.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010

Η ΕΠΙΘΕΣΗ – Ουίλλιαμ Χόουπ Χάτζσον



Έφαγα κάμποση ώρα προσπαθώντας να βρω τρόπο να ενισχύσω την πόρτα του γραφείου μου. Τελικά κατέβηκα στην κουζίνα και, με κάποια δυσκολία, κουβάλησα πάνω μερικές χοντρές σανίδες. Αυτές τις σφήνωσα γυρτά πάνω της – πόρτα και πάτωμα – και κάρφωσα τις άκρες τους. Δούλεψα σκληρά για κάπου μισή ώρα και τελικά έκανα τη δουλειά όπως την ήθελα.
Ύστερα, νιώθοντας πιο ασφαλής, φόρεσα το σακάκι που είχα βγάλει για να δουλέψω και βάλθηκα να τελειώσω κάνα δύο βιαστικές εργασίες πριν γυρίσω ψηλά στον πυργίσκο. Ενώ ήμουν απασχολημένος με αυτές, άκουσα κάτι να πασπατεύει την πόρτα και να δοκιμάζει το πόμολο. Περίμενα δίχως να κάνω καθόλου θόρυβο. Σε λίγο άκουσα απέξω μερικά από τα Πλάσματα. Γρύλιζαν σιγανά μεταξύ τους. Για κάνα λεπτό οι κουβέντες τους σταμάτησαν και μετά, ύστερα από ένα σιγανό γρύλισμα, η πόρτα τραντάχτηκε από ένα τρομερό χτύπημα. Σίγουρα θα είχε σπάσει προς τα μέσα αν δεν είχα προλάβει να την ενισχύσω με τις σανίδες. Η επίθεση σταμάτησε το ίδιο απότομα όπως είχε αρχίσει, και ακολούθησαν νέες ψιθυριστές κουβέντες.
Τελικά ένα από τα πλάσματα έβγαλε ένα σιγανό τσίριγμα, και άκουσα κι άλλα να καταφθάνουν. Αντάλλαξαν πάλι σύντομες κουβέντες και σώπασαν. Κατάλαβα ότι είχαν καλέσει ενισχύσεις για την πόρτα. Κρίνοντας ότι τώρα ήταν η κρίσημη στιγμή, περίμενα με το ντουφέκι έτοιμο στο χέρι. Αν η πόρτα υποχωρούσε, τουλάχιστοθα ξεπάστρευα όσο πιο πολλά τέρατα κατάφερνα.
Ακούστηκε πάλι εκείνο το σιγανό σινιάλο τους, και για μια ακόμη φορά η πόρτα έτριξε κάτω από το βάρος της επίθεσης. Συνέχισαν τις προσπάθειες για ένα λεπτό περίπου, ενώ εγώ στεκόμουν ασάλευτος και πεθαμένος από την αγωνία. Περίμενα να δω από στιγμή σε στιγμή την πόρτα να γκρεμίζεται με πάταγο, πράγμα που ευτυχώς δεν έγινε. Τα στηρίγματα κράτησαν, και η επίθεση ήταν αποτυχημένη. Ακούστηκαν πάλι εκείνες οι φριχτές, γουρουνίσιες κουβέντες τους, και μου φάνηκε ότι κατέφθασαν και πρόσθετες ενισχύσεις.
Άρχισε πάλι μια νέα και μεγάλη συζήτηση, στη διάρκεια της οποίας η πόρτα τραντάχτηκε δοκιμαστικά κάμποσες φορές. Όταν οι κουβέντες σταμάτησαν κατάλαβα ότι ετοιμάζονταν για την τρίτη επίθεση με σκοπό να παραβιάσουν την πόρτα. Σχεδόν μ' έπιασε απόγνωση. Τα πρόσθετα στηρίγματα είχαν ζοριστεί πολύ από τις δύο προηγούμενες απόπειρες και φοβόμουν ότι δε θα άντεχαν σε μια τρίτη επίθεση.
Τη στιγμή εκείνη μια ξαφνική έμπνευση φώτισε το ανάστατο μυαλό μου. Δίχως κανένα δισταγμό, γιατί δεν υπήρχε καιρός για χάσιμο, όρμησα έξω από το δωμάτιο κι άρχισα ν' ανεβαίνω τρεις-τρεις τις σκάλες. Αυτή τη φορά δεν πήγαινα σε κανέναν από τους πυργίσκους, αλλά θα έβγαινα στην επίπεδη, μολυβοντυμένη στέγη. Μόλις βρέθηκα εκεί, έτρεξα αμέσως στο παραπέτο της και κοίταξα κάτω. Σχεδόν την ίδια στιγμή άκουσα ένα γρύλισμα-σινιάλο και, ακόμη και στο ύψος που βρισκόμουν, έφτασε το τρίξιμο της πόρτας που δεχόταν επίθεση.
Δεν υπήρχε στιγμή για χάσιμο. Έσκυψα, σημάδεψα γοργά και πυροβόλησα. Η εκπυρσοκρότηση αντήχησε βροντερή, σχεδόν ταυτόχρονα με το πνιχτό “σπλατ” της σφαίρας που έβρισκε το στόχο της. Ένα διαπεραστικό σκούξιμο ακούστηκε από κάτω, και η πόρτα σταμάτησε αμέσως να διαμαρτύρεται. Τότε όπως σήκωνα το βάρος μου από το παραπέτο, ένα πελώριο κομμάτι της μαρκίζας ξεκόλλησε κι έπεσε με πάταγο στο αποδιοργανωμένο τσούρμο χαμηλά. Φρικιαστικά ξεφωνητά έσκισαν το νυχτερινό αέρα, και μετά άκουσα πλήθος από ποδοβολητά. Κοίταξα επιφυλακτικά κάτω. Στο φως του φεγγαρόφωτου διέκρινα τη μεγάλη πλάκα από το διάζωμα πεσμένη μπροστά στο κατώφλι της πόρτας. Μου φάνηκε ότι κάτι ξεχώριζε από κάτω... κάτι ασπριδερά κορμιά, αλλά δε θα έπαιρνα όρκο γι' αυτό.
Πέρασαν έτσι μερικά λεπτά αγωνίας.
Εκεί που κοιτούσα, διέκρινα μια σιλουέτα να ξεπροβάλλει από τη σκιά του τοίχου. Ήταν ένα από τ' αναθεματισμένα Πλάσματα. Το είδα ν' ανεβαίνει αθόρυβα στην γκρεμισμένη πλάκα και να σκύβει κάτω. Δεν μπορούσα να διακρίνω τι έκανε. Λίγες στιγμές αργότερα όρθωσε πάλι το κορμί του. Κάτι κρατούσε στα γαμψά του δάχτυλα, που το έβαλε στο στόμα του και το δάγκωσε...
Στην αρχή δεν κατάλαβα. Το Πλάσμα έσκυψε πάλι – και τότε κατάλαβα τι έκανε! Ήταν φρικιαστικό! Άρχισα πάλι να γεμίζω το ντουφέκι μου και, όταν κοίταξα πάλι, το τέρας προσπαθούσε να σπρώξει την πλάκα στο πλάι. Στήριξα το όπλο στο παραπέτο και τράβηξα τη σκανδάλη. Το τέρας σωριάστηκε σφαδάζοντας στο χώμα.
Σχεδόν ταυτόχρονα με τον πυροβολισμό άκουσα έναν άλλον ήχο, τον κρότο από τζάμια που έσπαζαν. Καθυστερώντας μονάχα όσο χρειαζόταν για να ξαναγεμίσω το όπλο μου, έφυγα τροχάδην από τη στέγη και κατέβηκα τα δύο πρώτα κλιμακοστάσια.
Εκεί κοντοστάθηκα ν' αφουγκραστώ. Όπως τέντωνα τ' αυτιά μου, ακούστηκε νέος πάταγος από σπάσιμο τζαμιών. Φαινόταν να έρχεται από το πιο κάτω πάτωμα. Πνιγμένος από αγωνία, κατέβηκα με σάλτους τα σκαλοπάτια. Με οδηγό τα τραντάγματα της κάσας του παραθύρου, έφτασα στην πόρτα μια από τις άδειες κρεβατοκάμαρες στο πίσω μέρος του σπιτιού. Την άνοιξα μ' ένα βίαιο σπρώξιμο και μπήκα. Το δωμάτιο φωτιζόταν πολύ αμυδρά από το φεγγαρόφωτο, γιατί το περισσότερο φως το έκοβαν οι μορφές που συνωστίζονταν στο παράθυρο. Όπως στεκόμουν, μια απ' αυτές στριμωχνόταν κιόλας εκεί για να μπει στο δωμάτιο. Αμέσως γύρισα το όπλο μου και πυροβόλησα σχεδόν εξ επαφής.
Ο κρότος αντήχησε εκκωφαντικός στον κλειστό χώρο. Όταν διαλύθηκε ο καπνός είδα ότι το δωμάτιο ήταν άδειο και το παράθυρο ελεύθερο. Ο χώρος ήταν πολύ πιο φωτεινός τώρα. Το νυχτερινό αγιάζι περόνιαζε ως το κόκαλο, όπως περνούσε ανεμπόδιστο από τα σπασμένα τζάμια. Έξω στη νύχτα, κάτω χαμηλά, άκούσα ένα σιγανό βογγητό και ασυνάρτητα γουρουνίσια μουρμουρητά.
Δίχως να χάσω καιρό, πλησίασα στο πλάι του παραθύρου. Εκεί ξαναγέμισα τ' όπλο και στάθηκα, καιροφυλακτώντας. Τελικά άκουσα θορύβους από κάποιο τσακωμό. Από εκεί όπου στεκόμουν στη σκιά είχα τη δυνατότητα να βλέπω δίχως να με βλέπουν.
Οι θόρυβοι ακούγονταν να πλησιάζουν και μετά είδα κάτι να ξεπροβάλλει από το περβάζι και ν' αρπάζεται από τη σπασμένη κάσα του παραθύρου. Μπόρεσα να ξεχωρίσω ότι ήταν ένα χέρι. Την άλλη στιγμή πίσω του εμφανίστηκε και το γουρουνόμορφο μουσούδι. Τότε, πριν καν προλάβω να χρησιμοποιήσω το ντουφέκι μου, ακούστηκε ένα δυνατό κρρρακ... και η κάσα του παραθύρου, ξεκόλλησε κάτω από το βάρος του τέρατος. Σχεδόν αμέσως ένας πλαδαρός γδούπος χαμηλά μου έδωσε να καταλάβω ότι το Πλάσμα είχε σκάσει σαν καρπούζι στο έδαφος. Με τη χαιρέκακη ελπίδα ότι είχε τσακιστεί, έσκυψα από το παράθυρο. Το φεγγάρι είχε κρυφτεί πίσω από ένα σύννεφο και δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτε. Από κάτω ακουγόταν μια συνεχής οχλαγωγία, πράγμα που σήμαινε ότι κι άλλα τέρατα είχαν μαζευτεί εκεί.
Όπως κοίταζα κάτω, αναρωτήθηκα πως είχαν καταφέρει να σκαρφαλώσουν τόσο ψηλά. Ο τοίχος ήταν σχεδόν λείος, και το παράθυρο αυτό ήταν τουλάχιστον είκοσι πέντε μέτρα πάνω από το έδαφος.
Τότε παρατήρησα κάτι σαν μαύρη κάθετη προεξοχή στην γκρίζα σκιά του εξωτερικού τοίχου. Περνούσε κάπου μισό μέτρο στ' αριστερά του παραθύρου – και τότε θυμήθηκα το λούκι που είχα τοποθετήσει πριν κάμποσα χρόνια για να διώχνει τα νερά της βροχής. Το είχα ολότελα ξεχάσει! Τώρα καταλάβαινα πως είχαν καταφέρει να φτάσουν στο ψηλό παράθυρο τα Πλάσματα.
Μόλις είχα λύσει το μυστήριο, όταν άκουσα ένα σιγανό σούρσιμο απέξω και κατάλαβα ότι είχε αρχίσει να σκαρφαλώνει άλλο ένα από τα τέρατα. Περίμενα λίγες στιγμές και μετά έσκυψα έξω και δοκίμασα με το χέρι μου το λούκι. Με χαρά διαπίστωσα ότι τα στηρίγματα του ήταν ξεχαρβαλωμένα. Δίχως να χάσω καιρό, χρησιμοποιώντας το ντουφέκι σαν μοχλό, κατάφερα να το χαλαρώσω από τον τοίχο. Στη συνέχεια το άρπαξα και με τα δύο χέρια και το τράβηξα με όλη μου τη δύναμη. Ξεκόλλησε και, με μια γερή σπρωξιά, γκρεμίστηκε ολόκληρο στον κήπο. Μαζί με τα δυο Πλάσματα που ήταν γαντζωμένα πάνω του.
Περίμενα μερικές στιγμές ακόμη, με στημένο αυτί, αλλά μετά τις πρώτες κραυγές πόνου έπεσε πάλι σιωπή. Ήμουν σίγουρος πια ότι δεν είχα λόγους να φοβάμαι άλλη επίθεση από εκείνο το σημείο. Είχα αφαιρέσει το μοναδικό μέσο πρόσβασης στο παράθυρο. Ευτυχώς κανένα από τα άλλα παράθυρα δεν είχε κοντά λούκι για να βάλει τα τέρατα σε πειρασμό. Έτσι άρχισα να νιώθω πιο σίγουρος ότι τελικά θα γλίτωνα από τα νύχια τους.
Άφησα το παράθυρο και κατέβηκα πάλι στο γραφείο. Αγωνιούσα να δω πόση ζημιά είχε πάθει η πόρτα από την τελευταία επίθεση. Μόλις μπήκα άναψα δύο από τα κεριά και πλησίασα την πόρτα. Ένα από τα χοντρά υποστηρίγματα είχε μετατοπιστεί, και στην πλευρά εκείνη το φύλλο είχε βουλιάξει καμιά δεκαπενταριά πόντους.
Η Θεία Πρόνοια με είχε βοηθήσει ν' αποκρούσω τα τέρατα στην πιο κρίσιμη στιγμή. Κι εκείνη η πλάκα της μαρκίζας! Αναρωτήθηκα αφηρημένα πως είχε καταφέρει να ξεκολλήσει από τη θέση της. Δεν είχα προσέξει ότι ήταν χαλαρή όταν πυροβολούσα στηριγμένος πάνω της, και μονάχα όταν σήκωσα από αυτή το βάρος μου είχε ξεκολλήσει και είχε πέσει... Κάτι μου έλεγε ότι χρωστούσα την απόκρουση της επίθεσης περισσότερο στην πτώση της πλάκας την κατάλληλη στιγμή, παρά στο ντουφέκι μου.
Τότε μου πέρασε από το μυαλό ότι καλά θα έκανα να εκμεταλλευτώ τούτη την ανάπαυλα για να ενισχύσω ξανά την πόρτα. Ήταν φανερό ότι τα Πλάσματα δεν είχαν επιχειρήσει πάλι να την παραβιάσουν μετά την πτώση της πλάκας, αλλά ποιος ξέρει πότε θα ξαναγύριζαν;
Δίχως καθυστέρηση, ρίχτηκα αμέσως στην προσπάθεια να επισκευάσω την πόρτα. Δούλεψα σκληρά, ενώ μ' έπνιγε η αγωνία. Πρώτα κατέβηκα στο ισόγειο και, ψάχνοντας, βρήκα μερικές ακόμη χοντρές δρύινες σανίδες. Γύρισα στο γραφείο φορτωμένος με δαύτες και, αφού έβγαλα τα υποστηρίγματα, τις τοποθέτησα κόντρα στην πόρτα. Στη συνέχεια κάρφωσα πάνω τους τα λοξά υποστηρίγματα, και επανέλαβα το ίδιο με τις άκρες τους στο πάτωμα.
Έτσι ενίσχυσα την πόρτα όσο ήταν δυνατό. Με τις πρόσθετες σανίδες φαινόταν τώρα ακλόνητη, και ήμουν σιγουρος ότι θα σήκωνε πολύ μεγαλύτερες επιθέσεις δίχως να υποχωρήσει.
Όταν τελείωσα την δουλειά άναψα τη λάμπα που είχα φέρει από την κουζίνα και κατέβηκα να ρίξω μια ματιά στα χαμηλότερα παράθυρα.
Τώρα που ήξερα τη δύναμη των τεράτων, με ανησυχούσαν ιδιαίτερα τα παράθυρα του ισογείου, παρά το γεγονός ότι διέθεταν χοντρά κάγκελα.
Πρώτα πέρασα από το κελάρι με τα κρασιά, γιατί θυμόμουν την περιπέτεια που είχα εκεί. Το δωμάτιο ήταν παγωμένο και ο άνεμος ούρλιαζε θρηνητικά όπως περνούσε από το σπασμένο τζάμι. Εκτός από τη γενικά καταθλιπτική ατμόσφαιρα, ο χώρος ήταν όπως τον είχα αφήσει την προηγούμενη νύχτα. Πλησίασα στο παράθυρο και άρχισα να επιθεωρώ προσεκτικά τα κάγκελα. Το πάχος τους μου έδωσε κουράγιο. Όμως, εκεί που τα εξέταζα, μου φάνηκε ότι το μεσαίο κάγκελο ξέφευγε κάπως από το ίσιο. Ήταν μια ελάχιστη απόκλιση, και ίσως να ήταν έτσι από χρόνια. Ποτέ άλλοτε δεν είχα δώσει ιδιαίτερη προσοχή στα κάγκελα.
Πέρασα το χέρι μου μέσα από το σπασμένο τζάμι και δοκίμασα να κουνήσω το κάγκελο. Ήταν σταθερό σαν βράχος. Ίσως τα Πλάσματα είχαν προσπαθήσει να το λασκάρουν από τη θέση του, αλλά εγκατέλειψαν την προσπάθεια όταν είδαν ότι ξεπερνούσε τις δυνάμεις τους. Συνέχισα μ' ένα γύρο και μια προσεκτική επιθεώρηση όλων των παραθύρων, αλλά πουθενά δε βρήκα ίχνη παραβίασης. Μόλις τέλειωσα την επιθεώρηση γύρισα στο γραφείο μου να πιω λίγο μπράντυ. Κάπως στυλωμένος από το ποτό, ανέβηκα πάλι στον πυργίσκο για σκοπιά.


Ουίλλιαμ Χόουπ Χάτζσον
Το Σπίτι της Αβύσσου
Προλογίζει και Μεταφράζει ο
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΛΑΝΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ LOCUS - 7

Δεν υπάρχουν σχόλια: