.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

Ο χορός της Νταρλήν – ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ



Φωτογραφίες των στριπτιζέζ σε γυάλινες προθήκες. Αγόρασα ένα εισιτήριο. Η κοπέλα του ταμείου ήταν πιο όμορφη από τις αρτίστες. Τώρα πια, μου απόμεναν μόνο 38 σεντς. Μπήκα στη σκοτεινή αίθουσα και κάθισα στην όγδοη σειρά. Στις πρώτες τρεις σειρές δεν έπεφτε ούτε καρφίτσα.
Ήμουν άτυχος. Η ταινία είχε τελειώσει και μόλις είχε βγει η πρώτη στριπτιζέζ. Η Νταρλήν. Η πρώτη που εμφανιζόταν ήταν συνήθως η χειρότερη. Γερασμένες κοκότες που τίναζαν ψηλά τα ποδάρια τους, μαζί με τ' άλλα κορίτσια του μπαλέτου. Προφανώς, κάποια είχε δολοφονηθεί ή είχε πάθει κρίση υστερίας κι αυτό αποτελούσε μοναδική ευκαιρία για την Νταρλήν να ξαναεμφανιστεί σε σόλο νούμερο.
Κι όμως η Νταρλήν ήταν υπέροχη. Αδύνατη με μεγάλα βυζιά. Κορμί λυγερό σαν ιτιά. Κι ένας κώλος τεράστιος. Ένα θαύμα που μπορούσε να σε τρελάνει.
Η Νταρλήν φορούσε ένα μακρύ βελούδινο μαύρο φόρεμα, σκισμένο στα πλάγια. Τα μπούτια της ήταν κάτασπρα, αλάβαστρο πάνω σε μαύρο φόντο. Χόρευε και μας κοιτούσε με τα έντονα βαμμένα της μάτια. Η ευκαιρία της. Η μοναδική της ευκαιρία. Ήθελε να ξαναγίνει χορεύτρια σε σόλο νούμερα. Συμφωνούσα απόλυτα μαζί της. Κατέβαζε σιγά σιγά το φερμουάρ και μας έδειχνε όλο και περισσότερη σάρκα. Άσπρη σάρκα. Γρήγορα έμεινε μ' ένα ροζ σουτιέν κι ένα κορδονάκι γύρω από τους γοφούς της – τα ψεύτικα διαμάντια λαμποκοπούσαν καθώς χόρευε.
Η Νταρλήν πισωπάτησε χορεύοντας, μέχρι την άκρη της βελούδινης κουρτίνας. Η κουρτίνα ήταν σκισμένη, κατασκονισμένη. Την άρπαξε και κουνώντας το πάντα το κορμί της στο ρυθμό της μουσικής, άρχισε να την γαμάει. Η ορχηστρα των τεσσάρων έπαιζε, η Νταρλήν γαμούσε. Το ροζέ φως έγινε ξαφνικά βαθυκόκκινο. Η ορχήστρα είχε φτάσει στο αποκορύφωμα, η Νταρλήν έχυνε επί σκηνής. Το κεφάλι της έπεσε χαλαρά προς τα πίσω. Το στόμα της άνοιξε διάπλατα σε μια σιωπηλή κραυγή.
Συνήλθε και ήρθε στο κέντρο του πάλκου. Την άκουγα να τραγουδάει στον εαυτό της. Πέταξε με μια κίνηση το σουτιέν της, κι ένας μάγκας τρεις σειρές πιο κάτω από μένα άναψε τσιγάρο. Το μόνο της ρούχο τώρα ήταν το κορδονάκι με τα ψεύτικα διαμάντια. Έβαλε δάχτυλο στον αφαλό της και βόγκηξε.
Η ορχήστρα έπαιζε έναν απαλό σκοπό. Η Νταρλήν χόρευε αόριστα. Τώρα, μας γαμούσε όλους μαζί. Τα διαμάντια κουνιόντουσαν πέρα δώθε με κάποια γλύκα. Κι η ένταση της τετραμελούς ορχήστρας άρχισε ν' ανεβαίνει για μια ακόμα φορά. Φτάναμε στο ναδίρ της πράξης (σκηνικής ή ερωτικής, δεν είχε πια σημασία). Ο ντράμερ έπαιζε σα να περίμενε να αρχίσουν από στιγμή σε στιγμή τα πυροτεχνήματα. Χριστέ μου, πόσο κουρασμένοι κι απελπισμένοι ήταν οι μουσικοί...
Η Νταρλήν ζούπηξε τα γυμνά της στήθια, πασπάτεψε τη ρόγα της. Τα 'πιασε στα χέρια της και μας τα 'δειξε, μας τα πρόσφερε. Τα μάτια της είχαν γεμίσει όνειρα, τα χείλια της έμοιαζαν υγρά μισάνοιχτα μπουμπούκια. Ξαφνικά, γύρισε και μας κούνησε με μπρίο το μεγάλο της κώλο. Οι χάντρες άστραψαν σαν παλαβές, απόκτησαν τη δικιά τους ζωή. Η φωτεινή κηλίδα του προβολέα έπιασε να χορεύει το χορό του ήλιου. Η τετραμελής ορχήστρα βαρούσε τα όργανα σ' έναν παλαβό σκοπό. Η Νταρλήν κλωθογύριζε στο πάλκο. Πέταξε το κορδονάκι με τις χάντρες. Κοίταξα, κοίταξάν. Οι μουνότριχες της ξεπρόβαλλαν κάτω από το λεπτό μπικινάκι στο χρώμα του δέρματος. Η μπάντα ξυλοκοπούσε με μανία τον κώλο της.

Κι ο πούτσος μου αρνιόταν να σηκωθεί.



ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ
ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΓΙΑ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΔΟΥΛΕΙΕΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΧΡΥΣΑ ΤΣΑΛΙΚΙΔΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΔΥΣΣΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: