.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010

ΦΙΛΟΙ – WILLIAM BURROUGHS


Είχα ένα καλό στέκι με σταθερή δουλειά εργαζόμενους που πηγαινοέρχονται καθημερινά στη δουλειά τους και υπαλλήλους δεν είχα προβλήματα μ' αυτό τον κόσμο έκαναν όλοι τους ψυχανάλυση και η ψυχανάλυση ξετσαμπουκαλεύει τους ανθρώπους, μόνο που μερικές φορές τα κοπανάγανε γερά και τους έπιανε το παράπονο αλλά οι ψυχαναλυτές έτσι βγάζουν το ψωμί τους ακούνε την άλλη μέρα τα κλαψουρίσματά τους. Έβαζα παραδάκι στη μπάντα για ένα διαστημόπλοιο που έφτιαχνα στο κτήμα μου κάτω στο Μιζούρι ήθελα λίγα ακόμα εξαρτήματα, πανάκριβα εξαρτήματα. Από παλιά είχα ταλέντο στις μπαριτζίδικες δουλειές δηλαδή σιχαίνομαι τον πελάτη και του φέρομαι με μεγάλη ευγένεια και όλοι νομίζουν πως είμαι ο πιο σπουδαίος τύπος στον κόσμο... κάθε βράδυ την ώρα που έρχονται οι τακτικοί πελάτες ένα θαυμαστικό μουρμουρητό γεμίζει όλο το μπαρ.
“Σπουδαίος τύπος αυτός ο Τζόννι”.
“Ο αγαπημένος μου μπάρμαν” τιτιβίζει μια περίπτωση αλλαγής φύλου που ήταν απ' τη μόνιμη πελατεία μου κι έφερνε ένα σωρό δουλειά στο μαγαζί ήτανε ψ ώ ν ι ο η λεγάμενη και οι μικροαστοί τρελαίνονται για τέτοια νούμερα. Είχα ένα σωρό τέτοια ψώνια στο στέκι μου με μαϊμούδες σκυλιά και μανγκούστες που πίνουνε κοκτέιλς ή μασάνε ξυραφάκια. Μόνο μια φορά πέταξα πελάτη έξω ήταν ένας μαλάκας με μια σαρανταποδαρούσα μισό μέτρο σου την πέταγε ξαφνικά κατάμουτρα. Σήκωσα το κοντόκαννο 38άρι μου αργά-αργά έτσι που να φαίνεταιη σφαίρα στον πάτο της κάννης και είπα
“Φύγε' από δω ρε μ' αυτό το γαμημένο πράγμα γιατί θα σε σκοτώσω”.
Συνήθως όμως δεν κάνουν πολλή φασαρία ξέρεις τώρα εσύ πηδάω πάνω απ' τον πάγκο και την πέφτω μ' ένα μπαστούνι στα χέρια μου και ξεκουμπώνω το γιλέκο μου χωρίς να ξεκουμπώσω το σακάκι. Ό,τι έλεγα να πουλήσω το μαγαζί και ν' αγοράσω εκείνα τα εξαρτήματα που χρειαζόμουν και μετά να την κοπανήσω Θεέ μου όλο μαλάκες είναι αυτός ο κόσμος ποιος μπήκε μέσα στο μαγαζί; ποιος άλλος; εκείνος ο μπάτσος ο Κλάνσι με την αγκράφα και το σήμα του να γυαλίζουνε μ' ένα πλατύ χαμόγελο στη μούρη του και κρύα ειρωνικά γαλανά μάτια σαν λιακάδα πάνω στον πάγο. Δεν μ' άρεσε να 'ρχεται στο μαγαζί μου κι έβλεπα πάντα τους τακτικούς μου πελάτες τους μικροαστούς να κολλάνε ο ένας πάνω στον άλλον σαν τις μαϊμούδες. Έκανα κάμποση ώρα να τον σερβίρω και τελικά τον πλησίασα πολύ αργά και του είπα
“Τι θα πάρετε κύριε;”
“Μπορείς να με λες Κλάνσι”, είπε χαμογελώντας λες και ξεφούρνισε κανέν' αστείο. Εμένα δε μου φάνηκε καθόλου αστείο.
“Τι θα πάρεις Κλάνσι;”, τον ρώτησα εντελώς ανέκφραστος.
“Μια μπύρα”.
Τον σερβίρισα ρουφάει μια γερή γουλιά και ρίχνει μια ματιά ολόγυρα. Δεν τον κοίταζε κανένας αλλά πιάνει έναν που κοιτάζει αδιάφορα αλλού και του λέει χαμογελώντας “Εϊ γεια-χαρά”.
“Ορίστε; χμ! Καλησπέρα... χμ!”
Τότε ο Κλάνσι τον πλησιάζει και τον πιάνει απ' τον ώμο... “Φαίνεσαι καθαρός κι εντάξει οπότε δεν υπάρχει λόγος να εκνευρίζεσαι όταν μιλάς σε μπάτσο... Έχεις φωτιά;”
Το χέρι του πελάτη έτρεμε και χρειάστηκε να πιάσει τον καρπό του με τ' άλλο χέρι για να το συγκρατήσει και ν' ανάψει το τσιγάρο του Κλάνσι... ενώ ο Κλάνσι τον καρφώνει με τα μάτια του και χαμογελάει.
“Χμ! Πρέπει να προλάβω το τρένο...”
“Το επόμενο τρένο θέλει είκοσι λεπτά για να φύγει έχεις καιρό λοιπόν να σε κεράσω ένα ποτό. Πάντα υπάρχει καιρός για κάτι τέτοιο έτσι δεν είναι φίλε;”
“Α ναι χμ! Ευχαριστώ”.
“Πιες λοιπόν το ποτηράκι σου. Και να σου πω... για ένα πράγμα είμαι σίγουρος πως εσύ κι εγώ είμαστε φ ί λ ο ι. Έρχεσαι κάθε βράδυ εδώ πέρα έτσι δεν είναι;”
Το άλλο βράδυ ο Κλάνσι ήταν ο μοναδικός μου πελάτης. Χτύπησα τη μπύρα του απότομα πάνω στον πάγκο.
“Για δες! Φαίνεται πως κάτι σου την έσπασε Μάρτι”.
“Εγώ προσπαθώ να πουλήσω το μαγαζί κι εσύ μου διώχνεις τους πελάτες... Πως να πουλήσω το μπαρ άμα είναι άδειο κι έχει μονάχα ένα μπάτσο μέσα; Για να 'ρθει πελάτης εδώ πέρα θα πρέπει να του 'χει στρίψει”.
“Καλά ρε φίλε μπορεί να σου φέρω μπάτσους για πελατεία”.
“Ποιος μαλάκας θ' αγοράσει ένα μπαρ γεμάτο βρωμόφατσες σαν κι εσάς που μπεκρουλιάζετε και πυροβολείτε τον μπαριτζή;”
Φορούσα τον μαγνητικό μου θώρακα. Δε φοβόμουν ό,τι κι αν έκανε. Σ' ένα ορισμένο επίπεδο καταλαβαίνετε υπάρχουν ορισμένα πράγματα τα οποία υποτίθεται ότι γνωρίζει όποιος ανέρχεται σ' αυτό το επίπεδο. Σίγουρα θα βρήκανε τα σύνεργά μου, στ' αλήθεια ποτέ μου δεν έμαθα ν α γ ρ ά φ ω αυτή τη γλώσσα της γης έκανα εντατικά μαθήματα καταλαβαίνετε όλοι μας έπρεπε ν α γ ε ν ν η θ ο ύ– μ ε εδώ πέρα σαν άνθρωποι ποτέ δε θα ξανάμπαινα εθελοντής σε τέτοια αποστολή μ' όλα αυτά που ακούω στην αναφορά του Κλάνσι.
“Ξεπερασμένος ωρολογιακός μηχανισμός / που δουλεύει βέβαια. Ο μοναδικός οπλισμός φαίνεται πως είναι μια πρωτόγονη συσκευή ακτίνων λέιζερ”.
“Ώστε νομίζεις πως δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος Κλάνσι;”
“Δεν είπα κάτι τέτοιο κύριε. Στην πραγματικότητα με ανησυχεί κύριε”.
“Νόμιζα πως ήταν φ ί λ ο ς σου Κλάνσι”.
“Έτσι νόμιζα κι εγώ κύριε” είπε ο Κλάνσι με θλιμμένο ύφος. Είχε κάτι το παράξενο αυτός ο άνθρωπος κάτι έκρυβε άγνωστα κίνητρα στο κάτω-κάτω που ήθελε να πάει; Από που ήθελε να ξεφύγει; Σε ποιόν ήθελε να πάει; Σε κάποιον κρυφό φ ί λ ο; Ποιος ήταν; Μήπως δεν χρειαζόταν φ ί λ ο υ ς;
“Κλάνσι εγώ ένα πράγμα ξέρω. Δεν έχω εχθρούς. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τους κάνω όλους φ ί λ ο υ ς”.

WILLIAM BURROUGHS
Ο ΑΠΟΛΥΜΑΝΤΗΣ!
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΛΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: