.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Πέμπτη, 8 Απριλίου 2010

Η ΑΡΑΧΝΗ ΚΑΙ Η ΜΥΓΑ – ΜΥΚ ΧΑΡΡΙΣΟΝ

Η αραιή καταχνιά αναδευόταν γκρίζα χαϊδεύοντας τον πλούσιο, πράσινο, ανοιχτό αγρό καθώς ο πρωινός ήλιος ανέβαινε αργά σε μια ξάστερη μέρα. Θα ήταν μια μέρα δουλειάς, για την αράχνη, τουλάχιστον. Το γνέψιμο μεταξένιων νημάτων ανάμεσα στις πρωινές δροσοσταλίδες και όλα αυτά για να πιάσει, ίσως, καμιά ξεστρατισμένη, μοναχική μύγα.
Η οποία θα πέθαινε.
Ωστόσο για το γυμνό κορίτσι που ήταν ξαπλωμένο μ' ανοιχτά τα χέρια και τα πόδια στην καταχνία, το πρωινό είχε φτάσει πολύ αργά. Δυνατά δάχτυλα είχαν βρει το λαιμό και το λαρύγγι της την προηγούμενη νύχτα και οι σπόροι του θανάτου είχαν σπείρει λουλούδια στον ανοιχτό της τάφο. Ηταν ξαπλωμένη εκεί, με το πρόσωπο γυρισμένο προς τον ανοιχτογάλαζο ουρανό, με τα μάτια ορθάνοιχτα και γυρισμένα προς τα πίσω σαν να αναζητούσαν κάποια απάντηση μέσα της. Οι απαλές αναδευόμενες ομίχλες σχημάτιζαν κάτι σαν φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι της.
Ηταν εντελώς νεκρή.
Υστερα αργά, βγαίνοντας από έναν ύπνο δίχως όνειρα, η αράχνη ξύπνησε. Ξεδίπλωσε το σώμα της από μικρή στρογγυλή μπαλίτσα που ήταν και τέντωσε τα οχτώ μαύρα, τριχωτά πόδια της, ανα δύο κάθε φορά. Ηταν ένα μεγαλόσωμο, δυνατό πλάσμα, γεμάτο ολοφάνερη επιφυλακτικότητα από την οποία απουσίαζε η λεπτή φινέτσα του φόβου. Η αράχνη κοίταξε ολόγυρα, με τα τέσσερα ζευγάρια από τα σύνθετα μάτια της να περιεγάζονται το τοπίο. Ο ιστός της είχε καταστραφεί προ πολλού, κουρελιασμένος από τους ανέμους της νύχτας που μόλις είχε περάσει. Ηταν ένα δίχτυ από ατσάλι που, όμως, δεν είχε προλάβει να δει την αυγή.
Ή το θάνατο.
Μια δροσοσταλίδα κύλησε σαν ρυάκι στο γυμνό ώμο για να εξαφανιστεί κάτω στα φύλλα της χλόης. Εκείνα τα σύνθετα μάτια έπιασαν την κίνηση, καθώς το ένστικτο έκανε την αράχνη να ορμήσει μπροστά. Πιλαλώντας στο ανώμαλο έδαφος, πλησίασε γοργά μέσα από την καταχνιά. Σκαρφάλωσε στα φύλλα της χλόης και έτρεξε πάνω στην κρύα, νοτερή σάρκα μέχρι που έφτασε στο στέρνο της.
Στα στήθη της.
Τούτο το μέρος ήταν πολύ βολικό, υπερυψωμένο πάνω από το γύρω έδαφος και κατάλληλο για να πιάσει κανέναν περαστικό μεζέ. Ενα δίχτυ σε ρετιρέ. Η αράχνη μετακινήθηκε με το πλάι, σαν κάβουρας, κατηφορίζοντας την ομαλή πλαγιά του στήθους προς το λαιμό και συνέχισε μέχρι που έφτασε και κοντοστάθηκε στα ανοιχτά χείλη. Τα χοντρά πόδια εξερέυνησαν τη μαλακιά υφή του στόματος, τη φιλντισένια λευκάδα των δοντιών, μετά συνέχισε το δρόμο της, κοντοστέκοντας στο κρύο άνοιγμα του ρουθουνιού, μισή μέσα και μισή έξω.
Πρόσεχε!
Η σκιά ενός πουλιού πέρασε από πάνω, σκεπάζοντας τον ήλιο. Ωστόσο, αφού λένε ότι το πρωινό πουλί πιάνει το σκουλήκι, η αράχνη έζησε για λίγο ακόμη. Εμεινε ασάλευτη στη θέση της, σαν ένα χοντρό μπαλάκι μύξας. Το πουλί πέταξε πιο ψηλά και χάθηκε πέρα στην αχλύ του ήλιου, αναζητώντας καινούρια βοσκοτόπια. Η αράχνη γλίστρησε έξω στο μάγουλο, βρίσκοντας ένα ανοιχτό μάτι πιο ψηλά. Οι κάτω βλεφαρίδες ήταν καμπυλωτές, πυκνές και δυνατές. Δοκίμασε προσεκτικά την καθεμιά ξεχωριστά πριν υφάνει το μεταξένιο νήμα της ολόγυρά τους με τα υφαντικά της όργανα να δουλεύουν εντατικά για να γεφυρώσουν το χάσμα.
Φτιάχνοντας μια παγίδα.
Αρχισε να τρέχει πάνω κάτω, πιλαλώντας πάνω στο νεκρό κορμί, τεντώνοντας σφιχτά τα κολλώδη νήματα γύρω από φύλλα χλόης και αγριολούλουδα, μετά άντε πάλι πίσω, ξανά στο πρόσωπο και τα μάτια. Δούλευε σκληρά και γοργά, με την ακρίβεια να διακρίνει την ύφανσή της. Και σ' όλο αυτό το διάστημα τα μάτια της παρέμεναν άγρυπνα για να εντοπίσουν τον όποιο επερχόμενο κίνδυνο. Κάποτε, επιτέλους, τελείωσε τη δουλειά. Ο ασημένιος ιστός, που γυάλιζε από τις κολλώδεις εκκρίσεις, ήταν απλωμένος σαν δίχτυ ασφαλείας σε κάποιο τσίρκο. Η αράχνη πήγε να καθίσει στο κέντρο του, μαζεύοντας τα πόδια της και κουρνιάζοντας εκεί σαν να 'ταν κάποιος αρχαίος κι αγέραστος Βούδας. Αθόρυβα, κάνοντας τάχα την κοιμισμένη ή την ψόφια, περίμενε εκεί καραδοκώντας για κάποια δόνηση.
Που θα την ξυπνούσε από τη χειμερία νάρκη της.
Και σ' όλο αυτό το διάστημα ο ήλιος έκαιγε από ψηλά, ζεσταίνοντας το ξαπλωμένο κορμί. Μια αχνή μυρωδιά, μια μυρωδιά του ίδιου του θανάτου, άρχισε να πλανιέται στην ατμόσφαιρα, αλλά η αράχνη παρέμεινε εντελώς ασάλευτη όταν η μύγα κατέβηκε να τραφεί από το ανθρώπινο κουφάρι. Έπεσε πάνω στον ιστό που δεν τον είχε προσέξει στην πεινασμένη βιασύνη της. Τα τεντωμένα νήματα τρεμούλιασαν, στέλνοντας ολόγυρα δονήσεις που εστιάζονταν στο κέντρο τους. Η μύγα αγωνιζόταν πιο δυνατά τώρα, σπάζοντας νήματα στην προσπάθεια να ξεφύγει από τον πεινασμένο φονιά της. Τότε η αράχνη κινήθηκε, σβέλτα και αποτελεσματικά, διασχίζοντας σαν αστραπή τα ακτινωτά νήματα του ιστού, εφορμώντας ίσια πάνω στη λεία της. Η μάχη ήταν άγρια, με την αράχνη και το έντομο σφιχταγκαλιασμένα σ' έναν αγώνα μέχρι θανάτου. Ωσπου, τελικά, οι δαγκάνες της αράχνης σφίχτηκαν γύρω από τη λεία της, χύνοντας μέσα της παραλυτικό δηλητήριο.
Ενας θάνατος τόσο αργός.
Ωστόσο η μάχη δεν είχε ακόμη τελειώσει, γιατί ένα πουλί έκοβε βόλτες πέρα στο φόντο του ανοιχτογάλαζου ουρανού. Τα διαπεραστικά μάτια του παρακολουθούσαν από ψηλά, διστάζοντας να πλησιάσει εξαιτίας της ανθρώπινης μορφής που έβλεπε κάτω. Η αράχνη δεν άφησε ανεκμετάλλευτη την ευκαιρία. Τραβώντας τη μύγα πάνω από το κομμένο δίχτυ της άρχισε να τη σέρνει κάτω στην κατηφοριά ανάμεσα στα στήθη, υφαίνοντας κι άλλο νήμα για να κρύψει τη λεία της. Έσπρωχνε έτσι και τραβούσε, αναζητώντας καταφύγιο ενώ το πουλί κονταζύγωνε διαρκώς, με τα φτερά απλωμένα προς τα πίσω καθώς γυρόφερνε όλο χάρη.
Σαν ένας θανατερός, φτερωτός χαρταετός.
Πιλαλώντας σαν τρελή τώρα η αράχνη όρμησε μπροστά, παρακάμπτοντας το ρηχό βαθούλωμα του αφαλού και κατηφορίζοντας πιο χαμηλά ενώ συνέχισε να σέρνει τη μύγα στο κατόπι της. Ακόμη κι έτσι, λίγο έλειψε να μην προσπεράσει το μαλιαρό εξόγκωμα, κάνοντας μετά πίσω και ορμώντας θριαμβευτικά προς αυτό. Άρχισε να τραβά τη λεία της πιο βαθιά ανάμεσα στι τραχιές, σγουρές ίνες, πασχίζοντας να κρυφτεί από το φως του ήλιου και το πουλί που γυρόφερνε ψηλά. Και μετά οι ίνες χώρισαν, κατηφορίζοντας σε απαλές πλαγιές.
Μέσα εκεί χώθηκε η αράχνη.
Μετά, συνεχίζοντας το δρόμο της, χωρίς να πάψει να σέρνει τη λεία στο κατόπι της, μπήκε με ανακούφιση σ' εκείνον το σκοτεινό και μοσχομυρωδάτο τόπο. Ολοένα και πιο βαθιά, συνέχισε να τραβά τη λεία της, με τα μαλακά τοιχώματα ολόγυρά της. Ηταν ένας τόπος σιωπής, ιδανικός για να καταβροχθίσει το θήραμά της. Σκοτεινός όσο κι ένας τάφος.
Και ασφαλής όσο και η μήτρα μιας μάνας.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΛΛΟΓΗ
ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΠΑΘΗ
Επιλέγει και μεταφράζει ο
ΓΙΩΡΓΟς ΜΠΑΛΑΝΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ LOCUS - 7

Δεν υπάρχουν σχόλια: