.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

ΤΟ ΣΤΡΙΨΙΜΟ ΤΗΣ ΒΙΔΑΣ – HENRY JAMES

Τώρα πια, δεν μπορώ καν να θυμηθώ τι πρόγραμμα είχα καταστρώσει, όταν θα τέλειωναν οι διακοπές και θα έπρεπε να συνεχίσει τις σπουδές του. Ολοι ήμασταν σύμφωνοι πως θα του έδινα εγώ μαθήματα, εκείνο το γοητευτικό καλοκαίρι. Τώρα όμως, νιώθω, πως για κάμποσες εβδομάδες μάλλον εγώ έπαιρνα μαθήματα. Δίδασκα στην αρχή, βέβαια – κάτι που δεν ήταν ανάμεσα στη διδακτέα ύλη της μικρής, ασφυκτικής ζωής μου: έμαθα να διασκεδάζω, ακόμη και να είμαι διασκεδαστική, και να μη σκέφτομαι για την επαύριο. Ηταν η πρώτη φορά, κατά κάποιο τρόπο, που είχα γνωρίσει έκταση, αέρα, ελευθερία, όλη τη μουσική του καλοκαιριού και όλο το μυστήριο της φύσης. Κι έπειτα, με είχαν και σε υπόληψη – και είναι τόσο ευχάριστο να σε έχουν σε υπόληψη. Ω, ήταν μια παγίδα – όχι σκόπιμα, μα ωστόσο βαθιά – για τη φαντασία μου, για την ευαισθησία μου, ίσως για τη ματαιοδοξία μου: για ό,τι και αν ήταν, ήταν πολύ συναρπαστική.
Ο καλύτερος τρόπος για να παραστήσω τη θέση μου, είναι να πω πως ήμουν αμέριμνη. Μου έδιναν τόσο λίγη ενόχληση, ήσαν τόσο εξαιρετικά γλυκά και τα δύο παιδιά. Καθόμουν και στοχαζόμουν – αλλά κι αυτό ακόμη αόριστα και ασυνάρτητα – τι τους επιφύλασσε το τραχύ μέλλον (γιατί πάντα είναι τραχύ το μέλλον!), πως θα τα μεταχειριζόταν κι αν θα τα τραυμάτιζε. Λουλουδίζαν από υγεία και ευτυχία – κι ωστόσο, σαν να κηδεμόνευα δύο μικρούς μεγιστάνες, δύο πριγκιπόπουλα, που για να μην κινδυνεύουν, θα έπρεπε όλα να είναι περιφραγμένα και προφυλαγμένα, φανταζόμουν πως η μόνη μορφή που θα μπορούσε να πάρει το μέλλον γι’ αυτά θα ήτανε μια ρομαντική, μια πραγματικά βασιλική επέκταση του κήπου και του πάρκου. Και φυσικά, πάνω απ’ όλα, να προηγηθεί από τούτη την ξαφνική μεταβολή ένα χρονικό διάστημα γεμάτο από μια γοητεία γαλήνης – εκείνη η σιωπή και ησυχία, που μέσα της κάτι μαζώνεται ή παραμονεύει. Η μεταβολή ήρθε – αλλά σαν πήδημα αγριμιού.
Τις πρώτες εβδομάδες οι μέρες ήταν μακρόσυρτες: συχνά, στα καλύτερά τους, μου χάριζαν αυτό που αποκαλούσα «δική μου ώρα», την ώρα, που αφού έτρωγαν το βραδυνό τους οι μαθητές μου και τους έβαζα να κοιμηθούν, είχα, πριν να πλαγιάσω κι εγώ, λίγη ώρα για να μείνω μονάχη. Οσο κι αν τους αγαπούσα, αυτή η ώρα ήταν η καλύτερη της μέρας μου. Και περισσότερο απ’ όλα μου άρεσε, καθώς το φως της ημέρας αδυνάτιζε – ή μάλλον, θα έλεγα, καθώς η μέρα χασομερούσε, κι αντηχούσαν οι τελευταίες φωνούλες των τελευταίων πουλιών από τα γέρικα δέντρα, μέσα σ’ έναν κόκκινο ουρανό. Οταν μπορούσα να κάνω ένα γύρο στην περιοχή, και να χαρώ, σχεδόν με ένα αίσθημα κυριότητας, που με διασκέδαζε και με γοήτευε, την ομορφιά και την αξιοπρέπεια αυτής της διαμονής. Ηταν μια ευχαρίστηση, εκείνες τις στιγμές, να αισθάνομαι ήρεμη και διακιωμένη – ίσως ακόμη, ασφαλώς να στοχάζομαι πως με τη σύνεσή μου, με την ήρεμη ευθυκρισία μου, και γενικά με τη συμπεριφορά μου, έκανα ευχαρίστηση – αν ποτέ πήγαινε σ’ αυτό ο νους του! – στο πρόσωπο που στην πίεση του είχα ανταποκριθεί. Αυτό που έκανα εδώ, ήταν αυτό που ήλπιζε και που μου είχε ζητήσει – και το ότι μπορούσα να το κάνω, ήταν για μένα μια χαρά μεγαλύτερη απ’ όσο περίμενα. Με δυό λόγια, θεωρούσα πως ήμουν σπουδαία κοπέλλα, και με τόνωσε η πεποίθηση πως αυτό θα γινόταν ευρύτερα γνωστό. Ναι, έπρεπε να είμαι σπουδαία, για να αντιμετωπίσω τα σπουδαία γεγονότα, που δεν άργησαν να φανερώσουν τα πρώτα τους σημάδια.
Εγινε ξαφνικά, ένα δειλινό, καταμεσής της αγαπημένης ώρας μου: είχα βάλει τα παιδιά να πλαγιάσουν και βγήκα για τον περίπατό μου. Μια από τις ιδέες μου – που δεν διστάζω καθόλου να τη γράψω – σ’ αυτούς τους περιπάτους, ήταν πως θα ‘ταν συναρπαστικό, σαν μέσα σε ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα, να ανταμώσω κάποιον ξαφνικά. Κάποιος να εμφανιζόταν μπροστά μου, στη στροφή κάποιου δρομάκου, να σταθεί, να μου χαμογελάσει και να επιδοκιμάσει. Τίποτε περισσότερο δεν ζητούσα – ζητούσα μονάχα να είναι εν γνώσει, και ο μόνος τρόπος για να είμαι βέβαιη πως είναι εν γνώσει, θα ήταν να το δω να καθρεφτίζεται πάνω στο ωραίο του πρόσωπο.
Αυτό ακριβώς είχα στο νου μου – θέλω να πω, το πρόσωπο – όταν, την πρώτη φορά που έλαχε, στο τέλος μιας μακρόσυρτης μέρας του Ιουνίου, σταμάτησα απότομα καθώς βγήκα από ένα σύδεντρο και αντίκρισα το σπίτι. Αυτό που με σταμάτησε επί τόπου – και με έναν κλονισμό πολύ μεγαλύτερο από ό,τι θα ταίριαζε για οποιαδήποτε οπτασία – ήταν το συναίσθημα πως η φαντασία μου έγινε, αστραπιαία, πραγματικότητα. Στεκόταν εκεί! – αλλά ψηλά, πέρα από το γρασίδι και στην κορφή του πύργου, σ’ αυτόν που με είχε πάει, εκείνο το πρώτο πρωινό η Φλωρούλα. Αυτός ο πύργος ήταν ό ένας από ένα ζευγάρι – τετράγωνα παράταιρα οικοδομήματα με επάλξεις – που τους ξεχώριζαν, για κάποιο λόγο, σε καινούριον και σε παλαιό, αν και δεν έβλεπα καμιά σχεδόν διαφορά μεταξύ τους. Βρίσκονταν σε δύο γωνιές του σπιτιού, και ήσαν πιθανότατα αρχιτεκτονικοί παραλογισμοί, συγχωρητέοι ως ένα βαθμό, επειδή δεν προεξείχαν εντλώς από την κύρια οικοδομή, κι επειδή το ύψος τους δεν ήταν υπερβολικά επιδεικτικό: χρονολογούνταν, με την τουρτοειδή τους αρχαιοπρεπή εμφάνιση, από μια ρομαντική αναβίωση, που είχε κιόλας σεβάσμιο παρελθόν. Τους θαύμαζα, μου άρεσαν, γιατί σε όλους μας κάτι λέγανε, προπάντων όταν θαμποφαίνονταν το σούρουπο – με το μεγαλείο των επάλξεών τους. Ωστόσο, το πρόσωπο που τόσες φορές είχα ποθήσει την εμφάνισή του, δεν φαινόταν να είναι στην κατάλληλη θέση, σε τόσο ύψος.
Αυτή η εμφάνιση, μέσα στο φωτεινό δειλινό, μου προξένησε θυμάμαι, δύο ξεχωριστά ξαφνιάσματα, συγκλονίζοντας με: το ξάφνιασμα από την πρώτη και το ξάφνιασμα από την δεύτερη έκπληξή μου. Η δεύτερη ήταν μια βίαιη αντίληψη του λάθους της πρώτης: ο άνθρωπος που διασταύρωσε τη ματιά μου δεν ήταν το πρόσωπο που είχα βιαστεί να υποθέσω. Ετσι, έχω πάθει μια οπτική σύγχυση, και ύστερα από τόσα χρόνια δεν μπορώ να ελπίζω πως είμαι σε θέση να δώσω μια ζωντανή περιγραφή της. Ενας άγνωστος άντρας σε ένα ερημικό μέρος, είναι επιτρεπτέο αντικείμενο φόβου για μια κοπέλα που ανατράφηκε περιορισμένη: αυτός που αντίκριζα, έμοιαζε τόσο λίγο – όπως με βεβαίωσαν λίγα δευτερόλεπτα ακόμη – με οποιονδήποτε άλλον που γνώριζα όσο και με την εικόνα που είχα βάλει στο νου μου. Δεν τον είχα δει στην οδό Χάρλεϋ – πουθενά δεν τον είχα δει. Ξέχωρα, το μέρος, κατά τον πιο παράξενο τρόπο που υπάρχει στον κόσμο, είχε γίνει την ίδια στιγμή, και από το γεγονός και μόνο της εμφάνισής του, μια ακατοίκητη μοναξιά. Για μένα τουλάχιστον, και το δηλώνω αφού το συζήτησα με τον εαυτό μου όσο ποτέ, ξανάρχισε στο ακέραιο το συναίσθημα εκείνης της στιγμής. Ηταν, όσο το συνειδητοποιούσα – ό,τι κι αν συνειδητοποιούσα – σαν να είχε νεκρωθεί όλο το άλλο περιβάλλον. Ακούω ακόμη τώρα, όσο γράφω, την απόλυτη σιωπή, σ’ αυτή που είχαν καταλαγιάσει όλοι οι θόρυβοι του δειλινού. Οι κουρούνες σταμάτησαν να κρώζουν πάνω στο χρυσαφή ουρανό, και η φιλική μου ώρα, εκείνη τη στιγμή, έχασε όλη τη φωνή της. Αλλά δεν έγινε άλλη αλλαγή στη φύση, εκτός αν ήταν μια αλλαγή που έβλεπα με πιό παράξενη διορατικότητα. Ο ουρανός ήταν ακόμη χρυσαφής, η ατμόσφαιρα καθαρή, κι ο άνθρωπος που με κοίταζε από τις επάλξεις ήταν ξεκάθαρος σαν κορνιζαρισμένη εικόνα. Κι έτσι μπόρεσα να σκεφθώ με καταπληκτική ταχύτητα, κάθε πρόσωπο που θα μπορούσε να ήταν, και που δεν ήταν. Κοιταχτήκαμε, από την απόσταση που μας χώριζε, αρκετήν ώρα, ώστε να αναρωτηθώ έντονα ποιός ήταν, και να νιώσω, σαν αποτέλεσμα της ανικανότητάς μου να βρω ποιός ήταν, μια κατάπληξη που ύστερα από λίγες στιγμές έγινε πιο έντονη.
Το σπουδαίο ζήτημα, ή ένα από τα ζητήματα, σχετικά με ορισμένα συμβάντα, είναι, το ξέρω, πόσο έχουν διαρκέσει. Λοιπόν, αυτό εδώ – και μπορείτε να σκεφθείτε ό,τι θέλετε – κράτησε όσο έβαζα στου νου μου καμιά ντουζίνα δυνατότητες, που καμιά δεν με φώτισε, πως βρισκόταν στο σπιτι – και από τότε, πάνω απ’ όλα; - κάποιος που αγνοούσα την ύπαρξή του. Κράτησε όσο ταράχθηκα λιγάκι στην ιδέα πως η υπηρεσία μου απαιτούσε να μην υπάρχει άγνοια και τέτοιο πρόσωπο. Κράτησε, πάντως. Όσο αυτός ο επισκέπτης – και υπήρχε μια χροιά παράξενης απρέπειας, όπως θυμάμαι, στο τεκμήριο οικειότητας του να μη φορεί καπέλο – φαινόταν να με κοιτάζει, από τη θέση του, μέσα στο φως που άρχιζε να λιγοστεύει, με την ίδια απορία, με την ίδια προσεκτική εξέταση, που μου είχε προκαλέσει η παρουσία του.
Μας χώριζε μεγάλη απόσταση για να φωνάξουμε ο ένας τον άλλον, αλλά ήταν κάποια στιγμή, που σε μικρότερη απόσταση, μια πρόκληση αναμεταξύ μας, σπάζοντας τη σιωπή, θα ήταν η σωστή έκβαση για το αμοιβαίο επίμονο κοίταγμά μας. Στεκόταν σε μια από τις γωνίες του πύργου, την πιο μακρινή από το σπίτι, ολόισιος, όπως μου φάνηκε, και με τα δυό του χέρια πάνω στο πεζούλι. Ετσι τον είδα, όπως βλέπω τώρα τα γράμματα που γράφω σε αυτή τη σελίδα. Επειτα, ακριβώς ύστερα από ένα λεπτό, σαν να συμπληρώνει το θέαμα, άλλαξε θέση, αργοπερνώντας στην αντίθετη γωνιά, κοιτάζοντάς με εντατικά όλο το διάστημα. Ναι, είχα το εντονότατο συναίσθημα, πως σ’ αυτό το διάστημα δεν αποτράβηξε ούτε στιγμή τη ματιά του από πάνω μου, και βλέπω ακόμη τούτη τη στιγμή το χέρι του να περνάει από τη μια έπαλξη στην κατοπινή. Σταμάτησε στην άλλη γωνία, αλλά λιγότερη ώρα, κι ακόμη όταν γύρισε να φύγει εξακολουθούσε να έχει τη ματιά του στυλωμένη πάνω μου. Εφυγε, κι αυτό ήταν όλο.

HENRY JAMES
ΤΟ ΣΤΡΙΨΙΜΟ ΤΗΣ ΒΙΔΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΟΣΜΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ


Δεν υπάρχουν σχόλια: