.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 2 Ιανουαρίου 2011

100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ (02/01/1911) - ΚΥΡΙΑΚ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 31/12/2010


«Και αι τρεις είχον στιλπνούς λευκούς οδόντας...»

Τι σχέση θα μπορούσε να έχει ένας κοσμοκαλόγερος σαν τον Παπαδιαμάντη με την πιο σατανική ιστορία που γράφτηκε ποτέ; Σήμερα πια, θεωρείται βέβαιο: Αυτός κρυβόταν πίσω από τον ανώνυμο μεταφραστή του «Πύργου του Δράκουλα» που, τέτοιες μέρες, τον Ιανουάριο του 1903, διαφημιζόταν από το «Νέον Αστυ» ως το «περιεργότερον μυθιστόρημα όπερ εδημοσιεύθη εις ελληνικήν εφημερίδα».
Σ' αυτό το συμπέρασμα κατέληξε η φιλόλογος Λαμπρινή Τριανταφυλλοπούλου, έχοντας στη φαρέτρα της ένα πλήθος από γλωσσικά και άλλα τεκμήρια για να το ισχυριστεί.
Από τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα της γοτθικής λογοτεχνίας, σφραγισμένο από τον τρόμο και τη φρίκη που εμπνέουν το αλλόκοτο και η μεταφυσική, το χιλιοδιασκευασμένο έκτοτε μυθιστόρημα του Μπραμ Στόουκερ είχε δει το φως λίγα χρόνια μόλις νωρίτερα, το 1897, αποτυπώνοντας την εφιαλτική εμπειρία ενός νεαρού υπαλλήλου σε δικηγορικό γραφείο του Λονδίνου, από μια επαγγελματική, όπως νομίζει, αποστολή του στο καταφύγιο του Κόμη Δράκουλα, στα Καρπάθια Ορη. Οπως, ωστόσο, φάνηκε από την αντιπαραβολή της μετάφρασης με το κείμενο του ιρλανδού συγγραφέα, ο Παπαδιαμάντης δεν είχε μεταφράσει τον «Δράκουλα» από το πρωτότυπο, αλλά από τη συντομευμένη εκδοχή που είχε δημοσιευτεί το 1901 με τη συγκατάθεση του Στόουκερ.
Η παπαδιαμαντική μετάφραση θα εκδοθεί μέσα στην χρονιά από τις εκδόσεις «Κίχλη». Ως τότε, ας αρκεστούμε σ' ένα χαρακτηριστικό της απόσπασμα από το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου, όπου ο Ιωνάθαν Αρκερ, έχοντας ήδη ψυχανεμιστεί ότι δεν είναι φιλοξενούμενος αλλά φυλακισμένος στον Πύργο του Δράκουλα, αποφασίζει να αγνοήσει τη νουθεσία του τελευταίου και να μην επιστρέψει στο δωμάτιό του για ν' αναπαυθεί. Τι είδους εκπλήξεις τον περιμένουν τώρα;
Βραδύτερον· πρωία της 16 Μαΐου. - Ο Θεός να φυλάξη τον νουν μου, διότι εις τούτο κατήντησα. Η ασφάλεια και η βεβαιότης της ασφαλείας είναι πράγματα περασμένα. Ενόσω ζω εδώ, έν πράγμα μόνον πρέπει να εύχωμαι: να μη τρελλαθώ, εάν εντούτοις δεν είμαι τρελλός ήδη. Εάν εχεφρονώ, τότε βεβαίως είναι τρελλόν να σκέπτωμαι ότι εξ όλων των βδελυρών πραγμάτων, τα οποία ανέρπουσιν εις το μισητόν τούτο μέρος, ο Κόμης είναι το ολιγώτερον φοβερόν εις εμέ· ότι εις αυτόν μόνον δύναμαι ν' αποβλέπω προς ασφάλειαν, και τούτο μόνον ενόσω δύναμαι να υπηρετήσω τον σκοπόν του. Μέγιστε Θεέ! Θεέ πολυεύσπλαγχνε! Δος να είμαι ατάραχος, διότι πέραν τούτου κείται η παραφροσύνη.
Η μυστηριώδης νουθεσία του Κόμητος μ' ετρόμαξεν εν καιρώ· τώρα με τρομάζει περισσότερον, όταν την αναλογίζωμαι, διότι εις το μέλλον αυτός έχει φοβεράν λαβήν επ' εμού. Θα φοβούμαι και ν' αμφιβάλλω εις ό,τι και να είπη!
ταν είχα γράψει εις το ημερολόγιόν μου, και είχα βάλει ευτυχώς το βιβλίον και την γραφίδα εις το θυλάκιόν μου, ησθάνθην νυσταγμόν. Η νουθεσία του Κόμητος ήλθεν εις τον νουν μου, αλλ' εύρον ηδονήν εις το να παρακούσω. Η αίσθησις του ύπνου ήτο επ' εμού, και μετ' αυτής η ισχυρογνωμοσύνη, την οποίαν ο ύπνος ως προπομπόν φέρει. Το μελιχρόν της σελήνης φως εμάλασσε την καρδίαν, και η αχανής έξω έκτασις παρείχεν αίσθημα ελευθερίας, το οποίον με ανέψυχε. Απεφάσισα να μη επιστρέψω απόψε εις τους θαλάμους τους κατηφείς, αλλά να κοιμηθώ εδώ, όπου το πάλαι δέσποιναι εκάθηντο και έψαλλον και έζων αβράν ζωήν, ενώ τα ευγενή στέρνα των ήσαν τεθλιμμένα, διότι οι άρρενες οικείοι των έλειπον εις τους απηνείς πολέμους. Εσυρα μέγα ανάκλιντρον από την θέσιν του παρά την γωνίαν, ώστε πλαγιασμένος να βλέπω την ωραίαν θέαν προς ανατολάς και μεσημβρίαν, και χωρίς να με μέλη διά την σκόνην, διετέθην προς ύπνον.
Υποθέτω ότι απεκοιμήθην· ελπίζω τούτο, πλην φοβούμαι, διότι παν ό,τι επηκολούθησεν ήτο εκπάγλως πραγματικόν - τόσον πραγματικόν, ώστε τώρα, καθήμενος εδώ εις τον ήλιον της πρωίας δεν δύναμαι το παράπαν να πιστεύσω ότι όλα ήσαν καθ' ύπνους.
Δέν ήμην μόνος. Ο θάλαμος ήτο ο ίδιος αμετάβλητος καθ' όλα αφότου εισήλθα· έβλεπα κατά μήκος του δαπέδου, εις το λαμπρόν σεληνόφως, τα ίχνη των ιδίων βημάτων μου αποτυπωμένα, όπου είχα διαταράξει την μακροχρόνιον επισώρευσιν της σκόνης. Εις το φως της σελήνης αντικρύ μου ήσαν τρεις νεαραί γυναίκες, κυρίαι εκ της ενδυμασίας και του τρόπου των. Εσκέφθην την ώραν εκείνην ότι πρέπει να ωνειρευόμην, όταν τας είδα, διότι, καίτοι το σεληνόφως ήτο όπισθέν των, δεν έρριπτον σκιάν επί του δαπέδου.
λθαν πλησίον μου και μ' εκοίταξαν επί τινας στιγμάς και είτα ήρχισαν να ψιθυρίζουν μεταξύ των. Δύο ήσαν μελαχροιναί και είχον υψηλάς γρυπάς ρίνας, όπως ο Κόμης, και μεγάλους, βαθείς, διαπεραστικούς οφθαλμούς, οι οποίοι εφαίνοντο να είναι σχεδόν ερυθροί εν συγκρίσει προς την ωχράν λευκήν σελήνην. Η άλλη ήτο ξανθή, ξανθοτάτη, με μεγάλους μεταξοειδείς βοστρύχους χρυσής κόμης και όμματα ως σαπφείρους ωχρούς. Και αι τρεις είχον στιλπνούς λευκούς οδόντας, οίτινες έφεγγον ως μαργαρίται επάνω εις το ρουβίνιον των ηδυπαθών χειλέων των. Είχον κάτι τι επάνω των, το οποίον με έκαμεν ανήσυχον· ένα πόθον και συγχρόνως ένα θανάσιμον φόβον. Ησθάνθην εν τη καρδία μου πονηράν, καίουσαν επιθυμίαν όπως με φιλήσουν μ' εκείνα τα κόκκινα χείλη. Εψιθύρισαν ομού, είτα και αι τρεις εγέλασαν - τόσον αργυρόηχον, μουσικόν γέλωτα, αλλά και τόσον σκληρόν, ως εάν ο ήχος ουδέποτε ηδύνατο να προέλθη εκ της μαλακότητος ανθρωπίνων χειλέων. Ητο όμοιος με την αφόρητον, την κωδωνίζουσαν κλαγγήν ποτηρίων όταν δι' επιδεξίας χειρός συγκρούωνται. Η ξανθή έσεισε φιλαρέσκως την κεφαλήν της και αι άλλαι δύο την παρώτρυνον. Η μία είπεν:
- Υπαγε! Είσαι πρώτη κ' εμείς θ' ακολουθήσωμεν· δικαίωμά σου είναι ν' αρχίσης.
Η άλλη προσέθηκεν:
- Είναι νέος και δυνατός· υπάρχουν φιλήματα δι' όλας μας.
Εγώ κατεκείμην ήσυχος, ρίπτων βλέμματα υπό τας βλεφαρίδας μου, εν αγωνία ηδονής και προσδοκίας. Η ξανθή επροχώρησε και έκυψεν επάνω μου, εωσότου ησθάνθην την κίνησιν της πνοής της επ' εμού. Γλυκύ ήτο κατά μίαν έννοιαν, ως μέλι γλυκύ, και μετεβίβαζε τον αυτόν κωδωνισμόν εις τα νεύρα όπως η φωνή της, αλλά μετά πικράς υποστάθμης το γλυκύ, μετά πικράς προσβολής, ως όταν οσφραίνεταί τις αίμα.
Εφοβούμην να υψώσω τα βλέφαρά μου, πλην εκοίταζα κ' έβλεπα εντελώς υπό τας βλεφαρίδας. Η ξανθή κόρη εγονάτισε και έκυψεν επ' εμού, εμπαθώς κοιτάζουσά με. Ενυπήρχε μία εσκεμμένη ηδυπάθεια, ήτις ήτο άμα ριγηλή και απεχθής, και καθώς έκαμπτε τον λαιμόν της πράγματι έλειχεν ως θηρίον τα χείλη της, εις τρόπον ώστε ημπόρεσα να ίδω εις το σεληνόφως την υγρότητα στίλβουσαν επί των πορφυρών χειλέων και της ερυθράς γλώσσης, καθώς προέκυπτε διά των λευκών αιχμηρών οδόντων. Χαμηλότερα ολονέν κατήρχετο η κεφαλή της, καθώς τα χείλη ήρχοντο κάτω του επιπέδου του στόματος και του πώγωνός μου, κ' εφαίνοντο έτοιμα να ριφθώσι κατά του λαιμού μου. Τότε εστάθη, κ' ηδυνάμην ν' ακούω τον λείον ήχον της γλώσσης της, καθώς έλειχε τους οδόντας της και τα χείλη, και ησθανόμην επί του λαιμού μου την θερμήν πνοήν. Τότε η επιδερμίς του πώγωνός μου ήρχισε ν' ανατριχιάζη, όπως ανατριχιάζει η σαρξ όταν η χειρ ήτις θα την ψαύση επί μάλλον και μάλλον προσεγγίζη. Ηδυνήθην να αισθανθώ την μαλακήν, ριγηλήν επαφήν των χειλέων επί του ευαισθήτου δέρματος του λαιμού μου και τα σκληρά ούλα δύο αιχμηρών οδόντων, τα οποία έψαυσαν κολλώντα εκεί. Εκλεισα τα όμματα εις ναρκώδη έκστασιν κ' έμεινα - έμεινα με πάλλουσαν καρδίαν.
Αλλά την στιγμήν εκείνην μία άλλη αίσθησις επήλθεν επ' εμέ ως αστραπή ταχεία. Ενόησα την παρουσίαν του Κόμητος και ότι ούτος συνείχετο ως εν τρικυμία οργής. Καθώς οι οφθαλμοί μου ηνοίχθησαν ακουσίως, είδα την στιβαράν χείρα του να δράττη τον λεπτόν λαιμόν της ξανθής και με ρώμην γίγαντος να τον σύρη οπίσω, τα γαλανά όμματα να μεταμορφούνται εξ οργής, τους λευκούς οδόντας να τρίζουν εκ λύσσης και τας ξανθάς παρειάς να φλέγωσιν ερυθραί εκ πάθους. Πλην ο Κόμης!... Ποτέ δεν εφανταζόμην τοιαύτην οργήν και μανίαν, ούτε εις τους δαίμονας της κολάσεως. Οι οφθαλμοί του εφλογοβόλουν πράγματι. Το ερυθρόν φως τούτων αντηύγαζεν, ως εάν αι φλόγες του πυρός της γεέννης έκαιον όπισθέν των. Η όψις του ήτο θανασίμως ωχρά και αι γραμμαί ταύτης ήσαν σκληραί ως κλωσμένα σύρματα· αι παχείαι οφρύες, αίτινες συνηντώντο άνω της ρινός, τώρα εφαίνοντο ως οριζοντία ράβδος πεπυρακτωμένου μετάλλου.
ε άγριον κίνημα της χειρός του απεμάκρυνε την γυναίκα απ' αυτού και είτα εστράφη προς τας άλλας, ως να τας απώθει οπίσω. Ητο η επιτακτική χειρονομία, της οποίας είχον ιδή να γίνεται χρήσις προς τους λύκους. Με φωνήν, ήτις καίτοι χθαμαλή και σχεδόν ψίθυρος, εφαίνετο να κόπτη τον αέρα και είτα να περιηχή όλον τον θάλαμον, είπε:
- Πώς τολμάτε να τον θίξετε καμμία από σας; Πώς τολμάτε να ρίπτετε βλέμμα επάνω του, αφού εγώ το είχα απαγορεύσει; Οπίσω, σας λέγω όλας! Ο άνθρωπος ούτος ανήκει εις εμέ! Φυλαχθήτε ν' αναμιχθήτε μαζί του· αλλέως θα έχετε μαζί μου να κάμετε.
Η ξανθή, με γέλωτα ακολάστου φιλαρεσκείας, τω απήντησε:
- Συ ποτέ δεν αγάπησες· ποτέ δεν αγαπάς!
Εις τούτο αι δύο άλλαι γυναίκες ηνώθησαν, και τοιούτος άχαρις, σκληρός, άστοργος γέλως ήχησεν ανά τον θάλαμον, ώστε σχεδόν μ' έκαμε να λιποθυμήσω ακούων· ωμοίαζε με αγαλλίασιν δαιμόνων. Τότε ο Κόμης εστράφη, αφού ενέβλεψεν εις το πρόσωπόν μου προσεκτικώς, και είπε με μαλακόν ψίθυρον:
- Ναι κ' εγώ δύναμαι ν' αγαπώ· σεις αι ίδιαι μπορείτε να 'πήτε αυτό από το παρελθόν. Δεν είν' έτσι; Λοιπόν, σας υπόσχομαι, όταν τον ξεκάμω να τον φιλήσετε όσον θέλετε. Τώρα πηγαίνετε! πηγαίνετε! Πρέπει να τον εξυπνίσω, διότι υπάρχει εργασία να γίνη.
-Δεν θα έχωμεν τίποτε απόψε; είπε μία τούτων με βραχύν γέλωτα.
αι έδειξε προς ένα σάκκον, τον οποίον εκείνος είχε ρίψει επί του δαπέδου και ο οποίος εκινείτο ως να υπήρχε ζωντανόν πλάσμα μέσα του. Εις απάντησιν εκείνος ένευσε με την κεφαλήν. Μία των γυναικών έτρεξεν εμπρός και ήνοιξε τον σάκκον. Εάν τα ώτα μου δεν με ηπάτησαν, υπήρχεν εκεί ασθματική πνοή και χαμηλόν κλαύμα, ως μισοπνιγμένου νηπίου. Αι γυναίκες ώρμησαν τριγύρω, ενώ εγώ ήμην εμβρόντητος από φρίκην. Αλλά, καθώς εκοίταζα, έγιναν άφαντοι και μετ' αυτών ο φοβερός σάκκος. Δεν υπήρχε θύρα πλησίον των και δεν ηδύναντο να διέλθωσι χωρίς να τας παρατηρήσω. Εφάνησαν απλώς ότι εξέλιπον εις τας ακτίνας της σελήνης και εξήλθον διά του παραθύρου, διότι ηδυνήθην να ίδω έξω τας αμυδράς σκιώδεις μορφάς επί τινα στιγμήν πριν ολοσχερώς εκλίπωσι.
Τότε η φρίκη με κατεκυρίευσε και κατέπεσα αναίσθητος. *

Δεν υπάρχουν σχόλια: