Coincidentia Oppositorum

Δευτέρα 12 Απριλίου 2010

ΤΑ ΕΞΙ ΚΛΕΙΔΙΑ ΤΟΥ ΕΥΔΟΞΟΥ – ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΚΛΕΙΔΙ – ISRAEL REGARDIE

Marc Johnson~Bass, Peter Erskine~Drums,
John Scofield~Guitar, Bill Frisell~Guitar

1.Το Πρώτο Κλειδί είναι αυτό που ανοίγει τις σκοτεινές φυλακές, μέσα στις οποίες είναι κλεισμένο το Θείο. Είναι αυτό που γνωρίζει πως να εξάγει το σπόρο από το σώμα και αυτό που σχηματίζει τη Φιλοσοφική Λίθο με την ένωση του πνεύματος και του σώματος – του θείου με τον υδράργυρο.
2. Ο Ερμής υπέδειξε τη λειτουργία του Πρώτου Κλειδιού με τούτα τα λόγια: Μέσα στο σπήλαιο των μετάλλων υπάρχει κρυμμένη η Λίθος, που είναι σεβάσμια και εξαίσια στο χρώμα, ένας νους μεγαλειώδης και μια ανοιχτή θάλασσα.
3. Τούτη η Λίθος έχει μια λαμπρότητα. Περιέχει ένα Πνεύμα μεγαλειώδους αρχής. Είναι η Θάλασσα των Σοφών, μέσα στην οποία αναζητούν τον μυστηριώδη Ιχθύ.
4. Όμως, οι λειτουργίες των τριών σχετίζονται αναλογικά μεταξύ τους και οι φιλόσοφοι μιλούν διφορούμενα, έτσι που να παραπλανηθούν εκείνοι οι οποίοι δε διαθέτουν τα μάτια του Λύγκα και να χαθούν μέσα σε αυτό το λαβύρινθο, απ' όπου είναι πολύ δύσκολο να βγού. Στην πραγματικότητα, όταν νομίζεις ότι μιλούν για μια συγκεκριμένη εργασία, εκείνοι συχνά εννοούν κάποια άλλη.
5. Πρόσεξε, λοιπόν, να μην παραπλανηθείς, επειδή αληθεύει ότι σε κάθε έργο ο Σοφός Καλλιτέχνης θα πρέπει να διαλύσει το σώμα με το πνεύμα. Οφείλει να κόψει το κεφάλι του Κόρακα, να λευκάνει το Μαύρο και να ζωντανέψει το Λευκό. Εντούτοις είναι σωστό για το Σοφό Καλλιτέχνη, κατά το Πρώτο Εργο, να κόβει το κεφάλι του Μαύρου Δράκοντα και του Κόρακα.
6. Οπότε ο Ερμής λέγει: Αυτό που έχει ο Κόρακας είναι η αρχή τούτης της Τέχνης. Λάβε υπ' όψιν ότι με την αφαίρεση του μαύρου, του βρώμικου και του δύσοσμου καπνού του πιο Σκοτεινού Μαύρου, σχηματίζεται η αστρική, η λευκή και περίλαμπρη Λίθος, η οποία περιέχει στις φλέβες της το αίμα του Πελαργού. Με αυτόν τον Πρώτο Εξαγνισμό της Λίθου και με τούτη τη λαμπρή λεύκανση τελειώνει το έργο του Πρώτου Κλειδιού.

ISRAEL REGARDIE
Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΛΙΘΟΣ
ΚΑΙ ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΟΝΤΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ  

Κυριακή 11 Απριλίου 2010

ΤΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ - STANLEY KUNITZ

Εχω περπατήσει ανάμεσα από πολλές δραστηριότητες,
μερικές απ' αυτές μου ανήκουν,
και δεν είμαι εκείνος που ήμουν,
αν και κάποια αρχή της ύπαρξης
υπάρχει ακόμη και απ' την οποία παλεύω
να μην ξεστρατίσω.
Όταν κοιτάζω προς τα πίσω,
όποτε υποχρεωθώ να κοιτάξω
πριν να μπορέσω να μαζέψω δύναμη
να συνεχίσω το ταξίδι μου,
βλέπω τα ορόσημα να φθίνουν
προς τον ορίζοντα
και οι αργοκίνητες φωτιές να σέρνονται
απ' τις εγκαταλειμμένες τοποθεσίες του κάμπου,
πάνω από καθεμιά σαρκοβόροι άγγελοι
στριφογυρίζουν επάνω σε βαριά φτερά.
Ω, έφτιαξα τον εαυτό μου ένα είδος
έξω απ' τα πραγματικά μου αισθήματα,
και το είδος μου είναι διασκορπισμένο!
Πως θα συμφιλιωθεί η καρδιά
με τα συμπόσια των χαμών;
Σ' ένα ξεσήκωμα τ' αγέρα
η μανιασμένη σκόνη των φίλων μου
εκείνων που έπεσαν στη διαδρομή,
πικρά κεντρίζει το πρόσωπό μου.
Κι όμως γυρίζω, γυρίζω ακόμα,
πανηγυρίζοντας κάπως
με την θέλησή μου ανέπαφη να πάω
οπουδήποτε έχω ανάγκη να πάω
και κάθε πέτρα στο δρόμο
πολύτιμη για μένα.
Στην πιο πολύ σκοτεινή μου νύχτα
όταν το φεγγάρι ήτανε σκεπασμένο
και τραβούσα κουπί ανάμεσα σε συντρίμμια
μια φωνή σύννεφου φωτεινού
με κατεύθυνε:
"Δραστήριος μες στα στρώματα
όχι πάνω στα σκουπίδια"
Αν και στερούμαι την τέχνη
ν' αποκρυπτογραφήσω τούτο,
χωρίς αμφιβολία το επόμενο κεφάλαιο
των μεταμορφώσεων στο βιβλίο μου
είναι ήδη γραμμένο.
Δεν ανέχομαι τις αλλαγές μου.

Αγγλοι και Αμερικανοί ποιητές
1850 -1995
Κείμενα βιογραφιών, επιλογή και 
μετάφραση ποιημάτων
ΑΛΚΗ ΤΕΛΕΝΤΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΩΔΩΝΗ

STIBIUM (SB) – ΕΡΡΙΚΟΣ ΚΟΥΝΡΑΤ (1520 – 1605)

 Θ' αγγίξεις με τα χέρια σου και θα δεις με τα μάτια σου το ΑΖΩΘ, δηλαδή τον καθολικό Υδράργυρο των Φιλοσόφων, ο οποίος μόνος σού αρκεί για να λάβεις την Λίθο μας, δια του εσωτερικού και εξωτερικού Πυρός, το οποίο εντούτοις έχει ενωθεί Φυσικο – Μαγικώς με το Ολυμπιακό Πυρ δια μιας συμπαθητικής αρμονίας. Εάν δεν γνωρίζεις τελείως αυτό το βαθιά κρυμμένο μυστικό του Ηφαίστου, εάν δεν μάθεις επακριβώς να το χρησιμοποιείς στον Τρι – Ένα φούρνο, τον σφαιρικά κυκλικό, εκπαιδευμένος είτε από την τέχνη, είτε από συχνή χρήση, είτε από τον Ίδιο τον Θεό δια της πρακτικής της Καμπαλά, θα εργάζεσαι μάταια (ακόμη κι αν έχεις την απαιτούμένη ύλη). Τα σκότη εμφανίζονται στο πρόσωπο της αβύσσου. Η Νύχτα, ο Κρόνος και το Αντιμόνιο των Σοφών εμφανίζονται. Η μαυρίλα και η Κεφαλή του Κόρακα κι όλα τα χρώματα του Κόσμου εμφανίζονται κατά την ώρα της σύζευξης. Επίσης εμφανίζεται το ουράνιο τόξο (η Ιριδα), πρεσβευτής του Θεού, και η ουρά του παγωνιού. Αυτά είναι τα αξιοσημείωτα μυστήρια που διδάσκονται όσοι αγγίζουν το ουράνιο τόξο ή διδάσκονται μέσα στην Παλαιά και την Καινή διαθήκη.
Εν τέλει όταν το έργο θα έχει περάσει από το στακτί χρώμα στο λευκό και στο κίτρινο, θα δεις τη ΛΙΘΟ ΤΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ, Βασιλεά μας και Κυρίαρχο των Κυριάρχων, να εξέρχεται από το γυάλινο τάφο της για ν' ανέλθει στην κλίνη της ή το θρόνο της σ' αυτήν την κοσμική σκηνή, στο δοξασμένο σώμα της, το αναγεννημένο και τελειότατο, αποκαλούμενο αλλιώς Λαμπρό Ρουμπίνι, που έχει ακτινοβόλο λάμψη, και του οποίου τα λεπτότατα και καθαρμένα μέρη, με την ειρηνική συμφωνία της ανάμειξης, συνδέονται αδιαχώριστα και συγκροτούνται σε Εν.

ΕΡΡΙΚΟΣ ΚΟΥΝΡΑΤ
ΤΟ ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ
ΕΝΑ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΥ
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΑΖΗΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΠΟΛΥΧΡΟΝΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΥΡΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Παρασκευή 9 Απριλίου 2010

Συμβούλιον ηθικής - Νίκος Τσιφόρος

Ο προ-πρόπαππος κρεμάστηκε στην πιο τιμητική θέση. Ακριβώς στη μέση του τοίχου και λίγο ψηλότερα. Από κει πάνω επεδείκνυε μια καλοθρεμμένη μουστάκα και άρματα καλογυαλισμένα. Σύμφωνα με τα λεγόμενα της οικογένειας, τα άρματα αυτά έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην μάχη των Δερβενακίων. Οι κακές γλώσσες ισχυρίζονται ότι ο προ-πρόπαππος ανακατεύτηκε στην Επανάσταση μάλλον από έρωτα προς το επάγγελμα του κατσικοκλέφτη, εις το οποίον μάλιστα και διεκρίθη.
Αριστερά του και λίγο πιο κάτω ακριβώς, ποζάριζε, κρεμασμένος πάντα ο πρόπαππος. Είχε "παραγναθίδες", κοστούμι Λουδοβίκου Φιλίππου και ελαφρώς ηλίθιον βλέμμα. Αντίθετα με τον πατέρα του ήταν η ηρωική ρίζα, ο πρόπαππος αποτελούσε την οικονομική ρίζα της οικογένειας. Στο Γαλάτσι της Ρουμανίας, κατάφερε να κλέψει με τον αξιοπρεπέστερον τρόπο όλους τους Βλάχους, έκανε όμως πολλές φιλανθρωπικές δωρεές, έγιν' επίτροπος και κατέκτησε με τον ιδρώτα του τον τίτλο του ομογενούς. Το πικέ γιλέκο του μαρτυρούσε για τα κιούπια με τις λίρες που του κατελόγιζε δήθεν η οικογένεια.
Ο παππούς, δεξιά και ακριβώς κατάφατσα τω εισερχομένω, υπήρξε γιατρός. Η επιστημονική αυτή κορυφή, είχε στείλει στον Άδη περισσότερους πελάτες απ' όσους στέλνουν σήμερα δεκαοχτώ εργολάβοι κηδειών μαζί. Στον καιρό του άνοιγε σπυριά, ξεγεννούσε γυναίκες και αγελάδες, έφτιαχνε κίτρινα χάπια και πότιζε όλους τους αρρώστους του άλατα πουργαντικά ασχέτως ασθενείας, ηλικίας ή φύλου. Η οικογένεια εξετίμησε απείρως τας προς την ανθρωπότητα παρασχεθείσας υπηρεσίας του παππού και τον ετιτλοφόρησε "αντεπιστέλλον μέλος της Βρετανικής Ιατρικής Εταιρείας". Επειδή όμως ο παππούς ήταν πεθαμένος, ούτε η Βρετανική Εταιρεία, ούτε ο ίδιος, κάνανε τον κόπο να το διαφεύσουνε.
Ο απέναντι τοίχος είχε διατεθεί για το κρέμασμα άλλων προσωπικοτήτων της οικογενείας. Ο θείος ο Ηρακλής, πολιτευτής του Αγρινίου, μηδέποτε εργασθείς και αείποτε διοριζόμενος και ρουσφετολογών, ήδη αποθαμένος, με τον τίτλον του πολιτευτού, η θεία η Πηνελόπη που δεν κατόρθωσε να παντρευτεί και απέκτησε μια τόσο απαίσια φάτσα, ώστε να μην έχει το θάρρος ν' αντικρίσει ούτε τον νυμφίο εις το Υπερπέραν ένθα ποιεί μονίμως τας διατριβάς της, κάποια γιαγιά που της ρετουσάρανε το τσεμπέρι και το μετατρέψανε σε κόμην αυτοκρατείρας Ευγενίας, ένας παλαίμαχος έφεδρος ανθυπασπιστής του Πεζικού, πεσών προ του 12 σε καυγά -και που αν δεν έπιπτε θα γινόταν σίγουρα στρατηγός- και ο θείος Κανέλλος, πρόεδρος φιλανθρωπικού σωματείου, ζωντανός ακόμη, γιατί το ταμείο τουσυλλόγου βαστιέται καλά μέχρις των καθ' ημάς ημερών.
Ο τρίτος τοίχος, εκτός από δύο περιστέρια, έργο της μαμάς τον καιρό της αίγλης της, φιλοξενούσε τους ζώντας της οικογενείας. Τον μπαμπά, ξυρισμένον και σχετικώς με καθαρόν κολάρο -πράγμα τελείως αντίθετο προς την πραγματικότητα- τον θείο Ιούλιο, μηχανικό του μικρού Πολυτεχνείου, αλλά με τουπέ του μεγάλου, τις θείες Ευριδίκην και Νανέτ, πολύ λίγο αλλήθωρες και πολύ πολύ μεγαλοπρεπείς, και τον μικρόν, τον Μπούλη, δεκατεσσάρων ετών μαντραχαλάκι, με σκιάν μύστακος, ένα λάστιχο για πουλιά στην τσέπη και την ελπίδα της οικογενείας.
Η νύχτα έπεσε στο σαλόνι μ' ένα αντιπαθέστατο βιολέ χρώμα, όταν όλες αυτές οι φωτογραφίες άρχισαν να ζωντανεύουν. Εβγήκε δηλαδή πρώτα ο κούκος του ρολογιού και ειδοποίησε ότι είναι μεσάνυχτα. Τότε ο προ-πρόπαπος έβηξε ένα είδος τσιμπουκόβηχα, ο πρόπαππος είπε "επί τέλους", ο παππούς έπιασε το σφυγμό του και όλοι αναλόγως σαλέψανε μέσα στα κάδρα τους. Ο θείος Ηρακλής μάλιστα, άφησε και ένα είδος εύθυμης βρισιάς που έκανε την Πηνελόπη να κοκκινίσει.
"Ποτέ δεν θα μάθει τρόπους αυτός ο Ηρακλής", παραπονέθηκε βγαίνοντας από το κάδρο της.
Αλλά κανείς δεν της έδωσε σημασία, όλοι, πρόγονοι και σύγχρονοι, βιαζόντουσαν να συγκεντρωθούν επάνω στο βελουτέ τραπεζομάντιλο που είχε χρώμα κερασιού και μερικές κηλίδες από σιρόπια.
Μαζεύτηκε λοιπόν η οικογένεια, μαζί κι Μπούλης που δεν είχε τι να κάνει κι έπαιζε με το λάστιχό του, φώναξε προσκλητήριο, ο θείος ο ανθυπασπιστής, τους βρήκε όλους παρόντας, έδωσε την αναφορά του στον προ-πρόπαππο που σύμφωνα με τον Εβραϊκό Νόμο της πατρογονίας, ήταν ο φυσικός αρχηγός της συγκεντρώσεως και πήγε και κάθισε στην άκρη του μεγάλου κρυστάλλινου σαντριέ. Μια σιωπή γεμάτη απειλές απλώθηκε στο τραπεζομάντιλο, ύστερα ο προ-πρόπαππος, μίλησε με τη βραχνοφωνάρα του.
"Να έρθει εδώ."
Από τη μέση του τραπεζιού, από 'να καδράκι έξι επί οχτώ βγήκε πολύ δειλά μια κοπελίτσα με μαγιό. Ήταν δεν ήταν δεκαοχτώ χρονών, όμορφη, πεταχτούλα, ροζυμωμένη, έκτακτο ένα πλασματάκι.
Η φωτογραφία ανήκε στη Νίνα, τη σημερινή κοπέλα της οικογενείας. Έργο του καλλιτέχνου κυρίου Τοσκάνοβιτς, ωραία φωτισμένη, προκλητική, θαυμαστή, δεν είχε καμιά σχέση με τις παλιές φωτογραφίες των προγόνων που τις κιτρίνισε ο νιτρικός άργυρος. Η Νίνα, περπάτησε πολύ δειλά, σαν άνθρωπος που ντρέπεται για κάποιο θανάσιμο και ανεπανόρθωτο σφάλμα του, φίλησε το χέρι του παππού, χαμογέλασε στις θείες Ευριδίκην και Νανέτ και κοίταξε με κάποια γκριμάτσα μουσίτσας τον Μπούλη. Η θεία Πηνελόπη όμως το αντελήφθη και γίνηκε εκτός εαυτής.
"Να σου λείπουνε τα χαριτωμένα."
Η Νίνα μαζεύτηκε στη γωνιά, σαν κοριτσάκι που περιμένει τον κεραυνό να σκάσει πάνω στο κεφάλι του. Κι ο κεραυνός δεν άργησε. Πήρε, σαν τον αρχαίο Δία, τη μορφή του Θείου Κανέλλου, προέδρου φιλανθρωπικού σωματείου και εξετόξευσε την κατηγορία.
"Νίνα. Εμείς όλοι οι πρόγονοί σου και οι φυσικοί κηδεμόνες σου, μαζευτήκαμε σήμερα εδώ, για να σε δικάσουμε."
Η κοπελίτσα ξεροκατάπιε.
"Μα γιατί; Τι έκανα;"
"Τι έκανες;" Φρίξανε οι θείες Ευρυδίκη και Νανέτ.
Βάλανε μια φωνή τόσο στρίγγλικη που τα περιστέρια του κάδρου πετάξανε τρομαγμένα και κουρνιάσανε στους γύψους του ταβανιού. Ο θείος ο Κανέλλος όμως τις σταμάτησε με μια επιβλητική χειρονομία.
"Τι έκανες;" ρώτησε. "Τι έκανες; Εσύ που πρόδωσες την τιμή και την υπόληψη της οικογενείας; Εσύ που διέσυρες το τίμιον όνομά μας εις τον βόρβορον και την αναισχυντίαν; Εσύ που επρόδωσες ό,τι εμοχθήσαμεν να δημιουργήσωμεν επί εκατόν τόσα έτη; Εσύ που σηκώθηκες και πήγες να λάβεις μέρος εις τα καλλιστεία με αυτό το αισχρόν και τρομερόν ένδυμα; Έχεις το θάρρος και ρωτάς τι έκανες;"
Η Νίνα πήρε μια γωνιά από το καρρέ ντε νταμπλ και την έριξ' επάνω της.
"Ξέρετε, σεβαστοί μου πρόγονοι", δικαιολογήθηκε. "Δεν φταίω εγώ. Όλα τα κορίτσια σήμερα παίρνουνε μέρος σε διαγωνισμούς καλλονής."
Ο θείος ο Κανέλλος έγινε ατμόπλοιον.
"Γι' αυτό χάλασε ο κόσμος. Γι' αυτό γίνονται οι σεισμοί. Γι' αυτό ευρέθη η ατομική βόμβα που θα μας κάνει στάχτη."
"Εμένα δεν θα με κάνει", είπε ο προ-πρόπαππος. "Είμαι στάχτη εδώ κι εκατό χρόνια."
"Δε μιλάμε για σας", θύμωσ' ο θείος ο Κανέλλος. "Λέμε για μας τους ρέστους. Σόδομα και Γόμορα εγένετο η γη. Η Βαβυλών του Βαάλ και της Αστάρτης επανέκτισε τους ναούς της. Και ιδού αι ιέρειαι. Όλην μου την ζωήν, κύριοι, μοχθώ διά την ηθικήν, κόπτομαι διά την ηθικήν…"
"Και όσο νάναι κάνεις την οικονομισά σου", τον έκοψε ο θείος Ηρακλής.
"Πάψε, μη βλασφημάς", ούρλιασε ο Κανέλλος. "Και μη δίνεις θάρρος σ' αυτήν την ξετσίπωτην σουσουράδα."
"Εμείς γιατί δεν κάναμε τέτοια πράματα στον καιρό μας;" είπε με φωνή σειρήνας του συναγερμού η θεία Πηνελόπη. "Γιατί δεν βγήκαμε και μεις γυμνές -Θέ μου συχώρεσέ με- να ποζάρουμε στις εξέδρες της ομορφιάς;"
"Γιατί είσαστε κορόιδα", είπε ασυναίσθητα ο Μπούλης. Κάποιος όμως του τράβηξε τ' αυτί και δεν συνέχισε.
Η Νίνα κοίταξε γύρω της. Κανένα βλέμμα συμπαθείας δεν απάντησε στο δικό της. Η μικρή Νίνα κατάλαβε ότι την έχει πολύ άσχημα. Ακόμα κι ο παππούς που της έκανε τόσα χάδια όταν ζούσε, είχε σοβαρευτεί.
Τότε κατάλαβε ότι κανένας δεν μπορεί να την σώσει από την καταδίκη. Και ξαφνικά, θυμήθηκε την ιστορία, τη Φρύνη, τον δικηγόρο της και ένα χαμόγελο ελπίδας ζωγραφίστηκε στο πονηρό της μουτράκι.
"Έπρεπε να πάω σ' αυτόν τον διαγωνισμό" έκανε με θάρρος.
"Έπρεπε;"
"Γιατί θα τιμούσα την οικογένεια", έκανε αναιδέστατα η μουσίτσα. "Η οικογένειά μας τώχει πάντα να επιδεικνύει ό,τι καλύτερο διαθέτει. Έτσι δεν έκανε και με σας; Και λοιπόν εγώ διαθέτω ένα υπέροχο σώμα. Κοιτάτ' εδώ!"
Έκαν' έτσι και πέταξε το μαγιό της. Μέσα στην αντιπαθητικά βιολέ νύχτα έλαμψε κάτασπρο το περίφημο κορμάκι της. Ο προ-προπάππος έστριψε τη μουστάκα, ο πρόπαππος τράβηξε τις παραγναθίδες, ο θείος ο Ηρακλής μουρμούρισε…
"Ω, ρε ανάθεμά σε και σ' έχω κι ανιψιά."
Ο ανθυπασπιστής αγρίεψε. Θυμήθηκε όσα είχε ακουστά περί εφόδου και καταλήψεων των τοποθεσιών του εχθρού, αλλά δεν πρόλαβε τίποτα. Ο κούκος σφύριξε την αυγή.
Οι πρόγονοι τρέξανε να χωθούνε στα κάδρα τους. Η Νίνα βρήκε ευκαιρία να ξαναφορέσει το μαγιό της. Όλα ησυχάσανε. Και το πρωί, η υπηρέτρια βρήκε όλα τα κάδρα των προγόνων νάχουνε έν' αλλιώτικο πεθαμένο ύφος.
Γιατί είν' αλήθεια ότι πεθάνανε μόλις αντικρύσανε γυμνή τη ζωή…
Υ.Γ.: Προς άρσιν παρεξηγήσεων τονίζεται ότι κάθε ομοιότης ονομάτων ή καταστάσεων αυτής της στήλης με πρόσωπα ή γεγονότα, οφείλεται σε απλές συμπτώσεις.

Νίκος Τσιφόρος
Χρονογραφήματα
εκδ. Ερμής


Πέμπτη 8 Απριλίου 2010

Η ΑΡΑΧΝΗ ΚΑΙ Η ΜΥΓΑ – ΜΥΚ ΧΑΡΡΙΣΟΝ

Η αραιή καταχνιά αναδευόταν γκρίζα χαϊδεύοντας τον πλούσιο, πράσινο, ανοιχτό αγρό καθώς ο πρωινός ήλιος ανέβαινε αργά σε μια ξάστερη μέρα. Θα ήταν μια μέρα δουλειάς, για την αράχνη, τουλάχιστον. Το γνέψιμο μεταξένιων νημάτων ανάμεσα στις πρωινές δροσοσταλίδες και όλα αυτά για να πιάσει, ίσως, καμιά ξεστρατισμένη, μοναχική μύγα.
Η οποία θα πέθαινε.
Ωστόσο για το γυμνό κορίτσι που ήταν ξαπλωμένο μ' ανοιχτά τα χέρια και τα πόδια στην καταχνία, το πρωινό είχε φτάσει πολύ αργά. Δυνατά δάχτυλα είχαν βρει το λαιμό και το λαρύγγι της την προηγούμενη νύχτα και οι σπόροι του θανάτου είχαν σπείρει λουλούδια στον ανοιχτό της τάφο. Ηταν ξαπλωμένη εκεί, με το πρόσωπο γυρισμένο προς τον ανοιχτογάλαζο ουρανό, με τα μάτια ορθάνοιχτα και γυρισμένα προς τα πίσω σαν να αναζητούσαν κάποια απάντηση μέσα της. Οι απαλές αναδευόμενες ομίχλες σχημάτιζαν κάτι σαν φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι της.
Ηταν εντελώς νεκρή.
Υστερα αργά, βγαίνοντας από έναν ύπνο δίχως όνειρα, η αράχνη ξύπνησε. Ξεδίπλωσε το σώμα της από μικρή στρογγυλή μπαλίτσα που ήταν και τέντωσε τα οχτώ μαύρα, τριχωτά πόδια της, ανα δύο κάθε φορά. Ηταν ένα μεγαλόσωμο, δυνατό πλάσμα, γεμάτο ολοφάνερη επιφυλακτικότητα από την οποία απουσίαζε η λεπτή φινέτσα του φόβου. Η αράχνη κοίταξε ολόγυρα, με τα τέσσερα ζευγάρια από τα σύνθετα μάτια της να περιεγάζονται το τοπίο. Ο ιστός της είχε καταστραφεί προ πολλού, κουρελιασμένος από τους ανέμους της νύχτας που μόλις είχε περάσει. Ηταν ένα δίχτυ από ατσάλι που, όμως, δεν είχε προλάβει να δει την αυγή.
Ή το θάνατο.
Μια δροσοσταλίδα κύλησε σαν ρυάκι στο γυμνό ώμο για να εξαφανιστεί κάτω στα φύλλα της χλόης. Εκείνα τα σύνθετα μάτια έπιασαν την κίνηση, καθώς το ένστικτο έκανε την αράχνη να ορμήσει μπροστά. Πιλαλώντας στο ανώμαλο έδαφος, πλησίασε γοργά μέσα από την καταχνιά. Σκαρφάλωσε στα φύλλα της χλόης και έτρεξε πάνω στην κρύα, νοτερή σάρκα μέχρι που έφτασε στο στέρνο της.
Στα στήθη της.
Τούτο το μέρος ήταν πολύ βολικό, υπερυψωμένο πάνω από το γύρω έδαφος και κατάλληλο για να πιάσει κανέναν περαστικό μεζέ. Ενα δίχτυ σε ρετιρέ. Η αράχνη μετακινήθηκε με το πλάι, σαν κάβουρας, κατηφορίζοντας την ομαλή πλαγιά του στήθους προς το λαιμό και συνέχισε μέχρι που έφτασε και κοντοστάθηκε στα ανοιχτά χείλη. Τα χοντρά πόδια εξερέυνησαν τη μαλακιά υφή του στόματος, τη φιλντισένια λευκάδα των δοντιών, μετά συνέχισε το δρόμο της, κοντοστέκοντας στο κρύο άνοιγμα του ρουθουνιού, μισή μέσα και μισή έξω.
Πρόσεχε!
Η σκιά ενός πουλιού πέρασε από πάνω, σκεπάζοντας τον ήλιο. Ωστόσο, αφού λένε ότι το πρωινό πουλί πιάνει το σκουλήκι, η αράχνη έζησε για λίγο ακόμη. Εμεινε ασάλευτη στη θέση της, σαν ένα χοντρό μπαλάκι μύξας. Το πουλί πέταξε πιο ψηλά και χάθηκε πέρα στην αχλύ του ήλιου, αναζητώντας καινούρια βοσκοτόπια. Η αράχνη γλίστρησε έξω στο μάγουλο, βρίσκοντας ένα ανοιχτό μάτι πιο ψηλά. Οι κάτω βλεφαρίδες ήταν καμπυλωτές, πυκνές και δυνατές. Δοκίμασε προσεκτικά την καθεμιά ξεχωριστά πριν υφάνει το μεταξένιο νήμα της ολόγυρά τους με τα υφαντικά της όργανα να δουλεύουν εντατικά για να γεφυρώσουν το χάσμα.
Φτιάχνοντας μια παγίδα.
Αρχισε να τρέχει πάνω κάτω, πιλαλώντας πάνω στο νεκρό κορμί, τεντώνοντας σφιχτά τα κολλώδη νήματα γύρω από φύλλα χλόης και αγριολούλουδα, μετά άντε πάλι πίσω, ξανά στο πρόσωπο και τα μάτια. Δούλευε σκληρά και γοργά, με την ακρίβεια να διακρίνει την ύφανσή της. Και σ' όλο αυτό το διάστημα τα μάτια της παρέμεναν άγρυπνα για να εντοπίσουν τον όποιο επερχόμενο κίνδυνο. Κάποτε, επιτέλους, τελείωσε τη δουλειά. Ο ασημένιος ιστός, που γυάλιζε από τις κολλώδεις εκκρίσεις, ήταν απλωμένος σαν δίχτυ ασφαλείας σε κάποιο τσίρκο. Η αράχνη πήγε να καθίσει στο κέντρο του, μαζεύοντας τα πόδια της και κουρνιάζοντας εκεί σαν να 'ταν κάποιος αρχαίος κι αγέραστος Βούδας. Αθόρυβα, κάνοντας τάχα την κοιμισμένη ή την ψόφια, περίμενε εκεί καραδοκώντας για κάποια δόνηση.
Που θα την ξυπνούσε από τη χειμερία νάρκη της.
Και σ' όλο αυτό το διάστημα ο ήλιος έκαιγε από ψηλά, ζεσταίνοντας το ξαπλωμένο κορμί. Μια αχνή μυρωδιά, μια μυρωδιά του ίδιου του θανάτου, άρχισε να πλανιέται στην ατμόσφαιρα, αλλά η αράχνη παρέμεινε εντελώς ασάλευτη όταν η μύγα κατέβηκε να τραφεί από το ανθρώπινο κουφάρι. Έπεσε πάνω στον ιστό που δεν τον είχε προσέξει στην πεινασμένη βιασύνη της. Τα τεντωμένα νήματα τρεμούλιασαν, στέλνοντας ολόγυρα δονήσεις που εστιάζονταν στο κέντρο τους. Η μύγα αγωνιζόταν πιο δυνατά τώρα, σπάζοντας νήματα στην προσπάθεια να ξεφύγει από τον πεινασμένο φονιά της. Τότε η αράχνη κινήθηκε, σβέλτα και αποτελεσματικά, διασχίζοντας σαν αστραπή τα ακτινωτά νήματα του ιστού, εφορμώντας ίσια πάνω στη λεία της. Η μάχη ήταν άγρια, με την αράχνη και το έντομο σφιχταγκαλιασμένα σ' έναν αγώνα μέχρι θανάτου. Ωσπου, τελικά, οι δαγκάνες της αράχνης σφίχτηκαν γύρω από τη λεία της, χύνοντας μέσα της παραλυτικό δηλητήριο.
Ενας θάνατος τόσο αργός.
Ωστόσο η μάχη δεν είχε ακόμη τελειώσει, γιατί ένα πουλί έκοβε βόλτες πέρα στο φόντο του ανοιχτογάλαζου ουρανού. Τα διαπεραστικά μάτια του παρακολουθούσαν από ψηλά, διστάζοντας να πλησιάσει εξαιτίας της ανθρώπινης μορφής που έβλεπε κάτω. Η αράχνη δεν άφησε ανεκμετάλλευτη την ευκαιρία. Τραβώντας τη μύγα πάνω από το κομμένο δίχτυ της άρχισε να τη σέρνει κάτω στην κατηφοριά ανάμεσα στα στήθη, υφαίνοντας κι άλλο νήμα για να κρύψει τη λεία της. Έσπρωχνε έτσι και τραβούσε, αναζητώντας καταφύγιο ενώ το πουλί κονταζύγωνε διαρκώς, με τα φτερά απλωμένα προς τα πίσω καθώς γυρόφερνε όλο χάρη.
Σαν ένας θανατερός, φτερωτός χαρταετός.
Πιλαλώντας σαν τρελή τώρα η αράχνη όρμησε μπροστά, παρακάμπτοντας το ρηχό βαθούλωμα του αφαλού και κατηφορίζοντας πιο χαμηλά ενώ συνέχισε να σέρνει τη μύγα στο κατόπι της. Ακόμη κι έτσι, λίγο έλειψε να μην προσπεράσει το μαλιαρό εξόγκωμα, κάνοντας μετά πίσω και ορμώντας θριαμβευτικά προς αυτό. Άρχισε να τραβά τη λεία της πιο βαθιά ανάμεσα στι τραχιές, σγουρές ίνες, πασχίζοντας να κρυφτεί από το φως του ήλιου και το πουλί που γυρόφερνε ψηλά. Και μετά οι ίνες χώρισαν, κατηφορίζοντας σε απαλές πλαγιές.
Μέσα εκεί χώθηκε η αράχνη.
Μετά, συνεχίζοντας το δρόμο της, χωρίς να πάψει να σέρνει τη λεία στο κατόπι της, μπήκε με ανακούφιση σ' εκείνον το σκοτεινό και μοσχομυρωδάτο τόπο. Ολοένα και πιο βαθιά, συνέχισε να τραβά τη λεία της, με τα μαλακά τοιχώματα ολόγυρά της. Ηταν ένας τόπος σιωπής, ιδανικός για να καταβροχθίσει το θήραμά της. Σκοτεινός όσο κι ένας τάφος.
Και ασφαλής όσο και η μήτρα μιας μάνας.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΛΛΟΓΗ
ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΠΑΘΗ
Επιλέγει και μεταφράζει ο
ΓΙΩΡΓΟς ΜΠΑΛΑΝΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ LOCUS - 7

The color of a Queen, is this (875) - Emily Dickinson

Purple -
The color of a Queen, is this -
The color of a Sun
At setting -this and Amber-
Beryl - and this, at Noon -

And when at night - Auroran widths
Fling suddenly on Men -
'Tis this - and Witchcraft - nature keeps
A Rank - for Iodine -
-//-

Πορφυρό - 
Μιας Ρήγισσας το Χρώμα, είν' αυτό -
Το χρώμα ενός Ηλιου
Στη δύση - αυτό και Κεχριμπάρι - 
Βήρυλλος - κι αυτό, το Μεσημέρι -

Κι όταν τη νύχτα - πλάτη Εωθινά
Πάνω μας ρίχνονται ξαφνικά - 
Είν' αυτό - και η Μαγεία - που η φύση
Για το Ιώδες - μια Θέση κρατα -

Emily Dickinson
Η Ποιήτρια των επομένων εποχών
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ ΚΩΣΤΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
Δεύτερη Δίγλωσση Εκδοση
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΩΠΙΑ