.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΤΡΕΛΟΥ - ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Καλοί μου άνθρωποι, ακούστε με, κακός δεν είμαι, ελάτε,
σιγά, να σας τα πω.
Μια μοίρα με κατάτρεξε. μη με πετροβολάτε.
δεν έφταιξα, πονώ


Στο σταυροδρόμι είχα σταθεί, στην πέτρα είχα καθήσει
για να ξεκουραστώ
Με τα οπαλένια χέρια της έσπερνε γιούλια η δύση
κατά τον Υμηττό.


Τα παληκάρια, οι λυγερές, αδιάκοπα μπροστά μου
περάσματα. Γιορτή.
Και το βιολί μου φάνταζε παρατημένο χάμου
σαν άρρωστη ψυχη.


Κι εγώ ήμουν ο παράξενος, ο λαλητής ο πλάνος,
και σαν εμέ, κανείς.
Για τούτους ήμουν ο τρελός, για κείνους ο ζητιάνος,
για σας ο αδικητής.


Κι οι γνωριμιές μου αφρόντιστα και αγνώριστα γυρίζαν
και όλοι, όλοι βιαστικά.
χαμογελούσαν οι όμορφες εκεί που μ' αντικρύζαν,
καταφρονετικά.


Συρμένη από τη θύμηση του μουσικού βιολιού μου
κι αν κάποτε καμιά
γύρευε σάμπως να σταθεί, τ' αγρίου θολού ματιού μου
την έδιωχνε η φωτιά.


Κάτι έκρυβα στο λογισμό, στην όψη έδειχνα κάτι
που μάκραινε γοργούς
το νιο τον ανοιχτόκαρδο, την κόρη τη δροσάτη
και ξένους και δικούς.


Και πέρασε. Με πλεύρωσε και σα σε δέηση στάθη
και σα γονατιστή.
κι ήρθε σα να 'θελε από με να μάθει και να πάθει, 
και σαν ανατολή.


Έπαιζε με τον πέπλο της φιλώντας το κορμί της
τ' αγέρι του βραδιού.
Τ' ανάβλεμμά της χάιδεμα της νιότης. η φωνή της
ρυθμός του τραγουδιού.


Και ντροπαλή και πρόσχαρη και θαρρεμένη. η χάρη 
της κερασιάς που ανθεί,
του χωραφιού στεφάνωμα και του μαγιού καμάρι,
προτού να τρυγηθεί.


Σαν ήρθε, γιατί έφυγε; και ποιός θα σε χωρίσει
του αποσπερίτη φως
από το βράδυ που φωτάς; Και είχε τα ρόδα η δύση,
τα γιούλια ο Υμηττός.


Ποιό χέρι μου την άρπαξε; Θεός την είχε στείλει;
Δεν έφταιξα. Πονώ.
Δίψα το στόμα μου έκαιγε. Μου δρόσισε τα χείλη
μιας θείας πηγής νερό.


Τ' αχνάρια από τα πόδια της, φωτίσματα καινούρια, 
πίσω της τρέχω, εκεί
τρέχω, όλο τρέχω, ξέσκισα τη σάρκα στα παλιούρια
και μάτωσα τη γη.


Πέστε μου, που είμαι; στο βουνό; στην πολιτεία; στον κάμπο;
Τρελός δεν είμαι εγώ.
Καλοί μου άνθρωποι, ακούστε με. Σπίτι, άνοιξέ μου, να μπω,
κήπε, σε λάχταρώ.


Το ξέρω, να το σπίτι, να! μπήκε απ' εκεί, την είδα,
μα η πόρτα του κλειστή.
Το 'φερα γύρω ολονυχτίς το σπίτι, ψεύτρα ελπίδα,
και μ' ηύρε εδώ κι η αυγή.


Σκυλιά, και με δαγκώσανε, γειτόνοι, και με πήραν
για κλέφτη, για φονιά.
και βάρδιες, και ξυπνήσανε. και δούλοι, και με δείραν,
Θεέ μου! τι απονιά!


Κλέφτης δεν είμαι ούτε φονιάς. Καλοί μου άνθρωποι, ελάτε,
σιγά, να σας τα πω.
Μια μοίρα με κατάτρεξε. μη με πετροβολάτε,
τον ορφανό! Πονώ.


Το φράχτη σύντριψα, στον κήπο μπήκα, τα πουλιά της
τα ξάφνισα, κι εκεί
φίλησα τ' ανθη στη βραγιά, στη γη το πάτημά της.
Κρίμα είν' αυτό, κριτή;


Ήρθα να ιδώ τον ίσκιο της από το παραθύρι
πριν σβήσει το κερί,
τον ίσκιο απ' το κεφάλι της την ώρα που θα γείρει
να γλυκοκοιμηθεί.


Πετροβολάτε με, άνθρωποι, βασάνισέ με, Αράπη,
στη μαύρη φυλακή.
Το φως μου είν' αβασίλευτο. Γνώρισα την Αγάπη,
σ' έζησα πια, ζωή!

Δεν υπάρχουν σχόλια: