.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 4 Ιουλίου 2010

Βλαντ Τσέπες – Carlos Fuentes


Το σωτήριον έτος 1448 ανέβηκε στο θρόνο της Βλαχίας ο Βλαντ Τσέπες, ο οποίος χρίστηκε ιππότης από τον Σιγισμούνδο του Λουξεμβούργου, Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και εγκατέστησε την πρωτεύουσα του στο Τιργκοβίστε, όχι μακριά από το Δούναβη, στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με την υποχρέωση, ως χριστιανός, να πολεμήσει τον Τούρκο, στα χέρια του οποίου έπεσε ο Βλαντ, που γρήγορα έμαθε από τις διδαχές του σουλτάνου Μουράτ Β': μόνο η βία συντηρεί την εξουσία και η εξουσία απαιτεί βία και σκληρότητα. Δραπετεύοντας από τους Τούρκους, ο Βλαντ ξαναπήρε το θρόνο της Βλαχίας με διπλή απάτη: Τούρκοι και χριστιανοί τον θεωρούσαν σύμμαχό τους. Αλλά ο Βλαντ ήταν σύμμαχος μόνο του Βλαντ και της δύναμης της σκληρότητας. Έκαψε κάστρα και χωριά σε όλη την Τρανσυλβανία. Μάζεψε σε ένα δωμάτιο όλους τους νέους φοιτητές που ήρθαν να μάθουν τη γλώσσα και τους έκαψε. Έθαμε έναν άντρα μέχρι τον ομφαλό και διέταξε να τον αποκεφαλίσουν. Άλλους τους έψησε σαν γουρούνια ή τους αποκεφάλισε σαν αρνιά. Κατέλαβε τα επτά φρούρια της Τρανσυλβανίας και διέταξε να γδάρουν τους κατοίκους τους σαν μαρούλια. Τους τσιγγάνους, ανυπότακτους, τους υποχρέωσε να βράσουν σε ένα καζάνι έναν δικό τους και μετά να τον φάνε. Μια από τις ερωμένες του, για να τον κρατήσει κοντά της, του είπε ότι ήταν έγκυος. Εκείνος της άνοιξε την κοιλιά με μια μαχαιριά για να βεβαιωθεί. Το 1462 κατέλαβε την Νικόπολη και διέταξε να κρεμάσουν από τα μαλλιά τους αιχμαλώτους μέχρι να πεθάνουν απο την πείνα. Τους αφεντάδες του Φαγκάρας τους αποκεφάλισε, μαγείρεψε τα κεφάλια τους και τα έδωσε στον πληθυσμό να τα φάει. Στο χωριό Αμλας έκοψε τα στήθη των γυναικών και υποχρέωσε τους άντρες τους να τα φάνε. Μάζεψε σε ένα παλάτι του Μπραντ όλους του φτωχούς τους άρρωστους και τους γέρους της περιοχής, τους έκανε ένα γλέντι με κρασί και φαγητό και τους ρώτησε αν επιθυμούσαν κάτι ακόμα.
Οχι είμαστε ευχαριστημένοι.
Τότε διέταξε να τους αποκεφαλίσουν για να πεθάνουν ευχαριστημένοι και να μη νιώσουν ποτέ πια καμία ανάγκη.
Αλλά ο ίδιος δεν ήταν ευχαριστημένος. Ήθελε να αφήσει ένα όνομα και μια πράξη ανεξίτηλα γραμμένη στην ιστορία. Επινόησε ένα όργανο που θα τον θύμιζε για πάντα: τη σφήνα.
Κατέλαβε το χωριό Μπενέστι και διέταξε να παλουκώσουν όλες τις γυναίκες και όλα τα παιδιά. Παλούκωσε τους βογιάρους της Βλαχίας και τους πρέσβεις της Σαξονίας. Παλούκωσε έναν καπετάνιο που δεν τόλμησε να κάψει την εκκλησία του Αγίου Βαρθολομαίου στο Μπρασόβ. Παλούκωσε όλους τους εμπόρους του Τάρα Μπάρσεϊ και δήμευσε τις περιουσίες τους. Αποκεφάλισε τα παιδιά στον χωριό Κόντλεα και έβαλε τα κεφάλια τους στις μήτρες των μανάδων τους πριν τις παλουκώσει. Του άρεσε να βλέπει τους παλουκωμένους να συσπώνται και να στριφογυρίζουν στη σφήνα “σαν βατράχια”. Έβαλε να παλουκώσουν έναν γάιδαρο στο κεφάλι ενός Φραγκισκανού μοναχού.
Στον Βλαντ άρεσε να κόβει μύτες, αυτιά, σεξουαλικά όργανα, χέρια και πόδια. Να καίει, να βράζει, να ψήνει, να γδέρνει, να σταυρώνει, να θάβει ζωντανούς... Εβρεχε το ψωμί του στο αίμα των θυμάτων του. Εύρισκε ευχαρίστηση να αλείφει με αλάτι τα πόδια των φυλακισμένων του και να αφήνει ζώα να τα γλείψουν.
Αλλά το παλούκωμα ήταν η ειδικότητά του και η ποικιλία των βασανιστηρίων η προτίμησή του. Η σφήνα μπορούσε να διαπεράσει τον πρωκτό, την καρδιά ή τον ομφαλό. Ετσι πέθαναν χιλιάδες και χιλιάδες άντρες, γυναίκες και παιδιά κατά τη βασιλεία του Βλαντ του Παλουκωτή, χωρίς ποτέ να κορεστεί η δίψα του για δύναμη. Μόνο ο δικός του θάνατος ξέφευγε από τα καπρίτσια του. Άκουγε τους θρύλους της γης του με εμμονή και επιθυμία.
Οι μορόνοι, ικανοί για στιγμιαίες μεταμορφώσεις, γίνονταν γάτοι, σκύλοι μολοσσοί, έντομα ή αράχνες.
Οι νοσφεράτου κρυμμένοι στα βάθη των δασών, γιοι δυο μπάσταρδων, παραδομένοι σε σεξουαλικά όργια που τους εξαντλούν μέχρι θανάτου, αν και μόλις θαφτούν οι νοσφεράτου ξυπνούν και εγκαταλείπουν τον τάφο τους για να μην ξαναγυρίσουν ποτέ, περνώντας τη νύχτα σαν σκουρόχρωμοι σκύλοι, σκαθάρια ή πεταλούδες. Δηλητηριασμένοι από τη ζήλια, τους αρέσει να εμφανίζονται στις νυφικές παστάδες και να κάνουν στείρους ή ανίκανους τους νιόπαντρους.
Οι λουγκόζι, ζωντανά πτώματα, παραδομένοι σε νεκροφιλικά όργια στις άκρες των τάφων και προδομένοι από τα πόδια τους, σαν κότας.
Οι στριγκοι της Βράιλα με τα μάτια αιώνια ανοιχτά μέσα στους τάφους τους.
Οι βρικόλακες με δέρματα ωχρά και επιδερμίδα ξερή που πέφτουν σε βαθύ ύπνο για να δουν ότι ανεβαίνουν στο φεγγάρι και το καταβροχθίζουν: είναι μωρά που πέθαναν αβάφτιστα.
Αυτός ήταν ο διακαής πόθος του Βλαντ του Παλουκωτή. Να εκφράσει την ωμότητα της πολιτικής του εξουσίας σε μαγικές δυνάμεις: να βασιλεύσει όχι μόνο στο χρόνο αλλά στην αιωνιότητα.
Εφήμερος μονάρχης, ο Βλαντ, γύρω στο 1457, είχε πολλούς εχθρούς που αντιμάχονταν τη δύναμή του. Τους τοπικούς εμπόρους και βογιάρους. Τις δυναστείες που έριζαν μεταξύ τους και τα αντίστοιχα στηρίγματά τους: τους Αψβούργους και το βασιλιά τους Λαντισλάο της Νεαπόλεως, τον ουγγρικό οίκο του Ουνιάδη και τις οθωμανικές δυνάμεις στα νότια σύνορα της Βλαχίας. Οι τελευταίοι δήλωναν “εχθροί του Σταυρού”. Οι χριστιανοί βασιλείς συνέδεαν τον Βλαντ με τους άπιστους. Οι Οθωμανοί, από την πλευρά τους, συνέδεαν τον Βλαντ με την Αγία Αυτοκρατορία και τη χριστιανική θρησκεία.
Αιχμαλωτισμένος τελικά στη μέση της τελευταίας του μάχης από τη φατρία του λεγόμενου Μπασαράμπ Λαγιότα, ευέλικτου συμμάχου, κατά τα ήθη των Βαλκανίων, όλων των δυνάμεων που συμμετείχαν στο παιχνίδι, όσο ανταγωνιστικές και αν ήταν μεταξύ τους, ο Βλαντ ο Παλουκωτής καταδικάστηκε να θαφτεί ζωντανός σε ένα στρατόπεδο δίπλα τον ποταμό Τιρνάβα και οδηγήθηκε ως εκεί, εν μέσω της χλεύης των επιζώντων των αμέτρητων εγκλημάτων του, που τον πισωπλάτιζαν καθώς ο Βλαντ περνούσε αλυσοδεμένος, όρθιος, σε ένα κάρο με κατεύθυνση το νεκροταφείο. Κανείς δεν ήθελε να δεχθεί την τελευταία του ματιά.
Ενα μόνο πλάσμα τον κοίταζε καταπρόσωπο. Ενα μόν πρόσωπο αρνιόταν να του γυρίσει την πλάτη. Ο Βλαντ κάρφωσε τα μάτια του σε αυτό το πλάσμα. Ηταν μια μικρούλα, όχι πάνω από δέκα χρονών. Κοίταζε τον Παλουκωτή με ένα εντυπωσιακό μείγμα θράσους και αθωότητας, τρυφερότητας και πικρίας, υπόσχεσης και απελπισίας.
Ο βοεβόδας, ο πρίγκιπας, ο Βλαντ ο Παλουκωτής εν ζωή, πήγαινε προς το θάνατο, ονειρευόμενος τους εν θανάτω ζωντανούς, τους μορόνι,τους νοσφεράτου, τους στρίγκους, τους βρικόλακες, τα βαμπίρ: Δράκουλας,το όνομα που του έδιναν μυστικά οι κάτοικοι της Τρανσυλβανίας και της Μολδαβίας, και της Βλαχίας, των Καρπαθίων, των Φαγκαράς και του Δούναβη...
Πήγαινε προς το θάνατο και έπαιρνε μαζί του μόνο τη γαλάζια ματιά μιας παιδούλας δέκα χρονών, ντυμένης στα ροζ, της μόνης που δεν του γύρισε την πλάτη ούτε μουρμούρισε, όπως έκαναν όλοι οι υπόλοιποι, το Καταραμένο Όνομα, Δράκουλα...
Αυτά είναι -μερικά από- τα μυστικά, φίλε Ναβάρο, που μπορεί να σας αναφέρει ο αφοσιωμένος και πιστός υπηρέτης σας

(υπογραφή) ΕΛΟΪ ΣΟΥΡΙΝΑΓΑ

Από το διήγημα του CARLOS FUENTES ΒΛΑΝΤ
που περιέχεται στο βιβλίο ΑΝΗΣΥΧΗ ΠΑΡΕΑ (Διηγήματα)
Μετάφραση ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΠΟΝΑΤΣΟΥ
Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ


Δεν υπάρχουν σχόλια: