Coincidentia Oppositorum

Κυριακή 18 Απριλίου 2010

ΤΟ ΜΑΣΤΙΓΙΟ, ΤΟ ΣΤΙΛΕΤΟ ΚΑΙ Η ΑΛΥΣΙΔΑ – Aleister Crowley

Το Μαστίγιο, το Στιλέτο και η Αλυσίδα αντιπροσωπεύουν τις τρεις αλχημικές αρχές του Θείου, του Υδραργύρου και του Αλατος.
Αυτές δεν έχουν σχέση με τις ομώνυμες ουσίες που ξέρουμε. Συμβολίζουν “αρχές”, των οποίων τη δράση οι χημικοί έχουν βρει πιο βολικό να εξηγούν με άλλους τρόπους. Το Θείο αντιπροσωπεύει την ενέργεια των πραγμάτων, ο Υδράργυρος τη ρευστότητα τους και το Αλας τη στερεότητά τους. Αναλογούν στη Φωτιά, τον Αέρα και το Νερό σημαίνουν όμως περισσότερα από αυτά, επειδή αντιπροσωπεύουν κάτι βαθύτερο, λεπτότερο και ταυτόχρονα, πιο αληθινά ενεργό.
Μια σχεδόν ακριβής αναλογία τους δίνεται από τις τρεις Γκούνα των Ινδουϊστών: Σάτβα, Ράτζας και τάμας. Σάτβα είναι ο Υδράργυρος, ισόμετρος, ήρεμος, καθαρός. Ράτζας είναι το Θείο, ενεργό, ευερέθιστο, ακόμη και άγριο. Τάμας είναι το Αλας, πυκνό, αδρανές, βαρύ, σκοτεινό. (Στην Μπαγκαβάντ Γκιτά υπάρχει εκτενής περιγραφή αυτών των τριών Γκούνα).
Η Ινδουϊστική φιλοσοφία, όμως, έχει καταληφθεί τόσο πολύ με την κύρια ιδέα ότι μόνο το Απόλυτο αξίζει, ώστε τείνει να θεωρεί αυτές τις γκούνα (ακόμη και τη Σάτβα) σαν κακές. Αυτή η άποψη είναι σωστή, αλλά μόνο αν την εξετάσουμε από επάνω. Και προτιμάμε, αν πραγματικά είμαστε σοφοί, να αποφύγουμε αυτό το διαρκή θρήνο που χαρακτηρίζει τη σκέψη της Ινδικής χερσονήσου: “Τα πάντα είναι θλίψη” κλπ. Αποδεχόμενοι τη διδασκαλία τους για τις δύο φάσεις του Απόλυτου, πρέπει, αν θέλουμε να είμαστε συνεπείς, να κατατάξουμε τις δύο φάσεις μαζί, είτε σαν καλές, είτε σαν κακές. Εάν η μια είναι καλή και η άλλη κακή, τότε ξαναγυρίζουμε πίσω σε εκείνο το δυισμό, που για να τον αποφύγουμε επινοήσαμε το Απόλυτο.
Η Χριστιανική ιδέα ότι η αμαρτία αξίζει επειδή η σωτηρία αξίζει πολύ περισσότερο και ότι η λύτρωση είναι τόσο υπέροχη ώστε άξιζε να χαθεί η αθωότητα, είνα περισσότερο ικανοποιητική.
Ο Αγ. Παύλος λέει: “Όπου αφθονεί η αμαρτία, εκεί αφθονεί πολύ περισσότερο η χάρη. Θα κάνουμε λοιπόν το κακό, για να έρθει το καλό; Θεός φυλάξει”. Αλλά (είναι σαφές) αυτό ακριβώς έκανε ο Ιδιος ο Θεός. Διαφορετικά γιατί δημιούργησε το Σατανά με το σπέρμα της “πτώσης” μέσα του;
Αντί να καταδικάζουμε ολοκληρωτικά τις τρεις προαναφερθείσες αρχές, θα πρέπει να τις θεωρήσουμε σαν μέρη ενός ιερού μυστηρίου. Αυτή η θεώρηση του Μαστιγίου, του Στιλέτου και της Αλυσίδας υπαινίσσεται το μυστήριο της τιμωρίας.
Το Μαστίγιο είναι το Θείο: διεγείρει τη νωθρή μας φύση. Και μπορεί επιπλέον να χρησιμοποιηθεί σαν όργανο επανόρθωσης τιμωρώντας τις ανύπαρκτες ορέξεις μας. Εφαρμόζεται στη Νεφές, στη Ζωώδη Ψυχή, στις φυσικές επιθυμίες.
Το Στιλέτο είναι ο Υδράργυρος: χρησιμοποιείται για να ελαττώνει την πολύ υψηλή θερμοκρασία, με την πρόκληση αιμορραγίας. Και είναι αυτό το όπλο που βυθίζεται στο πλευρό ή την καρδιά του Μάγου, για να γεμίσει το Ιερό Κύπελλο. Με αυτόν τον τρόπο αντιμετωπίζονται εκείνες οι δυνάμεις που βρίσκονται ανάμεσα στις ορέξεις και τη λογική μας.
Η Αλυσίδα είναι το Αλας: χρησιμεύει για να δένει τις περιπλανώμενες σκέψεις. Και γι' αυτό το λόγο τοποθετείται γύρω από το λαιμό του Μάγου, εκεί όπου βρίσκεται το Ντάατ.
Αυτά τα όργανα μας θυμίζουν πόνο, θάνατο και δουλεία. Οι μελετητές του ευαγγελίου ας θυμηθούν ότι αυτά τα τρία χρησιμοποιήθηκαν στα πάθη του Χριστού, όπου όμως το στιλέτο αντικαταστάθηκε με τα καρφιά.
Η λαβή του Μαστιγίου πρέπει να είναι σιδερένια. Πρέπει να έχει εννέα πλεξίδες από λεπτό χάλκινο σύρμα, όπου στην καθεμία είναι δεμένα κομματάκια μόλυβδου. Ο σίδηρος συμβολίζει την αυτστηρότητα, ο χαλκός την αγάπη και ο μόλυβδος τη σοβαρότητα.
Το Στιλέτο κατασκευάζεται από ατσάλι διάστικτο με χρυσό. Η λαβή του είναι επίσης από χρυσό.
Η αλυσίδα είναι από μαλακό σίδηρο. Έχει 333 κρίκους.
Είναι φανερός τώρα ο λόγος που αυτά τα τρία τοποθετούνται γύρω από τη φιάλη καθαρού κρυστάλλου, στην οποία φυλάσσεται το Ιερό Ελαιο.
Το Μαστίγιο διατηρεί σε εγρήγορση την πνευματική ανάταση. Το Στιλέτο εκφράζει την αποφασιστικότητα να θυσιαστούν τα πάντα. Και η Αλυσίδα εμποδίζει την απομάκρυνση από το σκοπό.

ALEISTER CROWLEY
ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΣΣΕΡΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΟΝΤΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ

ΠΟΛΗ – Arthur Rimbaud

Είμαι ένας εφήμερος και διόλου υπερβολικά δυσαρεστημένος πολίτης μιας μεγαλούπολης που νομίζουν μοντέρνα επειδή απέφυγαν κάθε γνωστό γούστο στην επίπλωση και στο εξωτερικό των σπιτιών τόσο καλά όσο και στο πολεοδομικό σχέδιο. Εδω δεν θα προσέξετε τα ίχνη κανενός μνημείου πρόληψης. Η ηθική και η γλώσσα περιορίστηκαν στην πιο απλή τους έκφραση επιτέλους! Αυτά τα εκατομμύρια των ανθρώπων που δεν αισθάνονται την ανάγκη να γνωρίζουν τον εαυτό τους οργανώνουν τόσο ομοιόμορφα την ανατροφή, το επάγγελμα και τα γεράματά τους, έτσι που η ζωή τους πρέπει να κρατά πολύ λιγώτερο απ' όσο βρίσκει μια τρελή στατιστική για τους λαούς της ηπείρου. Κι ακόμα σαν να βλέπω από το παράθυρό μου, καινούργια σκιάχτρα να κυλούν ανάμεσα απ' την πυκνή και αιώνια καπνιά του κάρβουνου, - η σκιά μας των δασών, η καλοκαιρινή νύχτα μας – νέες Εριννύες, μπροστά στο εξοχικό μου σπίτι που είναι η πατρίδα μου και όλη μου η καρδιά αφού όλα εδώ μοιάζουν σ' αυτό, - το Θάνατο χωρίς κλάματα, δραστήρια κόρη και υπηρέτριά μας, μια Αγάπη απελπισμένη, και ένα όμορφο Εγκλημα που ουρλιάζει μέσα στη λάσπη του δρόμου.

arthur rimbaud
20 πεζά ποιήματα
από τις συλλογές
οι ερημιές του έρωτα
φωτισμοί
μια εποχή στην κόλαση

μετάφραση εύας μυλωνά
εικόνες αντώνη κέπετζη
εκδόσεις ερμείας
τρίτη έκδοση αθήνα 1980


Παρασκευή 16 Απριλίου 2010

Η αιωνιότητα – ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ


...«Είσαι λοιπόν δυστυχισμένος; Ησουν πάρα πολύ τότε που δεν μπορούσες να γυρίσεις σπίτι, γιατί σε περίμενε το ξυράφι».
«Οχι Ερμίνα, δεν είναι έτσι. Ομολογώ πως κάποτε ήμουν πολύ δυστυχισμένος. Αλλά ήταν μια ανόητη και άγονη δυστυχία».
«Γιατί λοιπόν;»
«Γιατί είχα εκείνη την αγωνία μπροστά στο θάνατο, που ωστόσο τον επιθυμούσα! Η δυστυχία που χρειάζομαι και επιθυμώ, είναι διαφορετική. Πρέπει να πονώ με πόθο και να προσπαθώ με θέληση. Αυτό είναι δυστυχία ή ευτυχία που περιμένω».
«Σε καταλαβαίνω. Σ’ αυτό είμαστε αδέρφια. Αλλά τι έχεις εναντίον της ευτυχίας, που βρήκες μαζί με τη Μαρία; Γιατί δεν είσαι ευτυχισμένος;
«Οχι δεν έχω τίποτα εναντίον της ευτυχίας αυτής, τη θέλω και νιώθω ευγνωμοσύνη. Είναι ωραία σα μια φωτόλουστη μέρα ύστερα από καλοκαιρινή βροχή. Αλλά νιώθω πως δεν θα διαρκέσει. Κι αυτή η ευτυχία είναι άγονη. Δίνει ευχαρίστηση, αλλά η ευχαρίστηση δεν είναι για μένα καμία τροφή. Κοιμάται ο Λύκος της Στέπας, χορταίνει. Αλλά δεν είναι καμία ευτυχία, για να φέρει το θάνατο».
«Πρέπει λοιπόν να πεθάνεις, Λύκε της Στέπας;»
«Πιστεύω, ναι. Είμαι πολύ ευχαριστημένος με την ευτυχία μου, μπορώ ακόμα να υποφέρω για λίγο. Αλλά αν η ευτυχία μου δώσει μια ώρα καιρό, να ξυπνήσω και να νιώσω λαχτάρα, τότε δε θα επιθυμώ να κρατήσω αυτή την ευτυχία, αλλά να ξαναπονέσω, μόνο πιο όμορφα και λιγότερο ελεεινά από ό,τι πρώτα. Λαχταρώ τον πόνο που θα με προετοιμάσει να πεθάνω».
Η Ερμίνα με κοίταζε τρυφερά στα μάτια, με ένα σκοτεινό βλέμμα, που εμφανίστηκε ξαφνικά. Λαμπρά, φοβερά μάτια! Αργά, ψάχνοντας τις λέξεις, προσπαθώντας να τις τοποθετήσει σωστά είπε τόσο σιγανά, που έπρεπε να καταβάλω προσπάθεια, για να την ακούσω:
«Θέλω να σου πω σήμερα κάτι, που το ξέρω από καιρό κι εσύ το ξέρεις επίσης, αλλά ίσως δεν το είπες ακόμα στον εαυτό σου. Θα σου πω τώρα τι ξέρω για μένα, για σένα, για τη μοίρα μας. Εσύ, Χάρυ, ήσουν ένας άνθρωπος γεμάτος χαρά και πίστη, πάντοτε στα αχνάρια του μεγάλου και του αιώνιου, χωρίς να είσαι ευχαριστημένος με τα ωραία και τα μικρά. Αλλά όσο η ζωή ξυπνούσε, και σε έφερνε στον εαυτό σου, τόσο πιο μεγάλη γινόταν η ανάγκη σου, τόσο πιο βαθιά βούλιαζες στον πόνο, τη δειλία και την απελπισία, μέχρι το λαιμό, κι όλα όσα είχες γνωρίσει, αγαπήσει και σεβαστεί σαν ωραία και άγια, κι ολόκληρη η πρώτη σου πίστη στον άνθρωπο και τις υψηλές μας τάσεις, δε μπορούσε να σε βοηθήσει κι έγινε κάτι χωρίς αξία, κομματιάστηκε. Η πίστη σου δε μπορούσε να βρει πια αέρα να αναπνεύσει. Και ο πνιγμός είναι ένας σκληρός θάνατος. Δεν είναι έτσι Χάρυ; Είναι η μοίρα σου;»
Ενευσα πολλές φορές κι έδειξα πως συμφωνούσα.
«Είχες μια εικόνα για τη ζωή, μια πίστη, μια απαίτηση, ήσουν έτοιμος για πράξεις, πόνους και θυσίες. Και ξαφνικά παρατήρησες πως ο κόσμος μιαμιά πράξη και καμιά θυσία και τα παρόμοια δεν απαιτούσε από σένα, πως η ζωή δεν είναι ένα ηρωικό ποιήμα με ρόλους ηρώων και τα παρόμοια, αλλά μια καλή αστική φωλιά όπου κανείς με το φαγητό, το πιοτό, τις πλεχτές κάλτσες, τα παιχνίδια και τη μουσική είναι ευχαριστημένος. Κι όποιος επιθυμεί κάτι αντίθετο, τον ηρωισμό και την ομορφιά, το σεβασμό των μεγάλων ποιητών ή των αγίων, τότε γίνεται τρελός και ένας ιππότης, όπως ο Δον Κιχώτης. Ωραία. Και σε μένα συνέβη το ίδιο, αγαπητέ μου φίλε! Ημουν ένα κορίτσι, προικισμένο με πολλά χαρίσματα, προορισμένο για μια υψηλή ζωή, υψηλές απαιτήσεις και ανώτερες αποστολές. Μπορούσα να αναλάβω μια μεγάλη τύχη, να γίνω η γυναίκα ενός βασιλιά, η ερωμένη ενός επαναστάτη, η αδερφή ενός εφευρέτη, η μητέρα ενός μάρτυρα. Και η ζωή μου επιφύλαξε την τύχη να γίνω με πόνο μια καλλιεργημένη πόρνη! Ετσι ήρθαν για μένα τα πράγματα. Για λίγο καιρό ήμουν απαρηγόρητη και συνέχεια γύρευα την ενοχή μέσα μου. Η ζωή, σκέφτηκα, τελικά έχει πάντοτε το δίκιο, κι αφού η ζωή διακωμώδησε τα ωραία σχέδιά μου, φαίνεται πως τα όνειρά μου ήταν ανόητα κι εγώ είχα το άδικο. Αλλά οι σκέψεις αυτές δε με βοηθούσαν. Κι επειδή είχα καλά μάτια και αφτιά κι ήμουν λίγο περίεργη, είδα τη λεγόμενη ζωή με περισσότερη ακρίβεια, τους γνωστούς και τους γείτονες, πενήντα και περισσότερους ανθρώπους, τη μοίρα τους και τα βάσανά τους, και τότε, Χάρυ, είδα πως τα όνειρά μου ήταν σωστά, χίλιες φορές σωστά, όπως τα δικά σου. Αλλά η ζωή, η πραγματικότητα, αυτή είχε άδικο. Το ότι μια γυναίκα, του δικού μου χαρακτήρα, δε βρήκε καμιά άλλη εκλογή παρά μια γραφομηχανή σε κάποια υπηρεσία, για να κερδίζει λίγα χρήματα χωρίς νόημα, ή για να μπορέσει να παντρευτεί ή να γίνει ένα είδος πόρνης, αυτό ήταν τόσο σωστό, όπως ακριβώς ένας άνθρωπος, όπως εσύ, έρημος, φοβισμένος και απελπισμένος έπρεπε να αρπάξει το ξυράφι. Σε μένα, η αθλιότητα ήταν περισσότερο υλική και ηθική, ενώ σε σένα πνευματική. Ο δρόμος όμως ήταν ο ίδιος. Νομίζεις πως δεν μπορώ να καταλάβω τον φόβο σου μπροστά στο φοξ-ροτ, την αντίθεσή σου προς τα μπαρ και τα χορευτικά κέντρα, την αντίδρασή σου προς τα μπαρ και τα χορευτικά κέντρα, τηνα αντίδρασή σου προς τη μουσική τζαζ κι όλα τα άλλα μικροπράγματα; Σε καταλαβαίνω πολύ καλά, κι επίσης την αηδία σου μπροστά στην πολιτική, τη λύπη σου για τα φλύαρα και ανεύθυνα καμώματα των κομμάτων, του τύπου, την απελπισία σου για τον πόλεμο, αυτόν που έγινε και αυτόν που θα γίνει, για τον τρόπο που σκέφτεται κανείς σήμερα, διαβάζει, οικοδομεί, κάνει μουσική, οργανώνει γιορτές, διαμορφώνει εκπαίδευση! Δίκοι έχεις. Λύκε της Στέπας, χίλιες φορές δίκιο, και εντούτοις πρέπει να καταστραφείς. Είσαι γι’ αυτό τον απλό, άνετο, τόσο λίγο ευχαριστημένο κόσμο πολύ απαιτητικός και πεινασμένος, σε ξερνά, είσαι γι’ αυτόν μια πολύ μεγάλη διάσταση. Οποιος σήμερα θέλει να ζήσει και να ‘ναι ευχαριστημένος από τη ζωή, δεν πρέπει να ‘ναι ένας άνθρωπος όπως εγώ και εσύ. Οποιος θέλει αντί για θόρυβο μουσική, αντί για ευχαρίστηση χαρά, αντί για χρήμα ψυχή, αντί για φασαρία, γνήσια εργασία, αντί για παιχνίδια γνήσιο πάθος, γι’ αυτόν ο ωραίος αυτός κόσμος δεν είναι καμιά πατρίδα...»
Κοίταζε το πάτωμα και συλλογιζόταν.
«Ερμίνα» φώναξα τρυφερά, «αδελφή μου, πόσο ωραία μάτια έχεις! Και όμως μου έμαθες το φοξ-ροτ! Αλλά τι εννοείς, πως άνθρωποι, όπως εμείς, άνθρωποι με μια μεγάλη διάσταση, δε μπορούν να ζήσουν εδώ; Αυτό συμβαίνει μόνο σήμερα; Ή πάντοτε ήταν έτσι;»
«Δεν ξέρω. Θέλω, για την τιμή του κόσμου, να δεχτώ, πως είναι απλώς ο σημερινός κόσμος, είναι απλώς μια αρρώστια, μια στιγμιαία δυστυχία. Οι αρχηγοί εργάζονται επίμονα και πετυχημένα για τον επόμενο πόλεμο, ενώ εμείς οι υπόλοιποι χορεύουμε φοξ-ροτ, κερδίζουμε χρήματα και τρώμε ζαχαρωτά. Σε μια τέτοια εποχή πρέπει να βλέπουμε έτσι τον κόσμο. Πιστεύουμε πως οι προηγούμενοι καιροί ήταν καλύτεροι και ότι θα έρθουν καλύτεροι καιροί, πλουσιότεροι, προοδευτικότεροι, βαθύτεροι. Αλλά αυτό το πράγμα εμάς δε μας ωφελεί. Κι ίσως πάντοτε έτσι γινόταν...»
«Πάντοτε έτσι λοιπόν, όπως σήμερα; Πάντοτε ήταν έτσι λοιπόν, όπως σήμερα; Πάντοτε ήταν ένας κόσμος για πολιτικούς, αισχροκερδείς, υπηρέτες και αβροδίαιτους; Κανένας αέρας για ανθρώπους;»
«Δεν ξέρω, κανείς δεν το ξέρει. Είναι επίσης αδιάφορο. Αλλά τώρα σκέφτομαι, φίλε μου, τον αγαπημένο σου, για τον οποίο πολλές φορές μου διηγήθηκες πολλά και μου διάβασες γράμματα, ο Μότσαρτ. Πως ήταν τα πράγματα στην εποχή του; Ποιός κυβερνούσε τον κόσμο στην εποχή του; Ποιός ήταν η αφρόκρεμα, η εξουσία κι έδινε τον τόνο στη ζωή; Ο Μότσαρτ ή οι επιχειρηματίες; Ο Μότσαρτ ή οι κοινοί άνθρωποι; Και πως πέθανε και κηδεύτηκε; Κι έτσι νομίζω πως πάντοτε γινόταν και θα γίνεται. Κι αυτό, που στα σχολεία ονομάζουν παγκόσμια ιστορία, κι αυτό, που οφείλει κανείς να αποστηθίσει για τη μόρφωση, με όλους τους ήρωες, τις μεγαλοφυίες, τις μεγάλες πράξεις και τα αισθήματα, όα αυτά είναι απλώς μια απάτη, που εφευρέθηκε από τους δασκάλους, για σκοπούς παιδαγωγικούς και για να έχουν τα παιδιά, στην ηλικία τους, να ασχολούνται με κάτι. Πάντοτε λοιπόν έτσι γινόταν κι έτσι θα γίνεται. Ο χρόνος και ο κόσμος, το χρήμα και η δύναμη ανήκει στους μικρούς και ρηχούς, και στους άλλους, τους πραγματικούς ανθρώπους δεν ανήκει τίποτα, μόνο ο θάνατος».
«Τίποτα άλλο λοιπόν;»
«Και όμως η αιωνιότητα».
«Εννοείς το όνομα, τη φήμη μετά το θάνατο;»
«Οχι μικρέ μου λύκε, όχι τη φήμη. Μήπως έχει και καμιά αξία; Και πιστεύεις πως όλοι οι πραγματικά γνήσιοι και ολοκληρωμένοι άνθρωποι γίνονται φημισμένοι κι όλος ο κόσμος μετά το θάνατό τους τους γνωρίζει;»
«Οχι, φυσικά όχι».
«Η φήμη λοιπόν δεν είναι τίποτα. Η φήμη υπάρχει μόνο για την εκπαίδευση και είναι μια υπόθεση των δασκάλων. Η φήμη λοιπόν δεν είναι τίποτα. Αλλά αυτό που ονομάζω αιωνιότητα. Οι ευσεβείς τη λένε βασιλεία Θεού. Σκέφτομαι πως όλοι εμείς οι άνθρωποι, που έχουμε πολλές απαιτήσεις, λαχτάρες και μια μεγάλη διάσταση, δε θα μπορούσαμε να ζήσουμε, αν δεν υπήρχε, εκτός από το χρόνο, η αιωνιότητα, και αυτή είναι η βασιλεία των γνήσιων ανθρώπων. Σ’ αυτή ανήκει η μουσική του Μότσαρτ και η ποίηση του μεγάλου σου ποιητή, ανήκουν οι άγιοι, που έκαναν θαύματα, που μαρτύρησαν κι έδωσαν στους ανθρώπους ένα μεγάλο παράδειγμα. Αλλά ανήκει επίσης στην αιωνιότητα η εικόνα εκείνης της γνήσιας μέρας, η δύναμη κάθε γνήσιου αισθήματος, κι αν ακόμα κανείς δεν τα ξέρει αυτά, ούτε τα βλέπει ούτε τα περιγράφει ούτε τα φυλάει για τον κόσμο, που μένει μετά τον θάνατο, για την επερχόμενη γενιά. Στην αιωνιότητα δεν υπάρχουν επερχόμεενες γενιές, αλλά μόνο σύγχρονοι άνθρωποι».
«Εχεις δίκιο», είπα.
«Οι ευσεβείς» συνέχισε συλλογισμένη, «τα ξέρουν όλα αυτά. Γι’ αυτό παρουσιάζουν τους αγίους κι αυτό το ονομάζουν κοινωνία αγίων. Οι άγιοι, αυτοί είναι οι γνήσιοι άνθρωποι, οι μικρότεροι αδερφοί του Χριστού. Βρισκόμαστε, όσο ζούμε, στο δρόμο τους με κάθε καλή πράξη, με κάθε γενναία σκέψη, με κάθε αγάπη. Η κοινωνία των αγίων, που παραστάθηκε νωρίτερα από τους ζωγράφους, σε ένα χρυσό ουρανό, αστραφτερό, ωραίο και ειρηνικό, δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτό που πριν ονόμασα αιωνιότητα. Ειναι η βασιλεία έξω από το χρόνο και τα φαινόμενα. Εκεί ανήκουμε, εκεί βρίσκεται η πατρίδα μας, προς τα εκεί στρέφεται η ψυχή μας, Λύκε της Στέπας, και γι’ αυτό θα ιδωθούμε μετά το θάνατό μας. Εκεί θα ξαναβρείς τον Γκαίτε σου, τον Νοβάλις, τον Μοτσαρτ κι εγώ τους αγίους μου, τον Χριστόφορο, που πρώτα ήταν γεμάτοι αμαρτίες. Η αμαρτιά μπορεί να γίνει ένας δρόμος προς την αγιότητα. Η αμαρτία και η διαφθορά. Ισως γελάς, αλλά συχνά σκέφτομαι πως ίσως και ο φίλος μου Πάμπλο είναι ένας κρυφός άγιος. Αχ, Χαρυ, πρέπει να περάσουμε τόση βρομιά και ανοησία, για να φτάσουμε στο σπίτι μας! Και δεν έχουμε κανένα να μας οδηγήσει. Ο μοναδικός οδηγός μας είναι η νοσταλγία».
Τα τελευταία της λόγια τα είπε πολύ σιγανά, και τώρα στο δωμάτιό μου έγινε πάλι ησυχία. Ο ήλιος έδυε κι έκανε τα χρυσά γράμματα στις ράχες των βιβλίων της βιβλιοθήκης μου να λαμπυρίζουν. Πήρα το κεφάλι της Ερμίνας στα χέρια μου, τη φίλησα στο μέτωπο και ακούμπησα το μάγουλο στο μάγουλό της, αδερφικά, έτσι μείναμε μια στιγμή. Θα προτιμούσα να είχα μείνει έτσι και ποτέ να μην έφευγα από κείνη τη θέση. Αλλά έτσι και ποτέ να μην έφευγα από κείνη τη θέση. Αλλά γι’ αυτή τη νύχτα, την τελευταία πριν από το μεγάλο χορό, μου είχε υποσχεθεί η Μαρία τη συντροφιά της.
Σαν πήγαινα όμως στη Μαρία, δε σκεφτόμουν αυτήν, αλλά ό,τι μου είχε πει η Ερμίνα. Ολα εκείνα, σκέφτηκα, ίσως δεν ήταν δικές της σκέψεις, αλλά δικές μου, που τις είχε διαβάσει φωτεινά και τις είχεε αναπνεύσει κι έπειτα μου τις ξανάδωσε, ώστε να ξαναπάρουν μια νέα μορφή. Για την αιωνιότητα, που μου μίλησε, της ήμουν εκείνη την ώρα ευγνώμων. Τη χρειαζόμουν πολύ, χωρίς αυτή δε μπορούσα ούτε να ζήσω ούτε να πεθάνω. Το άγιο υπερπέραν, το άχρονο, ο κόσμος των αιωνίων αξιών, της θείας φύσης σήμερα ξαναδωρήθηκε σε μένα από τη φίλη μου και τη δασκάλα μου στο χορό. Επρεπε να σκεφτώ το όνειρο του Γκαίτε, την εικόνα του γέρου σοφού, που τον είχα κοροϊδέψει τόσο απάνθρωπα και είχα νιώσει το αθάνατο χωρατό του. Τώρα για πρώτη φορά καταλάβαινα το γέλιο του Γκαίτε, το γέλιο των αθανάτων. Αυτό το γέλιο ήταν χωρίς αντικείμενο, ήταν μόνο φως, φωτεινότητα, ήταν αυτό που έμενε, όταν ένας γνήσιος άνθρωπος, ανάμεσα από πόνους, διαφθορά, πλάνες, πάθη και παρεξηγήσεις, περνούσε στην αιωνιότητα κι έμπαινε ορμητικά στον κοσμικό χώρο. Και η «αιωνιότητα» δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η απολύτρωση από το χρόνο, ήταν κατά κάποιο τρόπο η επιστροφή στην αθωότητα, η μεταμόρφωση για άλλη μια φορά στο χώρο.
Γύρεψα τη Μαρία στο ρεστοράν, όπου τρώγαμε συνήθως τα βράδια, αλλά δεν είχε έρθει ακόμα. Κάθισα σ’ ένα ήσυχο συνοικιακό ταβερνάκι, περιμένοντας στο στρωμένο τραπέζι, με το μυαλό μου πάντοτε στην συνομιλία που είχα με την Ερμίνα. Ολες αυτές οι σκέψεις, που αναδύθηκαν ανάμεσά μας, μου φαίνονταν τόσο βαθιά εμπιστευτικές, τόσο γνώριμες από παλιά, σα να είχαν δημιουργηθεί από τη δική μου μυθολογία και το δικό μου κόσμο των εικόνων! Οι αθάνατοι, όπως ζούσαν απομακρυσμένοι στον άχρονο χώρο, είχαν γίνει εικόνα και η κρυστάλλινη αιωνιότητα, σαν αιθέρας, τους είχε περιβάλλει με την ψυχρή με την αστρική και αστραφτερή χαρά. Από που όλα αυτά μου ήταν τόσο οικεία; Σκεφτόμουν κι έρχονταν κομμάτια μέσα μου από τη μουσική του Μότσαρτ και του Μπαχ και παντού σ’ αυτή τη μουσική αισθανόμουν αυτή την ψυχρή, αστρική φωτεινότητα να λάμπει, να αιωρείται αυτή η καθαρότητα του αιθέρα. Ναι, αυτό ήταν, αυτή η μουσική ήταν σαν παγωμένος χρόνος στο χώρο, και πάνω της αιωρούνταν, κατά άπειρη φορά, υπερανθρώπινη χαρά, ένα αιώνιο θείο χαμόγελο. Ω ναι, με όλα αυτά ταίριαζε πετυχημένα ο γέρος Γκαίτε του ονείρου μου! Και ξαφνικά άκουσα αυτό το ανεξιχνίαστο γέλιο γύρω μου, άκουσα τους αθάνατους να γελούν. Κάθισα μαγεμένος γύρεψα το μολύβι μου από την τσέπη του γιλέκου μου, γύρεψα χαρτι, βρήκα τον κατάλογο μπροστά μου, τον γύρισα κι έγραψα στο πίσω μέρος στίχους, που μια άλλη μέρα τους ξαναβρήκα στην τσέπη μου. Ηταν οι εξής:

Οι αθάνατοι
Συνέχεια από τις κοιλάδες της γης
Αναβλύζει με ορμή ο πόθος της ζωής,
Άγρια ανάγκη, μεθυσμένη αφθονία,
Αιμάτινη οσμή από χιλιάδες στερνά νεκρόδειπνα,
Σπασμός της όρεξης, επιθυμία χωρίς τέλος,
Χέρια δολοφόνων, τοκογλύφων, ικετών,
Ενα σμάρι ανθρώπινο, μαστιγωμένο με αγωνία και επιθυμίες
Βγάζει οσμή πνιγερή και σαπισμένη, ωμή και ζεστή,
Αναπνέει ευτυχία κι έναν άγριο οργασμό,
Καταβροχθίζει τις σάρκες του και τρέφεται με αυτές,
Κυοφορεί πολέμους και την υψηλή τέχνη,
Στολίζει με φαντασίωση το φλογισμένο χαμαιτυπείο,
Καταβροχθίζει και κατατρώγει και πορεύεται
Μέσα από εκθαμβωτικά πανηγύρια του παιδικού του κόσμου,
Που ξαναγεννιέται για τον καθένα από τα κύματα,
Όπως άλλοτε για τον καθένα ξεπέφτει σε μια καλύβα.

Εμείς αντίθετα συναντηθήκαμε
Στην παγερότητα του αστραφτερού αιθέρα,
Δεν ξέρουμε ούτε μέρες ούτε ώρες,
Δεν υπάρχει άντρας ούτε γυναίκα, νέος και γέρος.
Οι αμαρτίες σας και οι αγωνίες σας,
Τα εγκλήματά σας και φουντωμένοι σας πόθοι
Είναι θέαμα για μας, όπως οι τροχιές των ήλιων,
Κάθε μοναδική μέρα είναι για μας η πιο μεγάλη.
Γαλήνιοι σκύβουμε στην ταραγμένη ζωή σας,
Γαλήνιοι ατενίζουμε τα άστρα που γυρίζουν,
Αναπνέουμε το χειμώνα του κοσμικού χώρου,
Είμαστε φίλοι με το δράκο του ουρανού,
Παγερή κι αμετάβλητη είναι η αιώνια ύπαρξή μας,
Παγερό και φωτεινό σαν άστρο είναι το αιώνιο γέλιο μας.

Επειτα ήρθε η μαρία κι ύστερα από ένα χαρούμενο γέυμα πήγαμε στο μικρό μας δωμάτιο...

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ
Ο Λύκος της Στέπας
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΩΣΤΑΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Πέμπτη 15 Απριλίου 2010

Η ιστορία του πονηρού ανθρώπου και του διαβόλου – PETER USPENSKY,


Κάποτε σε μια άγνωστη χώρα και σε άγνωστο χρόνο, ένας πονηρός άνθρωπος περνούσε έξω από ένα καφενείο και συναντάει ένα διάβολο. Ο διάβολος είχε τα μαύρα του τα χάλια, πεινασμένος και διψασμένος, και ο πονηρός άνθρωπος τον πηγαίνει στο καφενείο, παραγγέλνει καφέ και τον ρωτάει τι έχει. Ο διάβολος του λέει πως δεν είχε δουλειές. Τα παλιά χρόνια αγόραζε ψυχές και τις έκαιγε στα κάρβουνα, γιατί, όταν οι άνθρωποι πέθαιναν, είχαν ολόπαχες ψυχές που μπορούσε να τις πηγαίνει στην κόλαση, και όλοι οι διάβολοι ήταν ευχαριστημένοι. Αλλά, τώρα, όλες οι φωτιές στην κόλαση είχανε σβήσει, γιατί όταν οι άνθρωποι πέθαιναν δεν υπήρχαν ψυχές.
Τότε ο πονηρός άνθρωπος του πετάει την ιδέα ότι θα μπορούσαν ίσως να συνεργαστούν. “Μάθε με πως να φτιάχνω ψυχές”, του λέει, “και εγώ θα σου κάνω ένα σημάδι που να δείχνει ποιοι άνθρωποι έχουν ψυχές που τις έφτιαξα εγώ”, και παραγγέλνει κι άλλο καφέ. Ο διάβολος του εξηγεί ότι θα πρέπει να διδάσκει τους ανθρώπους να θυμούνται τον εαυτό τους, να μην ταυτίζονται και τα παρόμοια, και τότε, μετά από λίγο καιρό, θα φύτρωναν ψυχές μέσα τους.
Ο πονηρός άνθρωπος στρώνεται στη δουλειά, οργανώνει ομάδες και διδάσκει τους ανθρώπους να θυμούνται τον εαυτό τους. Μερικοί από αυτούς άρχισαν να εργάζονται σοβαρά και προσπάθησαν να εφαρμόσουν στην πράξη αυτά που τους δίδασκε. Μετά, πέθαιναν και, όταν έφταναν στις πύλες του παραδείσου, να κι ο Άγιος Πέτρος με τα κλειδιά του από τη μια μεριά και ο διάβολος από την άλλη. Όταν ο Άγιος Πέτρος ήταν έτοιμος να ανοίξει τις πύλες, ο διάβολος έλεγε: “Μπορώ παρακαλώ να σας κάνω μια ερώτηση; Θυμόσασταν τον εαυτό σας;” “Ναι βέβαια”, απαντούσε ο άνθρωπος και μετά ο διάβολος έλεγε: “Με συγχωρείτε, αυτή η ψυχή είναι δική μου”. Αυτό συνεχίστηκε πολύ καιρό, ώσπου κατάφεραν με κάποιο τρόπο να επικοινωνήσουν με τη γη και να ενημερώσουν τους άλλους γι' αυτά που συνέβαιναν στις πύλες του παραδείσου. Όταν τα άκουσαν αυτά οι άλλοι, πηγαίνουν στον πονηρό άνθρωπο που τους δίδασκε και του λένε: “Γιατί μας μάθαινες να θυμόμαστε τον εαυτό μας, αν, όταν λέμε πως θυμόμασταν τον εαυτό μας, μας παίρνει ο διάβολος;” Ο πονηρός άνθρωπος τους ρωτάει: “Σας έμαθα εγώ να λέτε ότι θυμάστε τον εαυτό σας; Εγώ σας έμαθα να μη μιλάτε”. Κι αυτοί του λένε: “Μα ήταν ο Άγιος Πέτρος και ο διάβολος!” Και ο πονηρός άνθρωπος τους λέει: “Μα είδατε ποτέ τον Άγιο Πέτρο και το διάβολο στις ομάδες; Μη μιλάτε λοιπόν. Μερικοί δεν μίλησαν και κατάφεραν να πάνε στον παράδεισο. Δεν έκανα μόνο συμφωνία με το διάβολο, αλλά κατέστρωσα και σχέδιο για να τον εξαπατήσω”.

PETER USPENSKY,
Ο ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΔΡΟΜΟΣ
Καταγραφή ομιλιών
και ερωταποκρίσεων
που βασίζονται στη διδασκαλία
του Γ. Ι. ΓΚΟΥΡΤΖΙΕΦ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΥΡΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Τετάρτη 14 Απριλίου 2010

ΚΑΡΜΕΝ – ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ

...Ηταν γραμματέας του διευθυντή. Την έλεγαν Κάρμεν, μα παρά το ισπανικό όνομα ήταν ξανθιά και φορούσε στενά μάλλινα φορέματα, παπούτσια με τακούνι στιλέτο, μεταξωτές κάλτσες και ζαρτιέρες, τα χείλια της τα βάραινε το έντονο κραγιόν, αλλά – ω Χριστέ μου – πως κουνιόταν, πως τρεμούλιαζε ο κώλος της, σειόταν ολόκληρη καθώς μας έφερνε τις παραγγελίες στο γραφείο και τα παιδιά γούρλωναν τα μάτια τους και τρίβαν τα αχαμνά τους καθώς τα λαχταριστά βυζιά της προσπαθούσαν να σκίσουν τα φουστάνια της και να πεταχτούν ελεύθερα έξω. Ποτέ δεν ήμουν μέγας μπήχτης. Για να είσαι μπήχτης πρέπει να τα καταφέρνεις και στο ψηστήρι. Εγώ, από ψηστήρι ήμουν τελείως άσχετος. Αλλά τόσο πολύ με πίεσε η Κάρμεν, που μια μέρα την πήρα στα όρθια, με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο. Ηταν όμορφα, ήταν ζεστά. Σκεφτόμουν γαλάζιους ουρανούς και ατέλειωτες κατακάθαρες ακρογιαλιές, μα είχε και μια θλίψη, μια έλλειψη ζεστασιάς και ανθρωπιάς που δεν καταλάβαινα, ούτε μπορούσα να τα βγάλω πέρα μαζί της. Της είχα σηκώσει ψηλά το φουστάνι και την κάρφωνα με το καυλί μου, φιλώντας το βαμμένο άλικο στόμα της και τελικά έχυσα ανάμεσα σε δύο κιβώτια, με τ' αποκαϊδια να γεμίζουν τον αέρα και με την γκόμενα κολλημένη στο βρόμικο τοίχο, μέσα στο ευεργετικό σκοτάδι.
-.-
...Εφτασα στην αποθήκη στις 10.30 π.μ. Κανονικά θα έπρεπε να ήμουν εκεί στι 8. Ηταν η ώρα του πρωινού διαλείμματος και όλος ο κόσμος περίμενε στην ουρά στο κυλικείο να πιεί καφέ. Παρήγγειλα ένα διπλό καφέ κι ένα λουκουμά με μαρμελάδα. Αντάλλαξα δυό κουβέντες με την Κάρμεν, τη γραμματέα, τη γνωστή κυρία του “όρθιου στη γωνία”. Οπως συνήθως, η Κάρμεν φορούσε ένα απίστευτα στενό μάλλινο φόρεμα, που της έμπαινε όπως το οξυγόνο σ' ένα μπαλόνι. Είχε ξοδέψει τουλάχιστον μισό κραγιόν για τα χείλια της, και τριβόταν ολόκληρη πάνω μου καθώς μου μιλούσε. Η Κάρμεν ήταν τόσο επιθετική, που σε τρόμαζε, αισθανόσουν την ανάγκη να φύγεις για ν' αποφύγεις την τόση πίεση. Όπως και οι περισσότερες γυναίκες, ποθούσε αυτό που δεν μπορούσε να έχει, μια και η Τζαν μου ρουφούσε ό,τι απόθεμα είχα και δεν είχα σε σπέρμα. Η Κάρμεν πίστευε ότι το 'παιζα δύσκολος. Εγώ έτρωγα το λουκουμά μου κι αυτή ήθελε να φάει εμένα. Κάποτε το διάλειμμα τελείωσε και πήγαμε όλοι στα πόστα μας. Κι εγώ -ο βιτσιόζος- είχα ένα στιγμιαίο όραμα: τα ελαφρά λεκιασμένα από σκατά βρακιά της Κάρμεν να ανεμίζουν στερεωμένα στο μεγάλο δάκτυλο του ποδιού μου, ενώ εγώ της τον έμπηγα στο διαμέρισμα της κεντρικής οδού. Ο κύριος Χάνσεν, ο διευθυντής, με περίμενε έξω από το γραφέιο του: “κύριε Τσινάσκι”, γαύγισε. Τον ήχο τον ήξερα: τέρμα κύριοι. Να τι σήμαινε.
Τον πλησίασα και στάθηκα μπροστά του. Φορούσε καλοσιδερωμένο ελαφρύ καλοκαιριάτικο κοστούμι, γραβάτα (πράσινη), μεταξωτό πουκάμισο, παπούτσια ακριβά και γυαλισμένα σαν καθρέφτες. Ξαφνικά, ένιωσα τα καρφιά των παπουτσιών μου να χώνονται στις πατούσες μου. Τρία κουμπιά έλειπαν από το βρόμικο πουκάμισό μου. Το φερμουάρ του παντελονιού μου ήταν μισοχαλασμένο. Η αγκράφα της ζώνης μου, σπασμένη.
“Μάλιστα;” ρώτησα.
“Είμαι υποχρεωμένος να σε απολύσω”.
“Εντάξει”, είπα.
“Είσαι πολύ καλός υπάλληλος, αλλά πρέπει να σε απολύσω”.
Στενοχωριόμουν με την αμηχανία του.
“Εδώ και έξι μέρες έρχεσαι στις 10.30. Οι άλλοι εργάτες δεν τα βλέπουν με καλό μάτι αυτά, όταν εκείνοι δουλεύουν κανονικό οκτάωρο”.
“Είμαι εντάξει, σας είπα, πιστέψτε με, δεν υπάρχει πρόβλημα”.
“Ακουσέ με: όταν είχα τα χρόνια σου, ήμου κι εγώ ζόρικο αγόρι. Μια φορά την εβδομάδα τουλάχιστον, έφτανα στη δουλειά μου με μαυρισμένο μάτι. Μα ποτέ δεν άργησα. Ετσι έφτασα εδώ που βρίσκομαι σήμερα”.
Δεν απάντησα.
“Τι συμβαίνει; Γιατί δεν μπορείς να 'ρχεσαι στην ώρα σου;”
Ξαφνικά μου πέρασε η ιδέα ότι αν του έλεγα την αλήθεια, μπορεί και να με κρατούσε. “Μόλις παντρεύτηκα, ξέρετε. Είμαι ακόμα στο μήνα του μέλιτος. Κάθε πρωί, εκεί που πάω να ντυθώ, με τραβάει στο κρεβάτι για μια τελευταία πίπα”.
Τρίχες. Δεν έγινε τίποτα. “Θα πω στο λογιστήριο να ετοιμάσουν την αποζημίωσή σου”. Ο Χάνσεν μπήκε στο γραφείο του, και τον είδα κάτι να ψιθυρίζει στην Κάρμεν. Μου ήρθε ακόμα μια ξαφνική έμπνευση και του χτύπησα το τζάμι. Ο Χάνσεν με πλησίασε. “Τι είναι πάλι;”
“Ακούστε”, του είπα. “Δεν το έχω κάνει ποτέ με την Κάρμεν. Λόγω τιμής. Είναι ωραία γυναίκα, αλλά δεν είναι ο τύπος μου. Μπορώ να έχω αποζημίωση για όλη την εβδομάδα;”
Ο Χάνσεν ξαναμπήκε στο γραφέιο του. “Να του δώσετε αποζημίωση για όλη την εβδομάδα”. Κι ήταν μόνο Τρίτη, ακόμα. Δεν περίμενα να μου κάνει το χατίρι, μα τότε θυμήθηκα ότι αυτός κι ο Αλαμπαμ μοιράζονταν από μισά 20.000 πεντάλια ποδηλάτων. Η Κάρμεν μου έδωσε την επιταγή. Μου πέταξε ένα αδιάφορο χαμόγελο, καθώς ο Χάνσεν τηλεφωνούσε στο γραφείο ευρέσεως εργασίας.

Τσαρλς Μπουκόφσκι
Ανθρωπος για όλες τις δουλειές
Μετάφραση ΧΡΥΣΑ ΤΣΑΛΙΚΙΔΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΔΥΣΣΕΑΣ

Τρίτη 13 Απριλίου 2010

ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΑ ΜΟΝΑΣΤΙΚΑ ΤΑΓΜΑΤΑ – ΥΛΙΣΜΟΣ – ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ ΜΙΡΜΙΡΟΓΛΟΥ

Τον υλισμόν, την αρχαίαν ταύτην και ερριζωμένην φιλοσοφικήν αντίληψιν της Ανατολής, ευρίσκομεν υπό την μορφήν της “ενότητος υπάρξεως” (βαχιδδέτι βουτζούτ), ήτοι της πίστεως ότι όλα παράγονται εκ μιάς και της αυτής ύλης, μεταξύ όλων των Μουσουλμανικών θρησκευτικών Ταγμάτων. Ο μεγαλύτερος εκπρόσωπος της αντιλήψεως ταύτης εν τω Μωαμεθανισμώ θεωρείται ο Μουχιδδίνι Αραμπή, ο μέγιστος των Θεολόγων της εποχής του.
Εν προκειμένω μόνην εξαίρεσιν συνατώμεν εις το Μοναστικόν Τάγμα των “Νακσιμπέντ” (υφαντών, βαφέων, ελαιοχρωματιστών). Η φιλοσοφική αύτη αντίληψις εξελθούσα της γαλουχησάσης αυτήν κοιτίδος, των Ινδιών, μετεδόθη διαδοχικώς εις την Ασσυρίαν και την Βαβυλώνα (Χαλδαίαν) και εκείθεν εις Περσίαν, Τουρκεστάν, Κίναν, Αίγυπτον και από τούτων εις φοινίκην, Ελλάδα και Ρώμην. Πανταχού των ανωτέρω χωρών αφήκε κατά την διαδρομήν της υπολείμματα.
Μετεδόθη εις τους Αραβας δια των Περσών και ελλήνων (Βυζαντινών) κατά τους πρώτους χρόνους της δυναστείας των Αββασιδών. Ή μάλλον, ίνα διατυπώσωμεν κυριολεκτικώτερον η θεωρία αύτη εισήλθεν εις τον Μουσουλμανικόν κόσμον δια των εξαραβισθέντων Ελλήνων και Περσών.
ΤΕΛΙΚΟΣ ΣΚΟΠΟΣ ΤΩΝ ΜΟΝΑΣΤΙΚΩΝ ΤΑΓΜΑΤΩΝ
Ο υλισμός αποτελεί τον τελικόν σκοπόν των Μουσουλμανικών Μοναστικών Ταγμάτων. Οι οπαδοί των Ταγμάτων τούτων βαδίζουσι προς τον εν λόγω σκοπόν άνευ περιστροφών.
Η αποκάλυψις όμως της θεωρίας ταύτης δεν διδάσκεται ευθύς εξ αρχής εις τους οπαδούς. Ενσταλάζεται βραδέως εις την ψυχήν των, αναλόγως της επιδεκτικότητος εκάστου των οπαδών και εις τρόπον ώστε να γίνη βαθμηδόν εκ μέρους των αντιληπτή και ίδιον εκάστου αυτών κτήμα. Εις τούτο κατείνουσιν άλλως τε πάσαι αι του Τάγματος πράξεις: ο πόνος ήτοι η τεσσαρακονθήμερος μετάνοια καθ' ην ούτοι εγκλειόμενοι εις το κελλίον των εγκρατεύονται και προσεύχονται, τα ταξίδια των, ο ασκητικός των βίος, οι θρησκευτικοί στροβιλισμοί των, οι κανόνες των, αι προσευχαί και απαγγελίαι μερών του Κορανίου αναγιγνωσκομένων καθ' εκάστην και αι λοιπαί εν γένει πράξεις των.
ΜΥΣΤΙΚΗ ΜΥΗΣΙΣ
Εάν ο υποψήφιος οπαδός των αποδειχθή ανεπίδεκτος δια την δεικνυομένην εγκόλπωσιν της ανωτέρω φιλοσοφικής αντιλήψεως δεν απορρίπτεται μεν του Τάγματος, αλλά και δεν μυείται ποσώς εις την φιλοσοφικήν ταύτην αντίληψιν. Τον απασχολούσιν εν τοιαύτη περιπτώσει εις έτερα και τον υποχρεώνουσι να τελή τας φαινομενικάς μόνον και εξωτερικάς ιεροτελεστίας των. Με τας οποίας καταδικάζεται να διέλθη ολόκληρον τον βίον του.
Οι επιδεκτικοί όμως μαθηταί μυούνται ανερχόμενοι διαδοχικώς τας προς τούτο βαθμίδας. Ταύτας οι ευφυέστεροι υπερπηδώσι ταχύτερον. Και ούτω γίνονται κτήτορες της εν λόγω φιλοσοφικής αντιλήψεως. Οι πρεσβεύοντες την ανωτέρω περί “ενότητος υπάρξεως” υλιστικήν θεωρίαν δεν παραδέχονται Θεόν έτερον, κεχωρισμένον της υπάρξεως των κόσμων. Ούτοι λέγοντες Θεόν εννοούσιν ως Θεόν τον κόσμον, τα αντικείμενα, τον άνθρωπον. Εφ' ω λέγουσι “πατήρ μου ο Ουρανός, μήτηρ μου η Γη”.
Οι Μπεκτασήδες όμως των χωρίων και οι Αλεβήδες επίσης των χωρίων δεν εννοούσι πλήρως την ανωτέρω φιλοσοφικήν αντίληψιν. Αύτη ιδιάζει μάλλον εις τον κλάδον των Μπαμπαγκιάνηδων.
Ως ελέχθη και ανωτέρω ο σκοπός προς ον κατατείνουσι τα Μοναστικά του Ισλάμ Τάγματα είνα η μνησθείσα υλιστική θεωρία περί “ενότητος της υπάρξεως”, ο μονοθεϊσμός, ήτοι η ομολογία πίστεως και λατρείας ενός Θεού. Με την διαφοράν ότι εις τινα Τάγματα διδάσκεται ως “μυστικόν” και εις έτερα ως το “κατ' εξοχήν μυστικόν”. Τάγματα όμως τινά διδάσκουσιν απροκαλύπτως το μυστικόν τούτο. Σχεδόν μεταξύ των τελευταίων τούτων συγκαταλέγεται και το των Μπεκτασσήδων. Οι Μπεκτασσήδες άλλως τε εισίν εκείνοι οίτινες αποδίδουσι μεγαλυτέραν σημασίαν εις το μυστικόν τούτο και οίτινες περισσότερον παντός άλλου υλοποίησαν αυτό. Το μυστικόν τούτο δυνάμεθα να διατυπώσωμεν άλλαις λέξεσι και ως έπεται: Ο Θεός είναι μια ουσία, εν πνεύμα. Η φύσις ουδέν άλλο εστίν ειμή μια εξωτερίκευσις της ουσίας ταύτης.

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ ΜΙΡΜΙΡΟΓΛΟΥ
ΟΙ ΔΕΡΒΙΣΣΑΙ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΑΤΗ