.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

Η ΑΥΓΗ – ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΡΕΜΠΩ



Αγκαλιά πήρα και φίλησα την καλοκαιριάτικην Αυγή.

Τίποτε ακόμη στων αρχοντικών την πρόσοψη δεν σάλευε. Άψυχα τα νερά. Κι όλοι τους οι κατασκηνωμένοι, τόπους τόπους, ίσκιοι, πλάι απ' του δάσους τον δρομάκο, στην ίδια θέση πάντα. Κίνησα να περπατώ ξυπνώντας ολοζώντανες θερμές ανάσες κι άνοιξαν μάτι τα πετράδια να κοιτάξουν, οι φτερούγες υψώθηκαν αθόρυβα μες στον αέρα.

Το πρώτο συναπάντημα ήταν, στο μονοπάτι το σπαρμένο κιόλας ωχρές δροσάτες λάμψεις, ένα λουλούδι που μου 'πε τ' όνομά του. Καταντικρύ του καταρράχτη του κατάξανθου γέλασα που αναμαλλιάστηκε πάνου στα έλατα. Πιο ψηλά, στην κορυφή, πέτυχα τη Θεά. Βάλθηκα τότε να της αφαιρώ τους πέπλους έναν έναν. Μες στη δεντροστοιχία με χειρονομίες μεγάλες. Πέρα στους κάμπους όπου την κατάδωσα στον πρώτο πετεινό. Καταμεσής της πολιτείας όπου μου ξεγλιστρούσε ανάμεσα καμπαναριά και τρούλους. Και δώστου εγώ ξοπίσω της σαν τον ζητιάνο να τρεχοκοπώ στην πέτρινη την προκυμαία πάνου.

Κει που τελειώνει ο δρόμος, σιμά σ' έναν δαφνώνα, την αγκάλιασα επιτέλους μ' όλους μαζί τους πέπλους κι ένιωσα μια στιγμούλα επάνω μου το απέραντο κορμί της.

Ύστερα, κυλιστήκανε μαζί. Αυγή και αγόρι, στα ριζά του δάσους, χάμου.

Όταν ξύπνησα ήταν μεσημέρι.


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Όταν οι άγγελοι περπατούν
Ανθολογία πεζού ποιήματος
ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΕΙΜΕΝΩΝ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΕΤΕΧΜΙΟ

Δεν υπάρχουν σχόλια: