν ακολούθησες κανένα δάσκαλο. Αλλά δεν έχεις ανακαλύψει εσύ ο ίδιος, αν όχι μια διδαχή, μερικές γνώσεις, μερικές εμπειρίες, που σου ανήκουν και σε βοηθούν να ζεις; Αν ήθελες να μου πεις κάτι γι' αυτές, θα μου 'δινες μεγάλη χαρά”.

Ο Σιντάτρα είπε: “Ναι, είχα σκέψεις και βιώματα που και που. Ενιωσα κάποτε, για μια ώρα ή μια μέρα, τη γνώση μέσα μου όπως νιώθει κανείς τη ζωή μέσα στην καρδιά του. Ηταν μερικές σκέψεις, μα μου είναι δύσκολο να τις μοιραστώ μαζί σου. Δες Γκοβίντα μου, αυτή είναι μια από τις σκέψεις που ανακάλυψα: η σοφία δεν μεταδίδεται. Η σοφία που προσπαθεί να μεταδώσει ο σοφός ηχεί πάντα σαν τρέλα”.
“Αστειεύεσαι;” ρώτησε ο Γκοβίντα.
“Δεν αστειεύομαι. Λέω αυτό που ανακάλυψα. Μπορεί να μεταδώσει κανείς τη γνώση, αλλά όχι τη σοφία. Τη σοφία μπορεί κανείς να τη βρει, μπορεί να τη ζήσει, μπορεί να ενισχυθεί απ' αυτήν, να κάνει μ' αυτή θαύματα, αλλά δεν μπορεί να την πει και να τη διδάξει. Αυτό ήταν που υποψιαζόμουνα καμιά φορά όταν ήμουν νέος, αυτό ήταν που με τράβηξε μακριά από τους δασκάλους. Εχω ανακαλύψει μια σκέψη, Γκοβίντα, που θα σου φανεί πάλι σαν αστείο ή σαν τρέλα, αλλά είναι η καλύτερή μου σκέψη. Ακουσέ τη: το αντίθετο κάθε αλήθειας είναι εξίσου αληθινό! Δηλαδή: μια αλήθεια που μπορεί να διατυπωθεί και περιβληθεί με λόγια είναι πάντα μονόπλευρη. Μονόπλευρα είνα όλα όσα μπορεί κανείς να συλλογιστεί με σκέψεις και να πει με λέξεις, όλα μονόπλευρα, μισά όλα, αποκομμένα από την ολότητα, από τον κύκλο, από την ενότητα. Οταν ο Φωτισμένος Βούδας μιλούσε διδάσκοντας για τον κόσμο, ήταν αναγκασμένος να τον διαιρέσει σε σανσάρα και Νιρβάνα, σε πλάνη και αλήθεια, σε οδύνη και σε λύτρωση. Δεν μπορεί κανείς να κάνει αλλιώς, δεν υπάρχει άλλος δρόμος γι' αυτόν που θέλει να διδάξει. Ο κόσμος όμως, όσα συμβαίνουν γύρω μας και μέσα μας, δεν είναι ποτέ μονόπλευρος. Ποτέ ένας άνθρωπος ή μια πράξη δεν είναι μόνο σανσάρα ή μόνο Νιρβάνα, ποτέ δεν είναι ένας άνθρωπος ολότελα άγιος ή εντελώς αμαρτωλός. Κι αν φαίνεται έτσι, είναι γιατί είμαστε υποταγμένοι στην πλάνη πως ο χρόνος είναι κάτι πραγματικό. Ο χρόνος δεν είναι πραγματικός, Γκοβίντα, το διδάχτηκα πολλές φορές αυτό. Κι αν ο χρόνος δεν είναι πραγματικός, τότε έιναι πλάνη και η διαχωριστική γραμμή που φαίνεται πως υπάρχει ανάμεσα στον κόσμο και την αιωνιότητα, ανάμεσα στην οδύνη και τη μακαριότητα, ανάμεσα στο καλό και το κακό”.
“Πως αυτό;” ρώτησε φοβισμένα ο Γκοβίντα.
“Ακουσε καλά, αγαπημένε, άκουσε καλά! Ο αμαρτωλός που είμαι και που είσαι κι εσύ, είναι αμαρτωλός, αλλά θα γίνει κάποτε πάλι Βράχμαν, θα κατακτήσει τη Νιρβάνα, θα γίνει Βούδας – και δες τώρα: αυτό το “κάποτε” είναι πλάνη, είναι μόνο ένα σύμβολο! Ο αμαρτωλός δεν βρίσκεται στο δρόμο που οδηγεί στο Βούδα, δεν υπόκειται σε εξέλιξη, παρόλο που η σκέψη μας δεν μπορεί να συλλάβει αλλιώς τα πράγματα. Οχι, μέσα στον αμαρτωλό υπάρχει, βρίσκεται τώρα κιόλας, σήμερα, ο μελλοντικός Βούδας, το μέλλον του είναι ήδη παρόν, πρέπει να τιμάς σ' αυτόν, σ' εσένα, στον καθένα, τον δημιουργούμενο, τον πιθανό, τον κρυμμένο Βούδα. Ο κόσμος; φίλε Γκοβίντα, δεν είναι ατελής, ούτε πρέπει να τον βλέπουμε σ' έναν αργό δρόμο προς την τελειότητα: όχι, είναι σε κάθε στιγμή τέλειος, κάθε αμαρτία φέρνει μέσα της τη χάρη, όλα τα μικρά παιδιά έχουν μέσα τους το γέρο, όλα τα νήπια το θάνατο, όλοι οι ετοιμοθάνατοι την αιώνια ζωή. Δεν είναι δυνατό για κανέναν να δει πόσο έχει προχωρήσει στο δρόμο του ο άλλος. Ο Βούδας περιμένει μέσα στο ληστή και στον παίκτη των ζαριών, μέσα στο βραχμάνο προσμένει ο ληστής. Η βαθιά συγκέντρωση χαρίζει τη δυνατότητα να σταματήσει κανείς το χρόνο, να δει συγχρόνως, όλη την περασμένη, την τωρινή και τη μελλοντική ζωή, και τότε είναι όλα καλά, όλα τέλεια, είναι όλα Βράχμαν. Γι' αυτό μου φαίνονται καλά όλα όσα υπάρχουν, ο θάνατος μου φαίνεται σαν ζωή, η αμαρτία σαν αγιότητα, η εξυπνάδα σαν ανοησία. Ολα πρέπει να είναι έτσι, όλα χρειάζονται μόνο την επιδοκιμασία μου, μόνο την προθυμία μου, τη γεμάτη αγάπη κατανόησή μου. Ολα είναι καλά έτσι για μένα, τίποτα δεν μπορεί να με βλάψει. Εμαθα από το κορμί κι από την ψυχή μου πως χρειαζόμουνα πολύ την αμαρτία, χρειαζόμουνα τη φιληδονία, την προσπάθεια να αποκτήσω πράγματα, τη ματαιοδοξία, όπως χρειαζόμουν τη βαθιά απελπισία, για να μάθω να εγκαταλείψω την αντίσταση, για να μάθω ν' αγαπάω τον κόσμο, για να μάθω να μην τον συγκρίνω πια μ' οποιονδήποτε από τους κόσμους που είχα επιθυμήσει ή που είχα φανταστεί, μ' ένα είδος τελειότητας που είχα σκεφτεί εγώ, αλλά να τον αφήνω όπως είναι, και να τον αγαπάω και να του ανήμω με ευχαρίστηση. Αυτές, Γκοβίντα, είναι μερικές από τις σκέψεις, που μου ήρθαν στο νου”.
Ο Σιντάρτα έσκυψε, σήκωσε μια πέτρα από το έδαφος και τη ζύγισε στο χέρι. “Αυτό εδώ”, είπε παίζοντας, “είναι μια πέτρα, και μπορεί να γίνει σε μια ορισμένη στιγμή γη, κι από γη θα γίνει φυτό ή ζώο ή άνθρωπος. Παλιότερα θα έλεγα: Αυτή η πέτρα είναι μόνο πέτρα, δεν έχει αξία, ανήκει στον κόσμο της μάγια: αλλά επειδή μπορεί να γίνει στον κύκλο των μεταμορφώσεων και πνεύμα, γι' αυτο της δίνω κι αυτής αξία. Ισως να σκεφτόμουνα έτσι παλιότερα. Σήμερα όμως σκέφτομαι: Αυτή η πέτρα είναι και ζώο, είναι και Θεός, είναι και Βούδας, την αγαπώ και την τιμώ όχι επειδή θα μπορούσε να γίνει κάποτε τούτο ή εκείνο, αλλά επειδή είναι από καιρό και για πάντα όλα – κι ακριβώς γι' αυτό, επειδή είναι πέτρα, επειδή μου φαίνεται σαν πέτρα τώρα και σήμερα, γι' αυτό την αγαπώ και βλέπω αξία και νόημα σε κάθε φλέβα της, σε κάθε της κοίλωμα, στο κίτρινο, στο γκρίζο, στη σκληρότητα, στον ήχο που βγάζει όταν τη χτυπάω, στην ξηρότητα ή την υγρασία της επιφάνειάς της. Υπάρχουν πέτρες που μοιάζουν σαν λάδι ή σαν σαπούνι, κι άλλες σαν φύλλα, άλλες σαν άμμος, και καθεμιά είναι ξεχωριστή και προσεύχεται το Ομ με το δικό της τρόπο, καθεμιά είναι Βράχμαν, είναι όμως ταυτόχρονα κι εξίσου πέτρα, είναι σαν λάδι, σαν σαπούνι, κι αυτό ακριβώς μου αρέσει, μου φαίνεται υπέροχο και άξιο λατρείας. Αλλά ας μην πω περισσότερα γι' αυτό. Οι λέξεις δεν κάνουν καλό στη μυστική σημασία, όλα γίνονται κάπως διαφορετικά όταν μιλήσει κανείς γι' αυτά, όλα παραπονιούνται λίγο, φαίνονται λίγο τρελά – ναι, ακόμα κι αυτό ειναι πολύ καλό και μου αρέσει πολύ, συμφωνώ να ηχεί πάντα στον άλλο σαν τρέλα αυτό που είναι ο θησαυρός και η σοφία ενός ανθρώπου”.
Ο Γκοβίντα άκουγε σιωπηλά.
“Γιατί μου το είπες αυτό για την πέτρα;” ρώτησε διστακτικά, ύστερα από μια παύση.
“Εγινε χωρίς πρόθεση. Ή μάλλον εννοούσα ότι αγαπάω την πέτρα και τον ποταμό, κι όλα αυτά τα πράγματα που βλέπουμε και μπορούμε να διδαχτούμε απ' αυτά. Μπορώ ν' αγαπήσω μια πέτρα Γκοβίντα, κι ένα δέντρο ή ένα κομμάτι φλοιού. Είναι πράγματα αυτά Γκοβίντα, και τα πράγματα μπορεί κανείς να τ' αγαπήσει. Τις λέξεις όμως δεν μπορώ να τις αγαπήσω. Γι' αυτό δεν έχουν καμία αξία για μένα οι διδαχές. Δεν έχουν ούτε σκληρότητα, ούτε μαλακότητα, ούτε χρώματα, ούτε κόχες, ούτε μυρωδιά, ούτε γεύση, δεν έχουν παρά μόνο λέξεις. Ισως αυτό είναι που σε εμποδίζει να βρεις τη γαλήνη, ίσως να είναι οι πολλές λέξεις. Γιατί ακόμα κι η λύτρωση και η αρετή, ακόμα και η σανσάρα και η Νιρβάνα είναι μόνο λέξεις, Γκοβίντα. Δεν υπάρχει κανένα πράγμα που θα μπορούσε να είναι Νιρβάνα. Υπάρχει μόνο η λέξη Νιρβάνα”.
Ο Γκοβίντα είπε: “Δεν είναι μόνο η λέξη Νιρβάνα, φίλε. Είναι μια σκέψη”.
Ο Σιντάρτα συνέχισε: “Μια σκέψη, ας είναι κι έτσι. Πρέπει να σου το ομολογήσω, αγαπημένε: δεν βρίσκω μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις σκέψεις και τις λέξεις. Για να μιλήσω ανοιχτά, δεν έχω μεγάλη υπόληψη ούτε στις σκέψεις. Εχω περισσότερη υπόληψη στα πράγματα.
“Εδώ π.χ., σ' αυτό το πέραμα, ένας άνθρωπος ήταν προκάτοχος και δάσκαλός μου. Ένας άγιος ανθρωπος, που πίστευε μερικά χρόνια μόνο στον ποταμό, σε τίποτ' άλλο: είχε καταλάβει πως η φωνή του ποταμού του μιλούσε, μάθαινε απ' αυτή, εκείνη τον εκπαίδευε και τον δίδασκε, ο ποταμός του φαινόταν Θεός. Πολλά χρόνια πέρασαν χωρίς να μάθει ότι κάθε άνεμος, κάθε σύννεφο, κάθε πουλί, κάθε χρυσοκάνθαρος είναι εξίσου θεϊκός κι ότι ξέρει και μπορεί να διδάξει τόσα πολλά όσα και ο λατρεμένος του ποταμός. Οταν όμως πήγε στα δάση αυτός ο άγιος, τα ήξερε όλα, ήξερε πολύ περισσότερα απ' ό,τι εσυ κι εγώ, χωρίς δασκάλους, χωρίς βιβλία, μόνο γιατί είχε πιστέψει στον ποταμό”.
Ο Γκοβίντα είπε: “Είναι όμως κάτι πραγματικό αυτό που ονομάζεις “πράγμα”, είναι κάτι υπαρκτό; Δεν είναι μόνο δόλος της μάγια, μόνο εικόνα και φαινόμενο; Η πέτρα σου, το δέντρο, ο ποταμός σου- είναι πραγματικότητα όλ' αυτά;”
“Ούτε αυτό δεν με σκοτίζει πολύ”, είπε ο Σιντάρτα. “Αν τα πράγματα είναι απλώς φαινόμενα, τότε έιμαι κι εγώ φαινόμενο, κι έτσι είναι όμοιά μου. Αυτό είναι που τα κάνει τόσο αγαπητά και αξιοσέβαστα για μένα, το ότι είναι όμοιά μου. Γι' αυτό μπορώ να τ' αγαπήσω. Κι αυτή είναι μια διδαχή που θα σε κάνει να γελάσεις: μου φαίνεται, Γκοβίντα, ότι το σπουδαιότερο απ' όλα είναι η αγάπη. Μπορεί να είναι αποστολή των μεγάλων στοχαστών να παρατηρούν τον κόσμο, να τον εξηγούν ή και να τον περιφρονούν. Αλλά το μόνο που έχω να κάνω εγώ είναι να μπορώ ν' αγαπάω τον κόσμο, να μην τον περιφρονώ, να μην τον μισώ ούτε κείνον ούτε τον εαυτό μου, να μπορώ να βλέπω τον κόσμο, τον εαυτό μου κι όλα τα πλάσματα με θαυμασμό και δέος”.
“Το καταλαβαίνω αυτό”, είπε ο Γκοβίντα. “Αλλά αυτό ακριβώς ονόμασε απάτη εκείνος, ο Φωτισμένος. Επιτρέπει την ευμένεια, την επιείκεια, τον οίκτο, την υπομονή, αλλά όχι την αγάπη. Μας έχει απαγορέψει να δένουμε την καρδιά μας στην αγάπη των επιγείων”.
“Το ξέρω”, είπε ο Σιντάρτα. Το χαμόγελό του ακτινοβολούσε σαν χρυσάφι. “Το ξέρω Γκοβίντα. Αλλά δες, βρισκόμαστε ακριβώς στη μέση του δάσους των απόψεων, της διαμάχης των λέξεων. Γιατί δεν μπορώ να το αρνηθώ, τα λόγια μου για την αγάπη έρχονται σε αντίθεση, σε φαινομενική αντίθεση με τα λόγια του Γκοτάμα. Γι' αυτό ακριβώς έχω τόσο μεγάλη δυσπιστία για τις λέξεις, επειδή ξέρω ότι αυτή η αντίθεση είναι πλάνη. Ξέρω πως συμφωνώ με τον Γκοτάμα. Πως θα μπορούσε Εκείνος να μη γνωρίζει την αγάπη; Εκείνος, που είδε την ανθρώπινη ύπαρξη σ' όλη της την παροδικότητα, σ' όλη τη μηδαμινότητά της, αγάπησε τόσο πολύ τους ανθρώπους, που αφιέρωσε μια ολόκληρη, μακριά, επίμονη ζωή για να τους βοηθήσει, για να τους διδάξει! Και σ' εκείνον, σ' εκείνον το μεγάλο δάσκαλο, τα πράγματα έχουν για μένα μεγαλύτερη αξία από τις λέξεις, οι πράξεις κι η ζωή του από τους λόγους του, οι κινήσεις τους χεριού του μου φαίνονταν σημαντικότερες από τις απόψεις. Δεν βλέπω το μεγαλείο του σε λόγους και σε σκέψεις, το μεγαλείο του το βρισκω μόνο στην πράξη και στη ζωή”.
Οι δύο ηλικιωμένοι άντρες έμειναν πολλή ώρα σιωπηλοί...

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ 
ΣΙΝΤΑΡΤΑ Ενα ινδικό παραμύθι
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΜΑΡΙΑ ΠΑΞΙΝΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Δευτέρα 15 Μαρτίου 2010

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ – ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ

Ο ΙΩΣΗΦ Κ. ονειρεύτηκε:
Ηταν μια εξαίσια μέρα και ο Κ. θέλησε να πάει περίπατο. Δεν πρόλαβε να κάνει δύο βήματα κι έφτασε κιόλας στο νεκροταφείο. Υπήρχαν εκεί δρόμοι πολύ τεχνητοί, που ξετυλίγονταν με τρόπο όχι και πολύ πρακτικό, όμως εκείνος γλίστρησε πάνω σ' έναν τέτοιο δρόμο, όπως πάνω σε νερό που κυλάει ορμητικά, σε μια ακλόνητα αιωρούμενη στάση. Από απόσταση κιόλας έπεσε το μάτι του σ' ένα φρεσκοφτιαγμένο τύμβο, κοντά στον οποίο θέλησε να κάνει μια στάση.
Αυτός λοιπόν, ο τύμβος εξασκούσε μια κάποια γοητεία πάνω του κι είχε την εντύπωση ότι θα 'κανε πολλήν ώρα να φτάσει ως εκεί. Κάποιες φορές μόλις μπορούσε να διακρίνει τον τύμβο, του κρυβόταν από σημαίες, που τα πανιά τους κυμάτιζαν και χτυπιόντουσαν μεταξύ τους με μεγάλη δύναμη. Τους σημαιοφόρους δεν μπορούσε να τους διακρίνει, αλλά ένιωθε ότι εκεί γιόρταζαν κάτι μέσα σε απεριγραπτο ενθουσιασμό. Ενω εξακολουθούσε να έχει τα μάτια του καρφωμένα πέρα, μακριά, αντίκρισε ξαφνικά τον ίδιο τύμβο, δίπλα του, στο δρόμο, και μάλιστα σχεδόν στα νώτα του. Έδωσε έναν πήδο και βρέθηκε στο γρασίδι.
Επειδή ο δρόμος εξακολουθούσε να κυλάει με δύναμη κάτω από τα πόδια του, καθώς έκανε το σάλτο, ταλαντεύτηκε κι έπεσε ακριβώς μπροστά στον τύμβο με τα γόνατα. Πίσω από το μεγάλο μνήμα βρισκόντουσαν δύο άντρες που κράταγαν ανάμεσά τους μια ταφόπετρα και την είχαν σηκώσει ψηλά. Μόλις φάνηκε ο Κ. χώσανε την πέτρα στη γή, κι αυτή ορθώθηκε και στάθηκε σαν να ήταν στέρεα χτισμένη. Αμέσως πρόβαλε πίσω από κάτι θάμνους ένας τρίτος άντρας, που ο Κ. αναγνώρισε στην μορφή του τον καλλιτέχνη. Φορούσε μονάχα παντελόνι κι ένα πουκάμισο που ήταν κουμπωμένο στραβά. Στο κεφάλι του είχε ένα βελούδινο σκούφο. Στο χέρι του κρατούσε ένα συνηθισμένο μολύβι με το οποίο, μόλις ήρθε κοντά, άρχισε να σχηματίζει διάφορες φιγούρες στον αέρα. Μ' αυτό το μολύβι λοιπόν πήρε θέση πάνω στην πέτρα. Η πέτρα ήταν πολύ ψηλή, δε χρειαζόταν καθόλου να σκύψει, έπρεπε μονάχα να γείρει λικάκι μπροστά, επειδή ο τύμβος, που δεν ήθελε να πατήσει, τον χωριζε από την πέτρα.
Στεκόταν, λοιπόν, τεντωμένος πάνω στις μύτες των ποδιών του και με το αριστερό του χέρι στηριζόταν πάνω στην επιφάνεια της πέτρας. Μ' έναν ιδιαίτερα επιδέξιο χειρισμό κατάφερε να σχηματίσει μ' αυτό το συνηθισμένο μολύβι ολόχρυσα γράμματα. Εγραψε: “Εδώ αναπαύεται”. Το κάθε γράμμα φάνταζε ολοκάθαρο και όμορφο, βαθιά χαραγμένο με ατόφιο χρυσάφι. Οταν έγραψε τις δύο λέξεις, έριξε μια ματιά πίσω, προς το μέρος του Κ. Ο Κ., που ήταν πολύ περίεργος για τη συνέχιση της επιγραφής, δεν πρόσεχε καθόλου τον άντρα, αλλά είχε καρφωμένο το βλέμμα του μόνο στην πέτρα.
Ο άντρας συνέχισε το γράψιμο, σταμάτησε όμως πάλι. Φαίνεται πως υπήρχε κάτι που τον εμπόδιζε. Αφησε το μολύβι να του πέσει και ξαναγύρισε στον Κ. Τώρα είδε και ο Κ. τον επιγραφοποιό και παρατήρησε πως βρισκόταν σε μεγάλη αμηχανία, δεν μπόρεσε όμως να εξηγήσει την αιτία. Ολη η προηγούμενη ζωηράδα του είχε εξαφανιστεί. Ετσι, ξαφνικά, αισθάνθηκε και ο Κ. αμηχανία. Ανταλάξανε απορημένα βλέμματα. Ειχε δημιουργηθεί μια πολύ άσκημη παρεξήγηση, που κανένας δεν μπορούσε να διαλύσει.
Εκτός αυτού, άρχισε κιόλας να ηχεί άκαιρα μια μικρή καμπάνα από το παρεκκλήσι του νεκροταφείου, όμως ο επιγραφοποιός έσφιξε σε γροθιά το υψωμένο του χέρι κι αυτή σίγησε. Υστερα από μια στιγμούλα ξανάρχισε. Αυτή τη φορά όμως πολύ σιγανά, και, δίχως να τη διατάξει κανείς, σταμάτησε αμέσως. Ηταν σαν να ήθελε να δοκιμάσει μονάχα τον ήχο της. Ο Κ. ένιωθε απαρηγόρητος για την κατάσταση του επιγραφοποιού, έβαλε τα κλάματα και για πολλήν ώρα έκλαιγε με λυγμούς, σκεπάζοντας το πρόσωπο με τα χέρια του. Ο επιγραφοποιός περίμενε μέχρις ότου ο Κ. ηρέμησε κι αποφάσισε κατόπιν, μια και δεν έβρισκε άλλη διέξοδο, να συνεχίσει το γράψιμο. Η πρώτη μικρή γραμμή που χάραξε ήταν για τον Κ. λυτρωτική, όμως ο επιγραφοποιός, όπως φαίνεται, την έκανε καταβάλλοντας τη μεγαλύτερη δυνατή προσπάθεια.
Ο γραφικός χαρακτήρας δεν ήταν σαν πρώτα τόσο όμορφος, έδειχνε κυρίως να του λείπει το χρυσό. Μισοσβησμένη και ασταθής τραβιόταν η μολυβιά και το γράμμα αυτή τη φορά έγινε πολύ μεγάλο. Ηταν ένα Ι, είχε πια σχεδόν τελειώσει, όταν ο επιγραφοποιός άρχισε να τσαλαβουτάει με το 'να του πόδι μέσα στον τύμβο, έτσι που το χώμα τιναζόταν ένα γύρο ψηλά στον αέρα. Επιτέλους, ο Κ. τον κατάλαβε. Δεν ήταν καιρός για παρακάλια πια. Μ' όλα του τα δάχτυλα έσκαψε βαθιά μες στο χώμα, που σχεδόν δεν του έφερε την παραμικρή αντίσταση. Ολα φαινόντουσαν προετοιμασμένα. Μόνο για τα μάτια, ήταν στρωμένη από πάνω μαι λεπτή κρούστα γης. Ακριβώς πίσω απ' αυτή σχηματίστηκε μια μεγάλη τρύπα με απότομα τοιχώματα, μέσα στην οποία, γυρισμένος ανάσκελα από ένα απαλό ρεύμα βυθίστηκε ο Κ. Ενώ όμως αυτόν κάτω τον κατάπινε το αδιαπέραστο χάος, με το κεφάλι ανασηκωμένο ακόμα ψηλά στον αυχένα, είδε να γράφεται τ' όνομά του πάνω στην πέτρα, ψηλά, με τεράστια καλλιγραφικά γράμματα. Συνεπαρμένος από τούτο το θέαμα ξύπνησε.

ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ
Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΣΕΙΡΗΝΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΝΣΤΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ Σ. Ι. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΙΑ Ο.Ε.