.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Η ΕΓΧΕΙΡΗΣΗ – WILLIAM S. BURROUGHS



...Την κάθε εικόνα την ακολουθεί ένα κομμάτι φιλμ. Οι εικόνες ζωντανεύουν καθώς τις κοιτάζει ο Μπίλι. Ο Ρόμπερτς βάζει στο τραπέζι μπριζόλες με τηγανιτές πατάτες, κρέπες και μπύρα. Ο Μπίλι τρώει λαίμαργα, σαν λύκος.
«Μπορώ να φάω οτιδήποτε».
Σε ένα άλλο δωμάτιο κάποιο θύμα ατυχήματος διατηρείται ζωντανό με τη βοήθεια ενός αυτοσχέδιου αναπνευστικού μηχανήματος. Το μήνυμα στέλνεται από ταμ-ταμ, περνάει στο τηλέφωνο και φτάνει στο γιατρό του Μπίλι. Ένα μήνυμα επιστρέφει.
Ο Μπίλι με τον Ρόμπερτς πάνε από το πρατήριο του Παπαγάλου για να πάρουν τα υλικά που χρειάζονται για μια μεταμόσχευση. Μέσα από τις σχάρες των υπονόμων ξεπροβάλλουν τα απειλητικά μούτρα σκυλιών. Ένα περιπολικό κόβει βόλτες. Βουτάνε σε μια είσοδο μέσα και κάνουν πως ψάχνουν για κάποιο όνομα.
«Τι γυρεύουμε εδώ, καλόπαιδα;»
«Μας πήρε τ' αμάξι από πίσω».
Δύο μαύροι τους κλείνουν την έξοδο.
«Κουβαλάμε τίποτα;»
Ο Ρόμπερτς τους δίνει ένα σωληνάριο με δισκία ηρωίνης.
Τους αφήνουν να περάσουν.
Η μεταμόσχευση θα γίνει σε ένα δωμάτιο που χρησιμοποιείται σαν χειρουργείο, κάτω στον υπόγειο κοντά στις εγκαταστάσεις του ντέλκο. Ακούγεται ένας συνεχής θόρυβος κατά τη διάρκεια αυτής της σκηνής, τα απαίσια φτυσίματα της γεννήτριας τη στιγμή που τρεμοσβύνουν τα φώτα. Όλες οι συσκευές είναι πρόχειρα φτιαγμένες και απαιτούν συνεχείς ρυθμίσεις και ψιλοεπισκευές. Ο Μπίλι πάει να φωνάξει «Το χέρι» τον καλύτερο βοηθό χειρούργου της πιάτσας. Τον βρίσκει μέσα στο καμαράκι του σ' ένα τροποποιημένο φορτηγό, να ανάβει σπίρτα στην άλλη άκρη του δωματίου με ένα χειροποίητο πιστολάκι. Το Χέρι είναι κολλημένο στα Μπλου. Το Μπλου είναι μια βαριά μεταλλική παραλλαγή της ηρωίνης και πήρε το όνομά του από τη γαλαζωπή χροιά που αφήνει στο πρόσωπο. Το Μπλου είναι είκοσι φορές ισχυρότερο από την ηρωίνη. Το Χέρι σηκώνει την τσάντα του με τα εργαλεία και παίρνει παραμάσχαλα τον ευνοούμενό του, ένα μαύρο Σιαμέζο με γυαλιστερά μπλε μάτια.
Μέσα στο χειρουργείο ο γιατρός ετοιμάζεται για την εγχείρηση. Πίνει λίγο εκχύλισμα χασισιού, τραβάει και μια μορφίνη.
«Που είναι αυτός ο μαλάκας ο αναισθησιολόγος;»
Μπαίνει μέσα τρικλίζοντας ο αναισθησιολόγος, τελείως τύφλα.
«Τα 'χει φτύσει ο χαμένος. Θα πρέπει να αναλάβεις εσύ Μπίλι».
«Εγώ ρε είμαι μεθυσμένος;» Ο αναισθησιολόγος πάει σκουντουφλώντας προς το χειρουργικό τραπέζι. Ο γιατρός στέκεται ακριβώς από πίσω του γεμίζοντας μια σύριγγα πενταθόλη.
«Είσαι τύφλα στο μεθύσι. Απολύεσαι. Τράβα έξω».
«Ένα τσούρμο παλιογαμιόληδες είσαστε όλοι σας!» ουρλιάζει ο αναισθησιολόγος... «Και άμα θέλετε να μάθετε».
Ο Γιατρός γυρνάει απότομα και του αδειάζει τη σύριγγα στο στόμα έτσι καθώς το 'χε ανοιχτό.
«Άντε βούλωσε τη στοματάρα σου τώρα».
Ο αναισθησιολόγος πάει να καταπιεί, μισοπνίγεται, βήχει, κλυδωνίζεται και σωριάζεται κάτω.
«Πετάχτε τον όξω».
Αρχίζουν τη δουλειά. Το Χέρι είναι σταθερό σαν βράχος, γρήγορο και επιδέξιο. Φέρνουν μέσα άλλον έναν άρρωστο πάνω σε καροτσάκι. Ένας γιατρός κρατάει από το λουρί ένα σκύλο. Ο γάτος του Χεριού πηδάει πάνω στο τραπέζι του χειρουργείου φτύνοντας κι από 'κει πάνω στο κεφάλι του Γιατρού.
«Πάρτε απο 'δω αυτό το γαμημένο το κωλόσκυλο!» ουρλιάζει ο Γιατρός. Βγάζουν έξω το σκυλί που δεν σταματά να γαυγίζει. Τώρα μπαίνουν μέσα κι άλλοι γιατροί. Σκηνή που θυμίζει κωμωδία των αδελφών Μάρξ. Φορεία, κουκέτες, αιώρες, ένας άρρωστος δεμένος όρθιος σε ένα παλούκι σαν λουκάνικο. Άνθρωποι παραπατάνε πάνω από τα καλώδια, σουτάρουν, φτιάχνουν καφέδες, τρώνε σάντουιτς, χειρονομούν κρατώντας ματωμένα νηστέρια, ανταλάσσουν συμβουλές.
Ένας γιατρός γυρίζει αδιάφορα το κεφάλι του πίνοντας μπύρα από ένα ντενεκεδάκι... «Αν ήμουνα στη θέση σου θα έκανα μια νεφρική μεταστροφή».
«Δε γίνεται να δουλέψω κάτω από τέτοιες συνθήκες», λέει ο Γιατρός. Το Χέρι του δείχνει ένα κλειδί. Βγάζουν ήσυχα έξω το φορείο μπροστά από διάφορους άλλους ασθενείς που περιμένουν να μπουν μέσα, γιατροί να μισοκοιμούνται, άλλοι να χειρουργούν κάτω από το φως των φακών. Το κλειδί που έχουν είναι για τις πρώην τουαλέτες προσωπικού. Προσπαθούν να βάλουν μέσα αθόρυβα τον ασθενή τους χωρίς να γίνουν αντιληπτοί, αλλά μια άλλη ομάδα χειρούργων πάει και αυτή να μπουκάρει μέσα. Τελεικά καταφέρνουν να κλείσουν την πόρτα και να την κλειδώσουν. Η ομάδα που αποκλείστηκε κοπανάει την πόρτα με μια σωλήνα τσιρίζοντας. «Ανοίχτε την πόρτα ρε καριόληδες!»
«Σκάστε λοιπόν, θα δημιουργήσετε κανά έγγραμμα στον ασθενή μου...» τους απαντάει ουρλιαχτά ο Γιατρός. Τελικά κάποτε σταματάνε να χτυπάνε. Συνδέουν τα μηχανήματα στις πρίζες και αρχίζουν να δουλεύουν. Σκηνή έντονης συγκέντρωσης... Η εγχείρηση τελείωσε. Πρόσωπα αχνοφώτιστα και εξαϋλωμένα από το αμυδρό φως της αυγής που περνά μέσα από το συρμάτινο πλέγμα του κρυστάλλινου φεγγίτη.



WILLIAM S. BURROUGHS
BLADE RUNNER
ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΟΥΤΟΣ
ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ
ΔΥΟ ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ΠΡΙΝ ΤΟ 1984
ΑΘΗΝΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑ

1 σχόλιο:

Μάντεψε ποια είπε...

Ωραία. Μάλλον πρέπει να διαβάσω κι άλλο Burroughs, γαμώτο.