.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

Η άποψη του δον Χουάν για την ποίηση και ένα ποίημα του Τσέσαρ Βαλέχο – Carlos Castaneda



Η Γκόρντα κι εγώ φτάσαμε στην πόλη της Οαξάκα νωρίς το απόγευμα. Παρκάρησα το αυτοκίνητό μου σε έναν πλαϊνό δρόμο και ύστερα περπατήσαμε μέχρι το κέντρο της πόλης, την πλατεία. Γυρέψαμε το παγκάκι όπου συνήθιζαν να κάθονται ο δον Χουάν και ο δον Χενάρο. Ήταν άδειο. Καθίσαμε εκεί με ευλαβική σιωπή. Τέλος η Γκόρντα είπε ότι είχε πάει εκεί πολλές φορές με τον δον Χουάν καθώς και με κάποιον άλλο που δεν μπορούσε να θυμηθεί. Δεν ήταν σίγουρη αν επρόκειτο ή όχι για κάτι που το είχε απλώς ονειρευτεί.
“Τι έκανες με τον δον Χουάν σ' αυτό το παγκάκι;” ρώτησα.
“Τίποτα. Απλώς καθόμαστε περιμένοντας το λεωφορείο, ή το φορτηγό της ξυλείας που θα μας μετέφερε μέχρι τα βουνά”, απάντησε.
Της είπα πως όταν καθόμουν εγώ με τον δον Χουάν σ' αυτό το παγκάκι, μιλούσαμε με τις ώρες.
Της ανέφερα για την μεγάλη προτίμηση που είχε στην ποίηση και για το πως συνήθιζα να του διαβάζω, όταν δεν είχαμ τίποτα άλλο να κάνουμε. Άκουγε τα ποιήματα με την προϋπόθεση ότι μόνο η πρώτη ή μερικές φορές και η δεύτερη στροφή άξιζε για να διαβαστεί. Το υπόλοιπο το θεωρούσε περιττολογία από μέρους του ποιητή. Υπήρχαν ελάχιστα ποιήματα, από τις εκατοντάδες που πρέπει να του είχα διαβάσει, που τα άκουγε ολόκληρα. Στην αρχή του διάβαζα αυτά που μου άρεσαν, η προτίμησή μου ήταν ή αφηρημένη, μπερδεμένη, εγκεφαλική ποίηση. Αργότερα με έβαζε να του διαβάζω ξανά και ξανά αυτά που του άρεσαν. Κατά τη γνώμη μου ένα ποίημα έπρεπε να είναι μεστό και κατά προτίμηση σύντομο. Έπρεπε να αποτελείται από ακριβείς, έντονες εικόνες μεγάλης απλότητας.
Κάθε φορά που αργά το απόγευμα καθόμαστε σε κείνο το παγκάκι στην Οαξάκα, ένα ποίημα του Τσέσαρ Βαλέχο φαινόταν ότι συνόψιζε γι' αυτόν ένα ειδικό αίσθημα βαθιάς επιθυμίας. Το απάγγειλα στην Γκόρντα από μνήμης, όχι τόσο για δική της ευχαρίστηση όσο για δική μου.

Αναρωτιέμαι τι να κάνει αυτή την ώρα
η γλυκιά μου Ρίτα από τις Άνδεις
των καλαμιών και των αγριοκερασιών.
Τώρα που αυτή η κούραση με πνίγει και το αίμα
κυλάει τεμπέλικα σα μεθυσμένο ρακί μέσα μου.

Αναρωτιέμαι τι να κάνει με κείνα τα χέρια
που με στάση μετάνοιας
συνήθιζαν να σιδερώνουν κολλαριστά ασπρόρουχα τα απογεύματα.
Τώρα που αυτή η βροχή παρασύρει μακριά μου την επιθυμία μου να συνεχίσω.

Αναρωτιέμαι τι να έγινε η φούστα της με τη δαντέλα.
Οι ματιές της. Το περπάτημά της.
Το ανοιξιάτικο άρωμά της από ζαχαροκάλαμα της πατρίδας της.

Σίγουρα θα στέκεται στην πόρτα
ατενίζοντας κάποιο γρήγορο σύννεφο στον ουρανό.
Πάνω στην κεραμιδένια στέγη ένα αγριοπούλι θα βγάζει μια κραυγή
κι ανατριχιάζοντας αυτή θα λέει, “Χριστέ μου τι κρύο!”


Carlos Castaneda
Το δώρο του Αετού
Μετάφραση: Αναστασία Νάνου
Εκδόσεις ΤΗΛΟΡΗΤΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: