.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Σάββατο, 31 Ιουλίου 2010

Η νύχτα και η πόλις: Ζυλ Ντασέν – Bryan D. Palmer


Οταν ο ομόλογός του στο νουάρ, ο φυλακισμένος Ουκρανοκαναδός Εντουαρντ Ντμίτρικ (Edward Dmytryk), από τους διαβόητους Δέκα του Χόλιγουντ, επιδίωξε την εύνοια της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Ενεργειών και απαλλάχτηκε καταδίδοντας τον Ντασέν ως δήθεν κομμουνιστή, ο τελευταίος -εναντίον του οποίου δεν υπήρχαν παρά ελάχιστες απτές αποδείξεις πέραν της ιδιοτελούς μαρτυρίας του Ντμίτρικ- άρχισε να διώκεται και μπήκε στη μαύρη λίστα. Ο Ντασέν αντί να δώσει αξία στην Επιτροπή και το έργο της, εγκατέλειψε τις Η.Π.Α. και εγκαταστάθηκε στην Αγγλία. Η πρώτη του ταινία στην εξορία ήταν το έργο Η νύχτα και η πόλις (1950), μια κινηματογραφική περιήγηση στα θέματα του νουάρ γυρισμένη με φόντο το σκοτεινότερο Λονδίνο: ένας ντικενσιανός υπόκοσμος από απατεώνες, κομπιναδόρους, μικροκλέφτες, χαμίνια του δρόμου, κοπέλες αιθουσών χορού, επαίτες και μπουκμέικερ, ένας λαβύρινθος από φρεάτια κλιμακοστασίων, γέφυρες, γιαπιά, κρυψώνες, περιορισμένους χώρους και παρωδίες κινδύνων.
Σε αυτό το περιβάλλον του δρόμου και στα γεμάτα ομίχλη και καπνό σοκάκια του, μέσα από τα οποία προσπαθεί μονίμως να διαφύγει, κατοικεί ένας εκπατρισμένος Αμερικανός που προσπαθεί να πιάσει την καλή, ο Χάρι Φέιμπιαν, τον οποίο υποδύεται ο αστέρας του νουάρ Ρίτσαρντ Γουίντμαρκ (Richard Widmark). Ο Φέιμπιαν κυνηγά μονίμως την επιτυχία που δικαιούται, ένας άνθρωπος μονίμως στα καρφιά, ενώ η πολύπαθη και χρυσόκαρδη φίλη του Μαίρη Μπρίστολ είναι η πηγή που καλύπτει πρόθυμα τα μικροέξοδά του. Ωστόσο καθώς ο Χάρι αρχίζει να “γίνεται κάποιος”, να “τα έχει όλα δικά του” πραγματικά, αυτά που διακυβεύονται αυξάνονται σε βαθμό όπου κανείς, και οπωσδήποτε όχι η Μαίρη, δεν μπορεί να αποτρέψει τον προδιαγεγραμμένο αφανισμό του. Ο Χάρι, τον οποίο ένας ρομαντικός αντίζηλός του (η γνήσια ευγένεια του οποίου και η ελαφρά ομοφυλοφιλική προσωπικότητά του αποκλείουν την περίπτωση να του δώση η Μαίρη την παραμικρή σημασία) περιγράφει ως “καλλιτέχνη χωρίς τέχνη”, ενδίδει στο τέλος στην προδοσία της τέχνης και πληρώνει το τελικό τίμημα. Συναναστρέφεται κυνικά τον Γρηγόριο, τον αφελή αν και πατριαρχικό διακοσμητικό αρχηγό της ευρωπαϊκής ελληνορωμαϊκής πάλης και απογοητευμένο πατέρα του αντιπαθητικού μετανάστη Κρίστο, του ανάλγητου και ισχυρού εγκληματία που κυριαρχεί στην αναδυόμενη μεταπολεμική εμπορευματοποιημένη σκηνή της πάλης, και χρησιμοποιεί τις ικανότητές του ως απατεώνα για να αναδειχτεί σε αντίπαλο του βασιλιά του υποκόσμου. Για ένα διάστημα, η ικανότητά του να εξαπατά σχεδόν τους πάντες γύρω του φαίνεται να αποδίδει καρπούς. Με τον Γρηγόριο στο πλευρό του, το διακινδυνεύει και χρηματοδοτείται από τον εργοδότη του, ιδιοκτήτη νυχτερινού κέντρου, και αφού αναπτυχθούν τα τεχνάσματά του, το όνομα του Φέιμπιαν είναι έτοιμο να μπει πρώτο στην πινακίδα για τον μεγαλύτερο αγώνα πάλης στο Λονδίνο: μια επική, θεατρική μάχη ανάμεσα στην κλασική, καλλιτεχνική ελληνορωμαϊκή πάλη και την ψυχοπαθολογία του “παιχντιδιού της πάλης” όπως συνοψίζεται στο πρόσωπο του διάσημου παλαιστή του Κρίστο, του κτηνώδους “Στραγγαλιστή”.
Ωστόσο η φαινομενική καλή τύχη του Χάρι ξεφτίζει καθώς η απάτη του ξεπερνάει, όπως ήταν αναμενόμενο, τα όρια και οι βαθμολογητές του ανακαλούνται από εκείνους όπως ο Κρίστο και ο Νοσέρος που κρατούν τα ισχυρά χαρτιά. Στο τέλος, ο Χαρι καταλήγει αυτό που ήταν πάντα: ένας άνθρωπος που προσπαθεί να ξεφύγει (την τελευταία του ώρα παραπονιέται ότι πάντα έτρεχε να ξεφύγει, από τους υπαλλήλους της κοινωνικής πρόνοιας, από τον πατέρα του, από την αστυνομία). Εξόριστος στην πόλη που επέλεξε ο ίδιος (όπως και ο Ντασέν), ένας άνθρωπος επικυρηγμένος με ένα ποσό στο οποίο ελάχιστοι από τους άλλους κομπιναδόρους μπορούν να αντισταθούν (και πάλι όπως ο Ντασέν στον κόσμο της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Ενεργειών του Χόλιγουντ), ο Χάρι είναι ένας άνθρωπος καταδικασμένος που παλεύει όλη νύχτα πάνω σε βομβαρδισμένα χαλάσματα, που αναζητεί μάταια καταφύγιο στα υγρά και σκοτεινά τείχη του Τάμεση ή στα σκουπίδια των κακοποιών του λιμανιού του Λονδίνου. Καθώς η γέφυρα γεμίζει από τους έτοιμους μισθοφόρους του Κρίστο, ο Χάρι αντικρίζει ένα σκοτεινό ξημέρωμα σαν άνθρωπος που ήρθε τελικά η ώρα του. Χωρίς ούτε μια πολιτική λέξη, ο Ντασέν δημιουργεί έτσι ένα σχόλιο για τον κόσμο του Ψυχρού Πολέμου, όπου οι ισχυρές δυνάμεις του κακού φέρνουν εξορία, απογοήτευση και ήττα σ' εκείνους “που απλώς θέλουν να γίνουν κάποιοι” -μια φράση γεμάτη πάθος που ψιθυρίζει ο Φέιμπιαν.
Η ταινία είναι μια καταδίκη της κυνικής και απελπιστικής διαφθοράς της μεταπολεμικής καπιταλιστικής αγοράς. Στην Μπέγκαρς Λέιν, ένα από τα φιλαράκια του Χάρι εφοδιάζει επαγγελματίες επαίτες με ψεύτικα μέλη και άλλα βοηθήματα που τους καθιστούν καλύτερους αγωγούς χρήματος. Η μεταφορική εικόνα δεν είναι παρά φως. Ενα σκοτάδι που θυμίζει άβυσσο συμβολίζει τη φυλάκιση της εργατικής τάξης στον καπιταλισμό, ενώ η κακομοιριά των ανταλλακτικών σχέσεων δίνει έντονη την εικόνα του χυδαίου παζαριού του μητροπολιτικού κεφαλαίου. Στο υπόγειο νυχτερινό κέντρο Silver Fox”, εύστοχο όνομα γι' αυτό το κρησφύγετο της πονηριάς και της διπλοπροσωπίας, ο αποκρουστικός Νοσέρος χαϊδεύει τα λεφτά του, καρικατούρα του αρπακτικού, υπερφίαλου εκμεταλευτή, μια ζωή καρφωμενος στο γραφείο από όπου παρακολουθεί αφ' υψηλού το νυχτερινό θέατρο όπου οι άντρες πελάτες είναι τα αφελή θύματα που ενδίδουν πρόθυμα σε κάθε ψευτοσεξουαλικό δόλωμα. Ο βασιλιάς του υποκόσμου Κρίστο, πλαισιωμένος από το δικηγόρο του και το σωματοφύλακά του, είναι το μόνο πρόσωπο που προβάλλει απειλητικά στον ορίζοντα του Λονδίνου. Καραδοκώντας για να απαιτήσει τελικά την εκδίκησή του, ο Κρίστο είναι η ενσάρκωση του γεγονότος ότι το έγκλημα όχι μόνο αποδίδει αλλά τελικά έχει πάντα το πάνω χέρι. Στο βάθος, μικρότεροι αετονύχηδες περιτριγυρίζουν την πάντα παρούσα ανθρώπινη λεία.
Το χρήμα κυβερνά σε αυτό το σύμπαν απληστίας και διαφθοράς, προβάλλει από παρασκηνιακές συναλλαγές, που σκαρώνονται από τα πάρε-δώσε παραπλανητικών παζαριών. Το χρήμα αλλάζει χέρια σε χοντρές δεσμίδες δεμένες με λαστιχάκια, δέχεται τις αισθησιακές θωπείες ατόμων που στερούνται ανθρώπινου ερωτισμού, ο πλούτος μιλάει τη γλώσσα των κενών υποσχέσεων, αλλά ουδέποτε εξασφαλίζει κάτι αξιόλογο. Η εμμονή του Χάρι με το κυνήγι του χρήματος και της φήμης που νομίζει ότι θα του εξασφαλίσει το χρήμα είναι το τραγικό ασθενές σημείο μιας ζωής γεμάτης αγωνιώδη δράση, που τον παρασύρει στην αναπόφευκτη ελεύθερη πτώση σε μια τελική κόλαση χωρίς φίλους.
Η Μαίρη λέει στο τέλος στον Φέιμπιαν ότι θα μπορούσε να κάνει τα πάντα: με μυαλό, φιλοδοξία και σκληρή δουλειά, θα μπορούσε να γίνει ήρωας, αλλά του έλειπε η τέχνη, με αποτέλεσμα να κυνηγάει πάντα “λάθος πράγματα”. Στη λονδρέζικη νύχτα, ο Χάρι Φέιμπιαν δεν είναι τελικά κι αυτός παρά ένα “λάθος”: τα πάντα πωλούνται, καθώς ένα αυτοκίνητο διασχίζει τρέχοντας τον όλο και πιο κλειστοφοβικό κόσμο του Χάρι, αναγγέλοντας στους πάντες το τίμημα των χιλίων λιρών για το κεφάλι του. Ο άνθρωπος που κατάφερε να “τα καταλάβει όλα” υπέγραψε την ίδια του την καταδίκη σε θάνατο ωθώντας το παιχνίδι της αυτο-πραγμάτωσης στα άκρα. Οι κανόνες της ταξικής θέσης και της κοινωνικής σειράς, τους οποίους όσοι βρίσκονται στην κορυφή της μικρής κοινωνικής πυραμίδας της λονδρέζικης νυχτερινής υποκουλτούρας του δρόμου τους ερμηνεύουν μέχρι του σημείου να τους καταργούν, δεν είναι και τόσο ευέλικτοι. Για τους Χάρι Φέιμπιαν προβλέπουν ίσα ίσα όσο τράτο τους χρειάζεται για να σκιρτήσουν την ώρα του θανάτου. Ο Χάρι οδεύει τελικά προς το τέλος του με κάποια χάρη, κάνοντας ό,τι μπορεί για να εξασφαλίσει στη Μαίρη τα αιματοβαμμένα λεφτά του Κρίστο. Στο Λονδίνο της νύχτας, μόνο η Μαίρη στέκεται δίπλα τον άντρα που δεν της πρόσφερε παρά την κρύα χαρά των δικών του ανικανοποίητων φιλοδοξιών και την προθυμία να κάνει ουσιαστικά τα πάντα προκειμένου να τις πραγματοποιήσει.
Η ταινία Η νύχτα και η πόλις είναι επομένως ένα συνεχές κοινωνικό σχόλιο για το λαβύρινθο του μεταπολεμικού καπιταλισμού και την ψυχροπολεμική πολιτική του κατασταλτικού περιορισμού που αυτός εφαρμόζει, μια προκλητική εξερεύνηση που γίνεται πολύ πιο αποτελεσματική επειδή ακριβώς φαίνεται πολύ αποστασιοποιημένη από το αντικείμενο της καυστικής κριτικής της. Ο καπιταλισμός, ο οποίος στην ταινία του Ντασέν συμβολίζεται ως εμπορευματοποιημένη πάλη, κατασκευάζεται ευφυέστατα ως σκηνοθετημένο γεγονός. Πρόκειται για ένα νουάρ πρόλογο στην αντίληψη της μετανεωτερικής θεωρίας για την κρίσιμη σημασία του θεάματος σε μια παρακμάζουσα τάξη πραγμάτων όπου η εμπορία των εικόνων ξεπερνάει την παραγωγή αγαθών -από την οποία δεν υπάρχει ούτε ίχνος στο σηπτικό σκοτάδι της ταινίας Η νύχτα και η πόλις, όπου όλα πωλούνται είναι ένα ανακυκλωμένο κόλπο μια καλοστημένη απάτη.

BRYAN D. PALMER
ΚΟΥΛΤΟΥΡΕΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ
Νυχτερινές περιηγήσεις στις ιστορίες παράβασης από το μεσαίωνα μέχρι σήμερα
Μετάφραση: Τρισεύγενη Παπαϊωάννου
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΒΒΑΛΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: