.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2009

Η ώρα που μάκραιναν οι σκιές - ΚΟΡΜΑΚ ΜΑΚΚΑΡΘΙ

Κατά το σούρουπο σέλωσε το άλογό του και κάλπασε προς τα δυτικά, πέρα από το σπίτι. Ο αέρας είχε πέσει πολύ κι έκανε δυνατό κρύο και ο ήλιος έδυε κόκκινος σαν αίμα, και ελλειπτικός, πίσω από την παρυφή ενός πορφυρού σύγνεφου που βρισκόταν μπροστά του. Κάλπασε προς τα εκεί όπου διάλεγε πάντα να καλπάζει: εκεί όπου η δυτική καμπή του παλιού δρόμου των Κομάντσι, κατεβαίνοντας από την περιοχή της Αϊόβα στα βόρεια, περνούσε μέσ' από το δυτικότερο τμήμα του ράντσου και μπορούσες να δείς το αμυδρό του χνάρι να κατευθύνεται  νότια, πέρα από τον απέραντο χερσότοπο, που εκτείνεται ανάμεσα στη βόρεια και τη μεσαία καμπή του ποταμού Κόνχος. Διάλεγε πάντα αυτή την ώρα, την ώρα που μάκραιναν οι σκιές και ο αρχαίος δρόμος διαγραφόταν μπροστά του μέσα στο αχνορόδινο και πλάγιο φως, σαν όνειρο του παρελθόντος, όπου τα βαμμένα πόνι και οι καβαλάρηδες της χαμένης εκείνης φυλής κατέβαιναν από το βορρά, με τα πρόσωπα ζωγραφισμένα και τα  μακριά τους μαλλιά πλεγμένα κοτσίδες, όλοι οπλισμένοι για τον πόλεμο, που ήταν η ζωή τους, και οι γυναίκες και τα παιδιά, και γυναίκες με παιδιά στο βυζί τους, έχοντας δώσει όλοι τους όρκο αίματος, εξαργυρώσιμο μόνο με αίμα. Οταν φυσούσε βοριάς μπορούσες να τους ακούσεις, τ' άλογα και την ανάσα των αλόγων και τις οπλές των αλόγων, πεταλωμένες με ακατέργαστα δέρματα, και το κροτάλισμα από τα δόρατα και το αδιάκοπο σύρσιμο από τα ινδιάνικα έλκυθρα πάνω στην άμμο, λες και περνούσε κάποιο τεράστιο φίδι, και τα μικρά αγόρια γυμνά πάνω σε άγρια άλογα, γεμάτα σιγουριά όπως οι καβαλάρηδες στο τσίρκο, να κεντρίζουν τα άγρια άλογα που ήταν μπροστά τους, και τα σκυλιά που έτρεχαν με τη γλώσσα έξω, και τους ημίγυμνους σκλάβους που ακολουθούσαν πεζοί και βαριά φορτωμένοι, και πάνω απ' όλα το χαμηλόφωνο ταξιδιωτικό τραγούδι τους, που οι καβαλάρηδες τραγουδούσαν καθώς ίππευαν, φυλή και πνεύμα της φυλής, που περνούσαν σαν απαλή χορωδία μέσα απ' αυτή την άγονη έρημο, αφανείς, σβησμένοι από κάθε ιστορία και κάθε μνήμη, παρόμοιοι με ιερό σύμβολο που συνόψιζε τις δίχως Θεό, εφήμερες και βίαιες ζωές τους.
....................................................................................................................................................................
............................................................................................
Γύρισε πίσω ιππεύοντας μέσα στο σκοτάδι. Το άλογο τάχυνε το βήμα του. Πίσω του το τελευταίο φως της μέρας απλώθηκε αργά σαν βεντάλια πάνω στην πεδιάδα και τραβήχτηκε ξανά κάτω από τα πέρατα της γης αφήνοντας μια δροσερή κυανή σκιά, λυκόφως και ρίγος, και μερικά τελευταία τιτιβίσματα πουλιών μέσ' από τους άγριους θάμνους. Διέσχισε ξανά το  παλιό μονοπάτι και έπρεπε να στρίψει το πόνι προς τα πάνω, προς την πεδιάδα και το σπίτι. Οι πολεμιστές όμως θα συνέχιζαν να καλπάζουν μέσα σ' αυτό το σκοτάδι με το οποίο είχαν γίνει ένα, κροταλίζοντας  -ελλείψει άλλης υπόστασης- τα πολεμικά τους σύνεργα της λίθινης εποχής και τραγουδώντας απαλά με θέρμη και νοσταλγία, πηγάινοντας νότια μεσ' από τις πεδιάδες, προς το Μεξικό.

ΟΛΑ ΤΑ ΟΜΟΡΦΑ ΑΛΟΓΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΛΕΚΟΣ ΜΠΕΝΡΟΥΜΠΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: