.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

ΤΟ ΦΟΝΙΚΟ - ΚΟΡΜΑΚ ΜΑΚΚΑΡΘΥ

Στην αρχή του οροπεδίου υπήρχε μια κατολίσθηση από βράχια. Εκεί πέρασαν τη νύχτα τους, κι εκεί συνέβη και το φονικό στο οποίο αναφέρθηκε η προφητεία. Ο λευκός Τζάκσον είχε μεθύσει στο Γιάνος και βρισκόταν δύο μέρες τώρα με κατακόκκινα μάτια, βαρύς κι αμίλητος. Καθόταν τώρα αναμαλλιασμένος δίπλα στη φωτιά με βγαλμένες τις μπότες του, κι έπινε από 'να φλασκί διάφορα αποστάγματα από οινόπνευμα, περιστοιχισμένος από τους συντρόφους του, τα αλυχτήματα των λύκων και τη νύχτα την ίδια. Κι έτσι καθόταν όταν στη φωτιά πλησίασε ο νέγρος. Απλωσε κάτω τη νιτσεράδα του, κάθισε και καταπιάστηκε να γεμίζει την πίπα του.
Στη στρατοπέδευση αυτή είχαν ανάψει δύο φωτιές και δεν υπήρχαν κανόνες γραφτοί ή άγραφτοι για το ποιος μπορούσε να χρησιμοποιήσει ποια. Αλλά όταν ο λευκός σήκωσε το βλέμμα του κι είδε ότι στην άλλη φωτιά καθόντουσαν οι ινδιάνοι Ντελαγουέρ, ο Τζον Μακ Γκιλ και οι νιόφερτοι στην ομάδα, και έτρωγαν εκεί, απαίτησε από το νέγρο με τραχιά χειρονομία και βλαστήμια να φύγει και να πάει με τους άλλους.
Εδώ όμως δε λειτούργησε η ανθρώπινη κρίση, και συμφωνίες ή λόγοι ήταν πολύ εύθραυστα. Ο νέγρος σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε μέσα από τον καπνό της πίπας του. Γύρω από την φωτιά κάθονταν άντρες που τα μάτια τους λαμπύριζαν σαν κάρβουνα πυρακτωμένα που τα 'χαν χώσει μέσα στις κόχες τους, κι άλλοι που το βλέμμα τους ήταν σβηστό, αλλά τα μάτια του νέγρου στυλώθηκαν πάνω στον λευκό σαν διάδρομοι μέσα από τους οποίους πηγαινοερχόταν η γυμνή και ανεπανόρθωτη νύχτα μ' ό,τι υπήρχε εκεί και ό,τι επρόκειτο ακόμα να 'ρθει. Ο καθένας σ' αυτή την ομάδα μπορεί να κάθεται όπου του αρέσει, είπε.
ο λευκός τίναξε το κεφάλι, το 'να μάτι μισόκλειστο, το χείλι να κρέμεται. Η ζωστήρα με το όπλο βρισκόταν δίπλα του. Απλωσε το χέρι τράβηξε το περίστροφο και σήκωσε τον κόκορα. Τέσσερις από τους άντρες που καθόντουσαν εκεί δίπλα σηκώθηκαν και απομακρύνθηκαν.
-Πρόκειται να μου ρίξεις; ρώτησε ο νέγρος.
-Αν δεν πάρεις αποδώ το μαυρόκωλό σου, όχι μόνο θα σου ρίξω, αλλά θα σου βάλω και την ταφόπετρα ο ίδιος.
Γύρισε και κοίταξε στο μέρος που καθόταν ο Γκλάντον.
Αυτός απλώς τους παρατηρούσε. εβαλε την πίπα στο στόμα του, και σηκώθηκε.
-Είναι η τελευταία σου κουβέντα;
-Δεν έχει πιο τελευταία.
Ο νέγρος κοίταξε άλλη μια φορά προς το σημείο που καθόταν ο Γκλάντον, και μετά απομακρύνθηκε μες στο σκοτάδι. Ο λευκός κατέβασε τον κόκορα από το περίστροφο και το ακούμπησε στο έδαφος δίπλα του. Δύο από αυτούς που είχαν φύγει επέστρεψαν στη φωτιά και στέκονταν τώρα αμήχανοι. Ο Τζάκσον καθόταν με τα πόδια σταυρωμένα. Το 'να του χέρι ήταν πεσμένο ανάμεσα στα σκέλια του και τ' άλλο ακουμπισμένο πάνω στο γόνα του, κρατούσε ένα μακρύ μαύρο πούρο. Ο πλησιέστερος άντρας ήταν ο Τόμπιν κι όταν ο νέγρος βγήκε μέσα από το σκοτάδι κρατώντας την τεράστια κυνηγετική κάμα με τα δυο του χέρια, σαν κάποιο τελετουργικό όργανο, ο Τόμπιν ξεκίνησε να σηκωθεί αποκεί που καθόταν. Ο λευκός τον κοίταξε μέσα στο μεθύσι του κι ο νέγρος έκανε ένα βήμα και με μια κίνηση του πήρε το κεφάλι.
Δύο χοντροί και δύο λεπτότεροι πίδακες ζεστό αίμα ξεπετάχτηκαν σαν φίδια από τον κομμένο σβέρκο και κάνοντας ένα τέλειο τόξο πέσανε τσιρίζοντας μέσα στη φωτιά. Το κομμένο κεφάλι κύλησε στο πλάι κι ήρθε και στάθηκε στα πόδια του Τόμπιν. Εμεινε εκεί ακίνητο με τα μάτια ανοιχτά και έντρομα. Ο Τόμπιν τίναξε το πόδι του μακριά, σηκώθηκε και απομακρύνθηκε. Η φωτιά άτμιζε τώρα κι είχε μαυρίσει, κι έβγαζε ένα πυκνό γκρίζο σύννεφο καπνού, κι οι πίδακες από το αίμα άρχισαν να ελαττώνονται σιγά σιγά μέχρις ότου εκεί μόνο ο λαιμός κόχλαζε λίγο αίμα σαν το βραστό που σιγοβράζει στη φωτιά και στο τέλος σταμάτησε κι αυτό. Ο λευκός Τζάκσον παρέμεινε στην ίδια θέση με το πουράκι στο χέρι, γεμάτος αίματα και χωρίς κεφάλι, γέρνοντας τώρα ελαφρά προς το σκοτεινό και γεμάτο κανπνούς θυσιαστήριο που πριν λίγες στιγμές του είχε πάρει τη ζωή.
Ο Γκλάντον σηκώθηκε από τη θέση του. Οι υπόλοιποι άντρες απομακρύνθηκαν σιωπηλοί. Οταν με την αυγή ξεκίνησαν, ο ακέφαλος άντρας καθόταν ακόμα στην ίδια θέση σαν το κουφάρι κάποιου αναχωρητή, λίγη σάρκα και πολλή στάχτη. Κάποιος είχε πάρει το περίστροφό του αλλά οι μπότες του είχαν μείνει εκεί που τις είχε αφήσει.

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: ΜΑΤΟΒΑΜΜΕΝΟΣ ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΟΣ
ΤΟΥ ΚΟΡΜΑΚ ΜΑΚ ΚΑΡΘΙ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΠΗΛΙΟΣ ΜΕΝΟΥΝΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ Σ. Ι. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΙΑ Ο.Ε.