.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010

Art Pepper – GEOFF DYER


Τεμπελιάζει στο προαύλιο, εκεί που κάνουν γυμναστική, δίπλα σε μια μικρή ομάδα μαύρων φυλακισμένων. Οι τοίχοι ρίχνουν σύνορα σκιάς πάνω στο προαύλιο, κι αυτά επεκτείνονται ανεπαίσθητα προς το έδαφος, μια σταδιακή προώθηση μέσα στην αντηλιά.
“Αυτό είναι με τη φυλακή”, λέει μια φωνή στα δεξιά του. “Ακόμη κι όταν είσαι έξω, είσαι μέσα”.
Γυρίζει και κοιτάζει τον τύπο που του μίλησε. Ενας μαύρος που δεν τον έχει ξαναδεί, ένας απ' αυτούς που τον φοβούνται όλοι, που κανείς δεν του την μπαίνει. Το δέρμα του να ρουφάει όλο το φως της μέρας, τα μάτια του να καίνε στην αντηλιά. Ο Αρτ δεν τον κοιτάζει στα μάτια.
“Είσαι ο Αρτ Πέπερ”.
“Ναι”.
“Ο μουσικός”
“Ναι”.
“Αλτο. Ο μεγάλος σαξοφωνίστας, που παίζει τρομερό άλτο”.
“Μάλλον”.
“Και ο πρεζάκιας”.
“Κι αυτό”.
Ο μαύρος κοιτάζει τον Αρτ, και το πρόσωπό του που δεν δείχνει τίποτα, ψάχνοντας να βρει που κρύβεται το πνεύμα του. Κοιτάζει τα μάτια του, ήδη διάστικτα με το γκρίζο της ήττας.
“Σ' έχω ακούσει να παίζεις κάμποσες φορές”.
“Στο Λος Αντζελες;”
“Ναι. Επαιζες πολύ καλά”.
“Ευχαριστώ”.
“Για λευκός”.
Κοιτάζει προσεκτικά τον Αρτ καθώς το λέει αυτό, αλλά το πρόσωπό του δεν προδίδει τίποτα, ούτε φόβο ούτε πείσμα ούτε περηφάνια, τίποτα. Το σώμα του έχει πλέον γίνει ένα είδος κελιού. Ολ' αυτά τα χρόνια στη φυλακή σημαίνουν ότι έχει αναπτύξει ένα τρόπο να κρύβει τον εαυτό του ώστε όταν τον μαχαιρώνουν να μην αγγίζονται τα ζωτικά του όργανα. Το πρόσωπό του είναι κενό σαν τους τοίχους της φυλακής. Αυτή η έκφραση είναι ο καλύτερος τρόπος να τον αφήνουν μόνο. Αργότερα, ο τόνος του θα εξελίξει κι ένα στοιχείο αυτής της ιδιότητάς, του να προστατεύεις τον εαυτό σου, που πάντα κλείνεται μέσα στην ίδια της την τελειότητα. Από δω και πέρα, ό,τι παίζει θα έχει το άγγιγμα της θλίψης της φυλακής, και όσα έμαθε μέσα σ' αυτήν.
“Σου λείπει το παίξιμο;”
“Ναι”.
“Πόσος καιρός πάει;”
Ο Αρτ κουνάει το κεφάλι, σχεδόν χαμογελά.
Ο μαύρος τύπος μιλάει σ' έναν λεπτοκαμωμένο τύπο με άφρο χτένισμα και φοβισμένα μάτια που απομακρύνεται μέσα στο προαύλιο. Μερικά λεπτά αργότερα επιστρέφει μ' ένα παλιωμένο άλτο. Ο πρώτος το πιάνει και το παραδίδει στον Αρτ.
“Ταξίδεψέ μας”.
“Δεν το 'χω πιάσει εδώ κι ένα χρόνο”.
“Ε, τώρα ήρθε η ώρα”.
“Δεν ξέρω αν μπορώ ακόμη να παίξω”.
“Μπορείς να παίξεις”.
Κρατάει το σαξόφωνο στην αγκαλιά του. Το σηκώνει σε κάθετη θέση, και νιώθει τα πλήκτρα να κροταλίζουν ανάμεσα στα κουμπιά της στολής του. Η σκιά έχει συρθεί πολύ κοντά του, κι εκείνος αφήνει τον ήλιο και πάει στη δροσιά. Αφου ζεσταίνεται με μερικές κλίμακες, αρχίζει να παίζει μια απλή μελωδία, κάτι που ξέρει καλά, κάτι που μπορεί να το παίξει διαισθητικά, για να συνηθίσει το στόμιο, το δακτυλισμό. Παίζει αργά. Δύο τύποι κοντά του αρχίζουν να χτυπούν τα δάχτυλά τους, βλέπει ένα πόδι να κουνιέται ελαφρά στο φωτεινό κομμάτι της αυλής.
Για μερικά λεπτά παίζει μόνο τη μελωδία, ύστερα αρχίζει να την εγκαταλείπει, πρώτα με προσοχή, για να μη χαθεί. Ακούει κάποιον να λέει τ' όνομά του, συνειδητοποιεί ότι όλο και πιο πολύς κόσμος μέσα στο προαύλιο τον ακούει, και το σούσουρο των φωνών καταλαγιάζει. Υπάρχει μια τελειότητα στο χώρο, έτσι που έχουν απλωθεί οι φυλακισμένοι μέσα στην αυλή. Αν και παίζει ακόμη τη μελωδία, είναι λες και σταδιακά κλείνεται μέσα της κι έχει όλο και λιγότερο χώρο να κινηθεί, μέχρι που το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να φωνάξει, και να τη διαλύσει, όπως κάποιος που χτυπάει το κεφάλι του στους τοίχους του κελιού του.
Ένας από τους κατάδικους ψιθυρίζει ότι είναι σαν ν' ακούς το πνεύμα ενός ανθρώπου, σαν να το χτυπούν για να βγει. Δίπλα του, ένας γέρος Νέγρος κουνάει το κεφάλι του:
“Οχι, θα τα σπάσει τα δεσμά του”.
Μετά από ένα χείμαρρο όλο στριμμένες νότες, είναι λες και το σόλο δεν έχει που αλλού να πάει. Κανείς δεν κουνιέται, οι κατάδικοι στέκονται εκεί που είναι, τον περικυκλώνουν σαν τον παλαιστή που τον έριξαν νοκάουτ, και παλεύει να έρθει στα καλά του για να συνεχίσει. Φτύνοντας ενωμένες νότες σαν σπασμένα δόντια, προετοιμάζεται να σηκωθεί πάνω στη σκάλα μόλις μετρήσει ο διαιτητής. Ακούγοντας, οι φυλακισμένοι ξέρουν ότι το παίξιμό του μιλάει για κάτι που δεν είναι ψηλότερο αλλά βαθύτερο από την αξιοπρέπεια, τον αυτοσεβασμό, την περηφάνια, ή την αγάπη – πιο βαθύ και από το πνεύμα: την απλή προσαρμοστικότητα του σώματος. Πολλά χρόνια μετά, όταν το σώμα του θα έχει γίνει μια ανεκτική αποθήκη πόνου, ο Αρτ θα θυμάται το μάθημα της ημέρας: αν μπορεί να σταθεί όρθιος, τότε μπορεί και να παίξει, και αν μπορεί να παίξει, τότε μπορεί να παίξει υπέροχα.
Για μερικές στιγμές μπερδεύεται, αγνοώντας τι παίζει, κολλώντας τον όγδοο με τον ένατο χτύπο του μέτρου. Και τότε, συγκεντρώνοντας όλη του την ενέργεια, ψάχνει την πιο ψηλή νότα, την φτάνει -ίσα ίσα- και εκτινάσσεται μακριά. Στην κορυφή του άλματος, πριν τον καλέσει πίσω η βαρύτητα, υπάρχει μια στιγμή απόλυτα αβαρής – λαμπερή, καθαρή, ήρεμη- και ύστερα πεφτει και πάλι, διαγράφοντας ένα θαυμάσιο καμπυλωτό τόξο, που καταλαγιάζει μέσα στον βαθύ στεναγμό των μπλουζ. Και οι κατάδικοι καταλαβαίνουν ότι γι' αυτό επρόκειτο εξαρχής – ένα όνειρο πτώσης.
Οταν τελειώνει, είναι ιδρωμένος. Κουνάει ανεπαίσθητα το κεφάλι, τόσο λίγο που μοιάζει με τικ σε αργή κίνηση. Γύρω του μονάχα η σιωπή των φυλακισμένων που τον ακούν. Οχι μόνο των φυλακισμένων. Υπάρχει και η γκρίζα ησυχία των φρουρών που κοιτάνε. Ενα γκλοπ που χτυπάει τέσσερα τέταρτα στην παλάμη ενός χεριού. Πόδια που κουνιούνται ρυθμικά μέσα σε σκληρά παπούτσια, το σιωπηλό βογκητό των χαλικιών πάνω στο τσιμέντο. Σύντομα, ούτε καν αυτό.
Κανένα χειροκρότημα. Κάθε δευτερόλεπτο μοιάζει με τη στιγμή πριν ακουστεί η πρώτη κρούση της μιας παλάμης στην άλλη. Αλλά αντι γι' αυτό υπάρχει μια παρατεταμένη νότα σιωπής, τεντωμένη εξωπραγματικά, σαν νοερό βάραθρο. Ολοι πλέον αντιλαμβάνονται τη σιωπή στο προαύλιο, το ξεφύσημα μιας ατμομηχανής μέσα στο εργαστήριο της φυλακής. Αντιλαμβάνονται επίσης ότι αυτή η σιωπή είναι μια εκτίμηση της μουσικής, μια πράξη συλλογικής θέλησης, ότι υπάρχει πάντα μια αναπόφευκτη αξιοπρέπεια στη σιωπή, ότι μια φωνή ή μια κραυγή μπορεί πολύ εύκολα να την καταστρέψει. Η σιωπή είναι επίσης κάτι ορατό, αιχμαλωτισμένο στο χρόνο. Κανείς δεν κινείται γιατί, προκειμένου να υπάρξει σιωπή σ' ένα μέρος σαν αυτό, ο χρόνος πρέπει να σταματήσει. Κάτι πρέπει να συμβεί για να σπάσει τη σιωπή, και να αποδεσμεύσει το χρόνο. Οι φρουροί νιώθουν την αυξανόμενη ένταση των στιγμών που έχουν στοιβαχτεί η μια πάνω στην άλλη σαν αυτοσχέδιο οδόφραγμα: αν προσπαθήσουν να το περάσουν, θα 'ναι σαν να προκαλούν εξέγερση. Οπότε περιμένουν. Η ησυχία γίνεται πνιγερή. Οσο περισσότερο βράζει τόσο πιο βίαιη θα είναι η έκρηξη ήχου που σίγουρα θ' ακολουθήσει. Από τη σιωπή στην οχλαγωγία του μετάλλου, των φωνών, της φωτιάς. Ενα απλό “κλικ” στην ασφάλεια του όπλου θα ήταν αρκετό για να ξεκινήσουν όλ' αυτά, σαν το πρώτο “τικ” του ρολογιού που ξαναμπαίνει σε λειτουργία, και πυροδοτεί το χρόνο. Η σιωπή είναι σαν ένας αργά επεκτεινόμενος ορίζοντας, μια μακρινή θέα, που κάνει τους τοίχους της φυλακής ασήμαντους και ευτελείς. Ο διευθυντής της φυλακής, απαρατήρητος και ανοίκειος, έχει βγει από το γραφείο του και στέκεται ήσυχα στη σκιά.
Οι φυλακισμένοι σχηματίζουν έναν χάρτη, οι καμπύλες τις οποίες διαγράφει η ματιά τους περικλείουν τη χλομή μορφή που ανασαίνει σιγά, κρατώντας στα χέρια το σκουριασμένο άλτο, και σηκώνει το χέρι προς το στόμα, καθαρίζοντας το λαιμό της.

GEOFF DYER
ΚΙ ΟΜΩΣ, ΟΜΟΡΦΑ...
Ενα βιβλίο για την Τζαζ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΔΑΝΑΗ ΣΤΕΦΑΝΟΥ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΠΥΡΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: