.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Παρασκευή 5 Νοεμβρίου 2010

ΣΕΜΙΡΑΜΙΣ – ΠΑΥΛΟΣ ΣΠ. ΚΥΡΑΓΓΕΛΟΣ



ΒΑΒΥΛΩΝ
Η ΠΟΛΙΣ Η ΜΕΓΑΛΗ
ΚΑΙ Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΑΥΤΗΣ
ΣΕΜΙΡΑΜΙΣ
ή Ιωάννα ή Ωραία Ελένη ή Νεφερτίτη ή Νοταρά

Α.ΤΟ ΜΥΡΙΝΗΣ ΣΗΜΑ
Ξεκινήσαμε απ’ τη Σμύρνα, ας τελειώσουμε σ’ αυτή, το 1922 («Η Σμύρνη μάνα καίγεται»). Είδαμε πως Σμύρνα είναι συγκεκομμένος τύπος της φράσης «ες Μύρινα» που σημαίνει «στη Μύρινα», ή «προς τη Μύρινα». Τι είναι η Μύρινα ή Μυρίνη;
Στον Όμηρο (Β΄, 813) βλέπουμε πως Βατίεια (στη γλώσσα των ανθρώπων) σημαίνει Σήμα Μυρίνης (στη γλώσσα των Θεών), και «σήμα» σημαίνει «τάφος». Εκεί λοιπόν ήταν ο τάφος μιας εξέχουσας γυναίκας, εκεί δηλ. ήταν θαμμένη η περίφημη Μύρινα, προφανώς σ’ ένα τάφο πέτρινο (πρβλ. μπατός= λίθος, στα μαλαϊκά). Ποιά ήταν αυτή η Μύρινα;
Μυρίνα είναι το όνομα μιας Αμαζόνας, απ’ την οποία πήρε τ’ όνομά της μια απ’ τις 11 αιολικές πόλεις, επειδή λέγεται πως τη θάψανε εκεί, αν και υπήρχε και στη Λήμνο (στη δυτική ακτή) πόλη μ’ αυτό το όνομα. Μυρίνα, ωστόσο (ή Μυρίνη) λεγόταν και η γυναίκα του Δαρδάνου, που ήταν και θυγατέρα του Τεύκρου, βασιλιά της Τροίας, και σ’ αυτήν θεωρείται πως αναφέρεται το εδάφιο Β, 813-814 στον Όμηρο. Πιστεύω πως κάποια ιστορική ή αντιγραφική σύγχυση, ενδεχομένως για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, έχει μπερδέψει τα πράγματα (όπως και με τον Πανάγιο Τάφο) κι ότι το πραγματικό Σήμα Μυρίνης (ο τάφος) βρισκόταν στην αιολική πόλη Μύρινα.
Το επίθετο αυτής της γυναίκας, της Μυρίνας, είναι Βατίεια, και σημαίνει το «βατόν», δηλ. την ικανότητα διαβάσεως. Η ικανότητα αυτή προφανώς αναφέρεται, σε διάβαση ποταμών, γιατί (με εξαίρεση τη διάβαση της Ερυθράς από το πλήθος, που είχε μαζί του ο Μωυσής), προκειμένου για θάλασσα, μιλάμε για ικανότητα πλεύσεως (πλώιμον ή πλωιμότης). Έχουμε δύο περιπτώσεις στην Ιστορία, που συναντάμε τον όρο «βάτος»: η πρώτη περίπτωση είναι του Μωυσέως, με τη «φλεγόμενη αλλά μη καιομένη» βάτο, και η δεύτερη περίπτωση είναι της πόλης Εκβάτανα.
Η λ. Εκβάτανα, απ’ το επίθετο εκβατός (και το επιρ. άνω), που σημαίνει ο «τελειωμένος», η υπόθεση «που τη φέραμε εις πέρας», προέρχεται, κατά την άποψή μου, απ’ το ρήμα εκβαίνω (δωρ. Τύπος εκβάω), που σημαίνει:
1. έρχομαι εκ των έσω προς τα έξω (ενέργεια της βάτω)
2. ανεβαίνω προς τα έξω
3. απομακρύνομαι, αποσύρομαι, αποχωρώ
4. εκτείνομαι, φθάνω μέχρι κάπου, καταλήγω
5. υπερβαίνω, ξεπερνάω, διαβαίνω
6. εκπληρούμαι (ως προς προφητείαν)
7. παράγομαι (ως προς τα προϊόντα γης).
Αυτές είναι οι γενικές και αφηρημένες έννοιες του ρήματος εκβαίνω, που δείχνουν μια «βατότητα» ή «μεταφορά», υπάρχουν όμως και ειδικές (συγκεκριμένες) έννοιες του ρήματος αυτού, που σημαίνουν «βατότητα πάνω σε – ή από – νερά». Έτσι έχουμε:
8. βγάζω κάτι από πλοίο, το αποβιβάζω
9. αποβιβάζομαι απ’ το πλοίο στην ξηρά
10. βγαίνω απ’ τη θάλασσα
11. γενικά, κατεβαίνω από ένα όχημα.
Συνδυάζοντας τις έννοιες του ρ. Εκβαίνω με το επίθετο εκβατός και το εκβάτης (=ηνίοχος εκβιβάζων), απ’ το ρ. Εκβιβάζω (=εκτρέπω ποταμόν), μπορούμε να δούμε ποιός βασιλεύς (ΑΝΑ) και μάλιστα εκτροπεύς ποταμών (ΕΚΒΑΤΗΣ0 έκτισε τα ΕΚΒΑΤΑΝΑ: είναι η θρυλική (ή μυθολογική σύζυγος του βασιλέως Νίνου, που το όνομά του δίνει τον αριθμό 380 (τπ’) ισόψηφου με τη λ. Εκβάτανα. Αυτή λοιπόν η Σεμίραμις είναι γνωστή και για το ότι έκανε βατούς τους ποταμούς (εκτρέποντάς τους), ήταν δηλ. μια Βατίεια, όπως τη λέγαν οι θνητοί, και ήταν τέτοια γι’ αυτούς, ενώ οι θεοί την αποκαλούσαν Μυρίνα (δηλ. κατ’ εμέ «βασίλισσα της θάλασσας ή θαλασσινή») και της απέδιδαν το επίθετο «πολύσκαρθμος», έννοια που αναφέρεται βασικά στις Αμαζόνες, μια που σκιρτούν, αναπηδούν (ας μην ξεχνάμε πως η Μυρίνα ήταν μια Αμαζόνα), αλλά και σε πλοία πολύκωπα (δηλ. γρήγορα). Ένα τέτοιο πλοίο ήταν κι η Αργώ, απ’ το επίθετο αργός, που σημαίνει λευκός, αλλά και γρήγορος, και είδαμε απ΄τις Συμπληγάδες Πέτρες, προηγήθηκε η δοκιμασία του περιστεριού. Το περιστέρι, βέβαια, σαν πουλί, είναι κάτι ιπτάμενο, κι απ΄τη στιγμή, που οι Αργοναύτες μελετάνε την πτήση ενός πτηνού κι όχι την πλεύση ενός ψαριού, είναι προφανές πως αντιμετωπίζουν το πέρασμα μέσα από ρεύματα αέρα κι όχι θάλασσια, και κατά λογικήν συνέπεια σκεφτόμαστε πως ήταν αερόπλοιο κι όχι συνηθισμένο σκάφος.
Ποιά ήταν λοιπόν αυτή η μυρίνα (η θαλασσινή βασίλισσα), γνωστή σαν βατίεια (εξέτρεπε τους ποταμούς), που το όνομά της ήταν Σεμίραμις;
Ας δούμε ετυμολογικά, τι σημαίνει η λ. «σεμίραμις», τόσο κοντά στην ελλ. λ. «σεμίδαλις». Κατά την κρατούσα γνώμη προέρχεται απ’ την ονομασία Σαμμουράτ, λέξη που φαίνεται κατ’ αρχήν σύνθετη (Σαμμουράτ). Αν υποθέσουμε το δωρικό τύπο σάμα της λ. σήμα (=τάφος) κι ένα βαρβαρικό τύπο Μίραμ ή Μύραμ της λ. Μυρίνα, έχουμε αμέσως την ονομασία Σήμα Μυρίνης (που είδαμε πιο πάνω) και αγόμαστε στο ιστορικό συμπέρασμα πως ο περίφημος Τάφος της Αμαζόνας Μυρίνης ήταν στην ουσία ο πραγματικός (ή υποθετικός) Τάφος της (πραγματικά αμαζόνας) βασίλισσας, με τ΄όνομα Σεμίραμις. Αυτή η βασίλισσα όπως θα δούμε στο ιστορικό της, ήταν μια πραγματική «σαμουράι» (για να θυμηθούμε τους περίφημους Ιάπωνες πολεμιστές).
Θεωρήθηκε η βασίλισσα αυτή σύμβολο της Ιστάρ (ή Αστάρτης), αντίστοιχης με την Αφροδίτη. Αλλά η θεά του έρωτος, είτε με το βαβυλωνιακό της όνομα, είτε με το ελληνικό, έχει πάντα σύμβολο το περιστέρι, κι είναι ακριβώς αυτό το πουλί, στο οποίο μεταμορφώθηκε η Σεμίραμις (σύμφωνα με το Μύθο), προκειμένου να φύγη απ’ τον κόσμο αυτό. Είναι λογικό να υποθέσουμε πως, όντας θεά του Έρωτα, η Ιστάρ ή Αφροδίτη, είναι και θεά των γυναικείων στολιδιών, κι ένα απ’ αυτά λεγόταν περιστέριον ή περιστερίς, προφανώς περιβάλλοντας ένα τμήμα του γυναικείου σώματος, όπως το περιδέραιον (κολλιέ). Άλλα συνώνυμα για το περιστέρι είναι:
Φάβα ή φάσσα ή φαψ (το αγριοπερίστερο), πιτσούνι ή πιτσουνάκι (το μικρό), οινάς (το κόκκινο άγριο), ιωνάς, πελειάς (το μαύρο ή το μαυρόστικτο), τρήρων.
Εκτός απ’ το περιστέριον (ή περιστερίς), ένα άλλο γυναικείο κόσμημα είναι το ίλιον, Ίλιον, όμως είναι και το κατ’ εξοχήν όνομα της πόλης Τροίας (απ’ όπου πήραν και το όνομα τους οι ραψωδίες του Ομήρου), αλλά και το γυναικείο αιδοίον, όπως είδαμε στα συνώνυμά του, στο Κεφάλαιο περί Συκομορφίας. Προκύπτει λοιπόν το ίλιον της Ελένης; Προφανώς κατ’ εμέ, και από πλευράς πρώτης ή εξωτερικής ερμηνείας μόνον, πρόκειται για ένα ομηρικό (και ομειρικόν) λογοπαίγνιο, όπου συνδυάζονται οι δύο ερμηνείες, υπό την έννοιαν ότι η σύγκρουση για το ίλιον της Ελένης (αιδοίον) δημιούργησε τη σύγκρουση στο Ίλιον (Τροία), που είναι το ίλιον (κόσμημα) της ασιατικής ακτής.
Από τα παραπάνω προκύπτει μια πρώτη ταυτοτική προσέγγιση Σεμιράμιδος – Ελένης.
Ξέροντας τώρα πως η Σεμίραμις ήταν σύμβολο (αν όχι ενσάρκωση) της Ιστάρ – Αφροδίτης, στην οποία αποδίδονται από πολλούς και οι Κρεμαστοί Κήποι της Βαβυλώνος (δηλ. ανασηκωμένοι), ένα από τα 7 θαύματα του Κόσμου, βλέποντας πως, εκτός απ’ τα Εκβάτανα έκτισε και την Ταρσό, μπορούμε να πούμε πως ήταν μια γυναίκα «ταρσίς», δηλ. ανασηκωμένη, και ξέρουμε πως ο ταρσός, αλλά και όλο το γυναικείο σώμα, ανασηκώνεται με τα περίφημα τακούνια, που δημιουργούν τη γνωστή προκλητικότητα στη βάδιση, τόσο απαραίτητη στη «γυναίκα-πόρνη» ή «ιερόδουλον», την ιέρεια της Αφροδίτης, Ιστάρ, λοιπόν, απ’ τη λ. ιστός (ίστημι) ή ις-ταρσία (πάντα κατά την άποψή μου), και όχι απ’ το Star, όπως μας λένε, είναι η ανασηκωμένη γυνή, πρώτα στα τακούνια της για πρόκληση, κι ύστερα στα πόδια της για πράξη. Αυτά τα πόδια του κρεβατιού, τα γνωστά τρίποδα, μαζί με τη ζώνη της γυναικός, που λύνεται (στην αρχαιότητα αυτή ήταν η έκφραση-κλειδί, που σήμαινε την ερωτική παράδοση) είναι που συνθέτουν την έννοια και την ονομασία της βασίλισσας αυτής:
ΕΡΜΙΣ (=τρίποδο κρεβατιού) + ΙΜΑΣ (=ζώνη) = ΕΡΜΙΣΙΜΑΣ και κατ’ αναγραμματισμόν (τόσο συνήθη στους αρχαίους) = ΣΕΜΙΡΑΜΙΣ, χωρίς να ξεχνάμε ότι Ιμάς (ειδικά για την Αφροδίτη) είναι η περίφημη ζώνη της, ο Κεστός, κατά του οποίου είναι ανίσχυρος ο κεραυνός του Διός.
Η αδυναμία του Διός να πλήξη τον κάτοχο του κεστού της Αφροδίτης σημαίνει, στη λογική του συνωμοτικού «Σχεδίου Περιστερά», ότι ο αρχηγός των Κολομβιανών (Ολύμπιος Ζευς) δεν μπορεί να σπάση το Πρόγραμμα (Ζώνη Αφροδίτης).
Έτσι βγαίνει ότι η Σεμίραμις, σαν Ιστάρ – Αφροδίτη, είναι η Αιώνια Μνηστή, που την πολιορκούν οι Μνηστήρες, αφού και το όνομά της (ΣΕΜΙΡΑΜΙΣ = 606 είναι ισόψηφο με τη λ. ΜΝΗΣΤΗ. Ωστόσο το όνομα ΣΕΜΙΡΑΜΙΣ είναι ισόψηφο και με τη λ. ΤΕΡΑΣ = 606. Γνωρίζοντας πως το τέρας της λίμνης Νεςς είναι μια Νέσσι, όπως αναλύθηκε στο Κεφάλαιο περί Νίσου, ξέροντας και πως Μυρίνα (όπως είδαμε παραπάνω) σημαίνει «θαλασσινή βασίλισσα», πολύ περισσότερο που η Αφροδίτη αναδύθηκε απ’ τη θάλασσα, προβληματιζόμαστε έντονα για το αν ήταν κι αυτή ένα ανθρωπόμορφο, όπως πιθανόν ο Νίσος, δεδομένου ότι το όνομα του συζύγου της, του Νίνου, είναι μια απλή παραλλαγή του Νίσου. Μήπως ήταν μια απλή γοργόνα; Μήπως ήταν η Γοργόνα, η «αδελφή» του Μεγαλέξανδρου, που πήρε το «φάρμακο της αθανασίας» και θαλασοδέρνεται στα πέλαγα;
Ας δούμε και δω τα πράγματα ψύχραιμα, προ πάντων με τη σειρά. Πέραν τού ότι θα αποδείξω, στη συνέχεια του κειμένου, ότι «σεμίραμις» σημαίνει «μισέρμα» (semi- = μισο-) κι οπωσδήποτε «όχι εκβάτανα» (όχι ολοκληρωμένο, όχι τελειωμένο), πρέπει να θυμώμαστε ότι είναι μια «Ωρεχόνα», δηλ. αφροδίσια, δηλ. περιστερά (ή κολομβιανή, δηλ. κολοβή), σαν προσωποποίηση της Ιστάρ ή Αφροδίτης. Το γενεαλογικό της δένδρο μας πάει στη μητέρα της, μια θεά, τη Δερκετώ (άλλοτε αναφέρεται σαν Ατταργάτις), που «νυμφεύεται» ένα θνητό, όπως ακριβώς κι η Δήμητρα, που δόθηκε στο θνητό Ιασίωνα (σ’ ένα χωράφι οργωμένο τρεις φορές), πριν τον κατακεραυνώσει ο Ζευς. Ακολούθως η Σεμίραμις βρίσκεται νάναι γυναίκα του Οχάνη (ή Ιωάννη, κατά τη γνώμη μου), του ψαρόμορφου θεού, του Προδρόμου ή Πρώτου των Τελχίνων. Φυσικά, παρά την ατυχή περιγραφή των κειμενογράφων (και γενικά των αρθρογράφων, που δεν γνωρίζουν την έννοια της ακριβούς εκφράσεως), ο Ιωάννης ή Ωχάνης δεν είναι ψαρόμορφοε, αλλά, απλώς, φοράει μια «λεοντή» ψαριού (πως αλλιώς να το πούμε;) δηλ. βγαίνει μέσα από ένα δέρμα ψαριού όπως ο Ηρακλής βγαίνει μέσα από ένα δέρμα λιονταριού, την περίφημη λεοντή, κι αυτό για μένα σημαίνει πως φοράει ένα σκάφανδρο και στολή δύτη (ο δύτης, άλλωστε, λέγεται κόλυμβος στ’ αρχαία ελληνικά), έχει άρα άμεση σχέση με τα ύδατα, είναι Υδάτων Βασιλεύς (Αχ-Ανν), κι είναι γνωστός και με τις ονομασίες Χέα, Έα, Ως, Αός (πρβλ. τον Αώον ποταμό). Αν, λοιπόν, είναι ένας απ’ τους Τελχίνες, αν, με τη δορά του ψαριού (ή το σκάφανδρο), «βγαίνει μέσα απ’ τα νερά» ή να «κάθεται επί υδάτων πολλών» και να φαίνωνται, στα μάτια των αδαών, των απληροφόρητων, σαν Θεοί ή δαιμόνια (θηρία); Κι αν αυτό το θηρίον, η Σεμίραμις έχει ανάγκη από μια στολή (Διαθήκη, ε;) για να κινήται στο ακατάλληλο γι’ αυτήν περιβάλλον της Γης, τι θα λέγατε για την ακόλουθη εξίσωση:
ΔΙΑΘΗΚΗ + ΣΕΜΙΡΑΜΙΣ = 666 = Ο ΣΕΡΑΠΙΣ = ΣΕΡΑΠΙΟΣ
Ο Σέραπις, ή Σάραπις (βαβυλωνιακά), είναι ο θεός της παγκόσμιας θρησκείας, που θέλησε να επιβάλλη ο Μεγαλέξανδρος (και τελικά εισήγαγε στην Αίγυπτο το 280 π.Χ. ο Πτολεμαίος ο Α΄), αυτός ο μεγάλος στρατηλάτης, που μελέτησε (σύμφωνα με την ιστορική μου πεποίθηση) και ακολούθησε τα ίχνη της Σεμιράμιδος, περνώντας απ’ τα Εκβάτανα και σταματώντας στον Ινδό, στη μόνη περιοχή που αυτή ηττήθηκε, απ’ τον Στρατόβαζο και τους ελέφαντές του. 3.000.000 πεζοί , 500.000 ιππείς και 100.000 άρματα δεν είναι αριθμός, που μπορεί εύκολα να καμφθή από ένα αριθμό ελεφάντων. Απλώς η Σεμίραμις ξέχασε ότι αυτή, σαν Περιστερά, δεν μπορούσε να αντιπαραταχθή στους ελέφαντες, αφού ο Ελέφας (Τηκ, ο Αρχηγός, στη γλώσσα των αφρικανών) είναι το σύμβολο και του Αιγόκερω (στην Αστρολογία), αλλά και του Αγίου Πνεύματος, εμφανιζομένου (όπως στον Ιορδάνη με τον Ιωάννη) «εν είδει περιστεράς» και, κατά τον Νόμο των Κολομβιανών, «περιστερά, περιστεράν δεν εκτρέπει» (βλ. Παραπάνω αδυναμία κεραυνού Διός κατά κεστού Αφροδίτης).
Είναι πιθανόν η μάχη της Σεμιράμιδος με τον Στρατόβαζο, κάτω απ’ το πρίσμα των ανωτέρω αναλύσεων, να αποτελή συμβολισμόν ή προανάκρουσμα της μάχης του Αρνίου και των 144.000 κατά του θηρίου.
Ο Σάραπις, λοιπόν, ενάρθρως σαν Ο ΣΕΡΑΠΙΣ ψηφίζει 666, αλλά κατά την άποψή μου, πρέπει να αναγράφεται ΣΕΡΑΠΙΟΣ (=666), γιατί σερ=κεφαλή στα περσικά (πρβλ. Σειρ= Ήλιος στα ελληνικά) και Άπις ο γνωστός ιερός ταύρος, επομένως η έννοια είναι Σερ Άπιος δηλ. η Κεφαλή (ή το Στέμμα) του Άπιος, ενώ η κατεστημένη γνώμη είναι πως προέρχεται απ’ τη φράση Σερ-Απσί = Βασιλεύς του Ωκεανού. Ωστόσο ξέρουμε πως κύριος του Ωκεανού, την εποχή του Θησέως, μετά τον θάνατο του Μίνωος, ήταν ο στρατηγός του Ταύρος, κατά του οποίου επήλθε, σύμφωνα με τις γνώμες ιστορικών, ο αθηναίος ήρωας, και, εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα και με τον αρχαίο Ζωδιακό του Ελληνικού χώρου (περιλαμβανομένης της Ιωνίας) η περιοχή ανήκει στον Ταύρο, όπως φαίνεται κι απ’ τις τοπωνυμίες Ταύρος-Αντίταυρος της Μικράς Ασίας κι όπως προκύπτει απ’ την αποβίβαση της θεάς Αφροδίτης στην περιοχή (Κύπρο), εφ’ όσον ο πλανήτης Αφροδίτη, κατά τη θεωρία της Αστρολογίας, είναι κυβερνήτης του ζωδίου του Ταύρου. Σερ Άπιος, λοιπόν, όπως φαίνεται, είναι η Κορυφή ή Κεφαλή του Άπιος (δηλ. του Ταύρου), δηλ. το πνεύμα του πλανήτη Αφροδίτη, η θεά Αφροδίτη ή Ιστάρ ή Εωσφόρος ή ΣΕΡΑΠΙΟΣ = 666 = Ο ΣΕΡΑΠΙΣ. Είδαμε άλλωστε πως το αγριοπερίστερο λέγεται και φαψ ή φάσσα ή φάβα, αλλά φάβα σημαίνει, επίσης, «φόβος μέγας», οπότε συναντάμε την περιοχή Φόβος στη Σικυώνα (Κυάτο) ξανά, απ’ όπου αναχώρησαν «λόγω φόβον» ο Απόλλων και η Άρτεμις, και είδαμε πως εκεί ήταν η πόλη των Μηχανικών, των Τελχίνων, όμαιμων – ομόφυλων του Ιωάννη ή Ωχάνη και (προφανώς) της γυναίκας του Σεμιράμιδος. Ολοκληρώνοντας την ανάλυση γύρω από τη λ. φάσσα βλέπουμε πως η λ. Φερσέφασσα είναι μια άλλη ονομασία για την Περσεφόνη, κι ότι κατά την εμφάνιση των γονέων στο Ναό στα Ιερά Σόλυμα προσεφέρετο, υπέρ του νεογέννητου σαν θυσία, ζεύγος περιστεριών ή τρυγόνων. Για να ολοκληρώσουμε τα σχετικά με τη λ. Σερ (=κεφαλή) πρώτο συνθετικό του ονόματος του Σεράπιος, πρέπει να δούμε (κατά την άποψή μου) πως και Σειρ = Ήλιος (στα ελληνικά), άρα στην ουσία, σειρ=πυρ (πρβλ. και σειρώ= ξηραίνω, αποξηραίνω, όπως οι Ηλιάδες στη Ρόδο), και, τροπή του π σε κ στα δωρικά, πυρ=κυρ, απ’ όπου ο τίτλος Κυρ=Κυρός=Κύριος (και Sir στ’ αγγλικά ή Herr στα γερμανικά), άρα ο Κύριος (δηλ. ο Θεός) είναι το Πυρ (πρβλ. haman agnir στη Μαχαμπαράτα).
Από κει γίνεται αντιληπτή η μετάφραση Άρνα (απ’ τους Ο΄) του ονόματος Σαργών, εφ’ όσον το Αρνίον ή Κριός, στη Θεωρία της Αστρολογίας (όπως είδαμε στο Κεφάλαιο περί Σφιγγός), είναι η έξαρση του Ηλίου. Η σύζυγος ενός τέτοιου Κριού είναι βέβαια μια «Σεμίραμις» (απ’ τη λ. semi- = μισό-, και τη λ. Ram = κριάρι), χωρίς να ξεχνάμε πως «κριός» είναι, στη στρατιωτική ορολογία, μια επιθετική, πολιορκητική βασίλισσα, δηλ. ένας ανθρώπινος «κριός».
Το όνομα Σαργών (στα εβραϊκά αποδίδεται Σαρ-ουκίν-αρκού (στα ασσυριακά), που σημαίνει «ο Θεός ας κρατύνη τον άνακτα», κάτι ανάλογο με το «Ο Θεός σώζοι την βασίλισσα» (God saves the Queen) των άγγλων. Η εικόνα του κριού (κριαριού) σα σύμβολο του ονόματος και της εννοίας του πιστεύω πως είναι πετυχημένη και κατά συνέπειαν ορθή και επιτυχής η μετάφραση των Ο΄ σαν Άρνα. Τέλος σκεπτόμενοι πως Ιμάμης είναι ένας Ronto Fex Maximus (δηλ. Βασιλεύς-Ιερεύς), μπορούμε να μελετήσουμε τη σύνθεση ΣΕΡ + ΙΜΑΜΗΣ), που είναι ένας άλλος αναγραμματισμός του τύπου ΣΕΜΙΡΑΜΙΣ. Προχωρώντας πάνω στη λογική αυτή και ενθυμούμενος τη ρίζα ΜΙ στο όνομα Μίνως (= Ομόνοια), έχουμε την εξής συλλαβική ανάλυση του τύπου ΣΕΜΙΡΑΜΙΣ ή SEMIRAMIS:
SE ή ΣΑ ή ΤΑ = Αυτή η οποία είναι
ΜΙ = ενωμένη, σύμμαχος, φίλη
RA = με το θεό Ρα
ή RAM = με τον Κριό – θεό
ΙΔ = και τη δύναμή του
ή είναι η δύναμή του.
Ξέροντας τώρα πως το ζώδιο του Κριού, κατά τη θεωρία της Αστρολογίας, κυβερνάται απ’ τον Άρη, φτάνουμε, μέσα απ’ τις πληροφορίες της Ελληνικής Μυθολογίας, στο σμίξιμο του Άρη με την Αφροδίτη και, κατά συνέπειαν, στην αρχική (και πιο δυνατή, κατά την άποψή μου) ετυμολογία του ονόματος Σεμίραμις, απ’ τον αναγραμματισμό του και τη σύνθεσή του απ’ τις λέξεις ιμάς (=ερωτική ζώνη) και ερμίς (τρίποδο κρεβατιού, δηλ. στήριγμα ερωτικού χώρου). Φυσικά η λ. ερμίς μας συνδέει άμεσα με την έννοια του Ερμή, του αγγελιοφόρου των Θεών, δηλ. μιας θεϊκής «ταχυδρομικής περιστεράς», (ήταν άλλωστε, γιος της Μαίας, απ’ τις Πλειάδες = περιστερές), ενώ η άλλη σημασία της λ. ιμάς, που δείχνει το σκοινί για την άντληση ύδατος, δείχνει και την «ποταμοφόρητη» ερμηνεία της μανιακής για εκτροπές ποταμών βασίλισσας, σε πρώτο επίπεδο, αλλά και την ικανότητα για άντληση ψυχικής ενέργειας από μέσα της, σε δεύτερο ή ψυχολογικό επίπεδο.
Το όνομα της Μύρινας και η ιδιότητά της σαν Αμαζόνας, αλλά και η τάση της για τα νερά, μας συνδέουν με τη Σελήνη, κυβερνήτη του Καρκίνου και των υδάτων (σύμφωνα με τη θεωρία της Αστρολογίας) και τη θεότητα που την κυβερνά, την Αρτέμιδα ή Νάνα. Αντικαθιστώντας το γράμμα Τ με το παλαιότερο του Σ στη λ. Άρτεμις έχουμε ένα παλαιότερο, κατά την άποψή μου, και απωλεσθέντα τύπο, τη λ. Άρσεμις, οπότε βλέπουμε ότι η λ. Σεμίραμις είναι αναγραμματισμένος τύπος της λ. ΜΙ-Άρσεμις, που σημαίνει “σύμμαχος ή σύντροφος της Αρτέμιδος” δηλ. Αμαζών. Η ονομασία Ράμεσις (κατ' εμέ, και όχι Ραμεσής ή Ραμσής, κατ' αναλογίαν προς το Άμασις κλπ.), που σημαίνει “γεννημένος απ' το Ρα = Ήλιο” μας δίνει επίσης τον αναγραμματισμένο τύπο ΜΙ-Ράμεσις, που σημαίνει “σύμμαχος του φαραώ Ράμεσις”, εφ' όσον ξέρουμε πως πράγματι η Σεμίραμις κατέκτησε την Αίγυπτο και την Αιθιοπία.
Το σμίξιμο, που ανέφερα παραπάνω, του Άρεως με την Αφροδίτη, είναι, εκ πρώτης όψεως, ένας παραλογισμός, αφού η Αφροδίτη είναι η θεά της αγάπης και ο Άρης του πολέμου, εκτός αν δεχθούμε την Ιστάρ-Αφροδίτη σαν Κάλι, που είναι θεά του έρωτα και του θανάτου (στο ινδικό πάνθεον), και τέτοια φαίνεται πως υπήρξε πράγματι η Σεμίραμις. Δείχνει, όμως, στην ουσία τη συμμαχία των πλανητών Άρη-Αφροδίτης (ή τη διασύνδεση των σταθμών τους, ιδιαίτερα με τους τεχνιτούς δορυφόρους του, το Δείμο και το Φόβο) εναντίον της Γης μέσα από το “Σχέδιο Περιστέρι”, και τη χρήση της Εντολής του Μεγάλου Ιερέως, του Ιησού, για Αγάπη, μέσα από καταχρήσεις και διαστροφές Καλογέρων, Ιεροεξεταστών και Σταυροφόρων τέτοιες, που να αποδυναμώσουν τα αποτελέσματα της ενσαρκώσεώς Του και να ξαναφέρουν την Ανθρωπότητα στο Σημείο Ο.
Έτσι το μυστηριώδες άγαλμα της Σφιγγός στις Θήβες της Αιγύπτου δεν είναι παρά η μορφή της θρυλικής βασίλισσας, της Σεμιράμιδος, που παριστάνεται πολλές φορές με κεφάλι κριού, για όσους λόγους εξέθεσα παραπάνω. Δύο λόγια για το περίφημο και αινιγματικό χαμόγελο της (ίσως όχι τόσο διάσημο όσο της Τζοκόντα, αλλ' οπωσδήποτε πολύ πιο σοβαρό και θανάσιμο) πρέπει να ειπωθούν, προκειμένου να έχουμε πληρέστερη εικόνα των διαπλανητικών αδυναμιών της, αλλά και τυχόν δυνατοτήτων μας απέναντι στο “Σχέδιο Περιστέρι”. Το χαμόγελο αυτό, ίδιο με κείνο της Σφίγγας στον Άρη, όπως συμπεραίνω απ' το ανοιγμένο στόμα, που αφήνει να φαίνωνται τα δόντια του, πιστεύω πως είναι το ίδιο με το ειρωνικό χαμόγελο στα χείλη των τριών σοβιετικών κοσμοναυτών του Σογιούς 11, που, σύμφωνα με τον τούρκο γιατρό γκυλτεκίν Καϋμάζ πέθαναν από αναπνευστική ανακοπή, εξ αιτίας της αυξήσεως του CO2 στους ιστούς, πράγμα που δίνει συστολή των χειλέων ή “χαμόγελο”. Η αύξηση του διοξιδίου του άνθρακος προκαλείται από μια παθολογικά υψηλή περιεκτικότητα αλκαλίων στο αίμα (και, μ' αυτό, στους ιστούς), λέγεται αλκάλωση και, σύμφωνα με τον τούρκο γιατρό, προκλήθηκε απ' τον ατμοσφαιρικό ηλεκτρισμό. Η αλκάλωσις, που λέγεται και αλκαλίνωσις, ιδιαίτερα με τη μορφή της ανθρακούχου αλκαλώσεως, δίνει μια ελάττωση των πτητικών οξέων στο αρτηριακό αίμα και συναντάται στη Νόσο των Ορέων και στη Νόσο των Αεροπόρων.
Είδαμε πως οι κατεστημένοι ερμηνευτές αποδίδουν τον τύπο Σεμίραμις σε εξελληνισμό του βάρβαρου τύπου Σαμμουράμάτ, δεν φαίνεται όμως να σώζεται κάποιος τέτοιος τύπος στην περιοχή, εκτός απ' την πόλη Σαμάρρα, που χτίστηκε από Χαλίφη το 840 πάνω στον Τίγρη, βόρεια της Βαγδάτης, και, βέβαια, την αρχαία κι ένδοξη πόλη Σαμαρκάνδη, γνωστή και σαν Μαρακάνδα. Ωστόσο η αραβική ονομασία Σάμι της αρχαιοτάτης Δαμασκού (όπως είδαμε και στα σχετικά με τον Σαμψών) μας συνδέει με την αραβ. λ. Shams (=Ηλιος) και το συμβολισμό της Σφίγγας (ο Ήλιος στο μεσουράνημα) και την ταύτιση Ηλίου-βασιληά (πρβλ. τον βασιλέα Λουδοβίκο ΙΔ' της Γαλλίας), οπότε, διακινδυνεύοντας την ανορθόγραφη γραφή Σεμήραμις (όπου τονίζεται η υποκρυπτομένη στο μέσον Ήρα, σαν Μεσ-ήρα-μις) έχουμε σαν ισόψηφά της, στον αριθμό 604, τις λ. “αγλαόθρονος” και “αντιγόνον”. Η Σεμίραμις υπήρξε πράγματι αγλαόθρονος (λάμπρυνε τον ήδη λαμπρό θρόνο, πάνω στον οποίο κάθησε) και ήταν στοιχείο “αντιγόνον”: όχι μόνον, όπως φαίνεται, δεν ήταν από ανθρώπινη γενιά, αλλά στο τέλος της βασιλείας της ήρθε σε σύγκρουση με τη γενιά της (τους δικούς της). Πέραν τούτων, σαν Σφιγξ, δείχνει με τη μεταφορά της νεμέσεως στη βοιωτική Θήβα ένα ακόμη δίλημμα, το γνωστό ηθικό προβληματισμό της Αντιγόνης.
Συνεχίζοντας τις ετυμολογικές αναζητήσεις μας στους λεκτικούς ορίζοντες του ονόματος της Σεμιράμιδος, βλέπουμε πως είναι ένας ακόμη (κατά προσέγγισιν) αναγραμματισμός της λατιν. λ. Semen=σπόρος, σπέρμα, και κατάντησε, σαν νεοελληνική έκφραση σεμινάριο, να σημαίνη “φυτώριο μαθήσεως”. Είναι ευδιάκριτο πως η Ιστάρ ή Αφροδίτη, το πρότυπο της Σεμιράμιδος, σαν θεά του έρωτος, άρα της γονιμότητος μέσω της συλλήψεως, είναι η πηγή και η αρχή των πραγμάτων και των πλασμάτων, δηλ. το φυτώριο κάθε νέας ζωής, και κατά συνέπειαν φαίνεται λογική η συσχέτιση των λ. Σεμίραμις και seminarium, οπότε, μέσω της λ. Semen (και όσων ανέφερα για τους Σίμωνες στα σχετικά με τον Κηφά), φαίνεται επίσης λογική η σύνδεση των Σιμόνων (ή τουλ. του Σίμωνος Πέτρου) με τη Σεμιράμιδα (ή τουλ. τη Μαρία Μαγδαληνή, που φαίνεται νάναι ενσάρκωση ή επισκίασή της – πρβλ. τα 7 δαιμόνια με τα 7 όρη).
Μια τελευταία προσέγγιση, ετυμολογικά, θα γίνει στην έννοια και στην ουσία του στοιχείου “Σεμίραμις”, κάτω απ' το ερμηνευτικό φως ενός ακόμη – του τελευταίου – αναγραμματισμού: σύμφωνα μ' αυτήν την ανάλυση, η λ. ΣΕΜΙΡΑΜΙΣ είναι αναγραμματισμός της λατιν. λ. SEMIMARIS, που είναι γενική του ουσιαστικού semimas = ημίανδρος (στα λατινικά). Semimares. Δηλ. ημίανδροι, ευνούχοι (εκτετμημένοι) όπως ήσαν οι Γάλλοι, (πρβλ. Ματ. ΙΘ', 12: “εισίν ευνούχοι, οίτινες ευνούχισαν εαυτούς διατην βασιλείαν των ουρανών”) οι ιερείς της Κυβέλης, της επικαλουμένης Turrigera (Πυργοφόρος ή Πυργοστέφανος), και, βέβαια, η λατιν. λ. turris σημαίνει πύργον, αλλά, συν τοις άλλοις (όπως θα δούμε παρακάτω) και πυργοειδή περιστερώνα. Η λατιν. λ. semimas δηλώνει, εκτός απ' τον ευνούχο, γενικώτερα (αόριστα) τον ημίανδρο, αλλά και τον ερμαφρόδιτο, και, κατά συνέπειαν, semiramis (ή σεμίραμις) σημαίνει άτομο “ερμαφροδίτου φύσεως”. Το αν η Σεμίραμις ήταν ερμαφρόδιτη, σαν εκπρόσωπος άλλης (εξωγήινης) ράτσας δεν το ξέρουμε, παρά το ότι το γένος των περιστεριών είναι φυσιολογικό (δηλ. χωρισμένο σε δύο φύλα). Το ότι όμως ήταν ερμαφρόδιτης ψυχοσυνθέσεως, αυτό είναι σαφές και δηλώνεται απ' την ίδια, σε επιγραφή της:
“η φύσις μου έδωκε σώμα γυναικός, αλλ' αι πράξεις μου με κατέστησαν ισότιμον προς τους μεγίστους άνδρας. Διηύθυνα το κράτος του Νίνου. Προ εμού ουδείς Ασσύριος είδε την θάλασσαν, εγώ δε είδα τέσσαρας ωκεανούς. Ηνάγκασα τους ποταμούς να ρέωσιν όπου ήθελα, και ήθελα όπου ήτο ωφέλεια”.

Δεν υπάρχουν σχόλια: