.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 6 Ιουνίου 2010

ΕΝΑΣ ΒΟΥΔΙΣΤΙΚΟΣ ΜΥΘΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ


Η Κρισναγκαουτάμι ή Γκαουτάμι ή λεπτή, που ονομαζόταν έτσι για την αδυναμία της, γεννήθηκε από φτωχή οικογένεια, κι όταν παντρεύτηκε την κακομεταχειρίζονταν οι συγγενείς του γαμπρού γι' αυτό το λόγο. Οταν όμως γέννησε ένα γιό τότε σταμάτησε η δυστυχία της και τη σέβονταν και την τιμούσαν. Να όμως που το παιδί όταν μεγάλωσε αρρώστησε και πέθανε. Η Κρισναγκαουτάμι δε γνώριζε το θάνατο και έδιωξε αυτούς που ήρθαν να πάρουν το παιδί της.
Πήρε το μικρό πτώμα στην αγκαλιά και πήγαινε από σπίτι σε σπίτι ζητώντας ένα φάρμακο για το θάνατο του παιδιού της. Ο κόσμος έλεγε: “Εχασες το μυαλό σου, γυναίκα, που ψάχνεις φάρμακο για το θάνατο του παιδιού σου”. Αλλά αυτή έλεγε μέσα της: “Θα βρω κάποιον που θα μου δώσει κάποιο φάρμακο για το θάνατο του παιδιού μου”.
Στο τέλος συναντά ένα σοφό που της λέει:
“εγώ δε γνωρίζω κανένα φάρμακο κόρη μου, αλλά ξέρω κάποιον που γνωρίζει”.
“Και ποιός το γνωρίζει Κύριε;”
“Ο Δάσκαλος το γνωρίζει κόρη μου. Πήγαινε σ' Αυτόν και ρώτα τον”.
Κι αυτή πήγε στο Δάσκαλο και του είπε:
“Γνωρίζεις ένα φάρμακο για το θάνατο του παιδιού μου;”
“Ναι γνωρίζω ένα. Πάρε λίγο σινάπι σε κόκκους”.
“Θα τους πάρω, Κύριε”.
“Πρέπει όμως να τους βρεις σ' ένα σπίτι όπου δεν πέθανε ούτε ο πατέρας, ούτε μητέρα, ούτε κόρη, ούτε γιός, ούτε άλλο άτομο”.
Αυτή είπε: “Εν τάξει Κύριε” και με το πεθαμένο παιδί στην αγκαλιά πήγε και χτυπούσε τις πόρτες των σπιτιών. Στο πρώτο ζήτησε τους σπόρους και αφού τους πήρε ρώτησε: “Σ' αυτό το σπίτι, φυσικά δεν πέθανε ούτε γιός, ούτε κόρη, ούτε άλλο άτομο;” “Μα τι λες;” της απάντησαν, “λίγοι είναι οι ζωντανοί αλλά πολλοί οι νεκροί”. Τότε αρνήθηκε τους σπόρους σιναπιού και άρχισε να γυρίζει από σπίτι σε σπίτι χωρίς να βρει κανένα που να μην είχε πεθάνει κανένας. Οταν ήρθε το βράδυ, η Κρισναγκαουτάμι κουρασμένη και απελπισμένη πήγε στο βάθος του δρόμου κοιτάζοντας από μακριά τα φώτα της πόλεως που άναβαν και έσβηναν. Τέλος έγινε τελείως σκοτάδι και τότε παρομοίασε τη μοίρα των ανθρώπων που, όπως τα φώτα, λάμπουν για λίγο και μετά σβήνουν. Τότε κατάλαβε και είπε:
“Ολος ο πόνος μου προέρχεται απ' τον εγωισμό. Ο θάνατος είναι κοινός σε όλους, αλλά σ' αυτή τη θλίψη υπάρχει ένας δρόμος που οδηγεί στην αθανασία όποιον απομάκρυνε από μέσα του κάθε εγωισμό”. Και αφού έφερε στην φωτιά το πτώμα του παιδιού της, γύρισε στο Βούδα και βρήκε καταφύγιο στο Νόμο.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΙΕΤΤΟΣ
ΠΕΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ALDEBARAN

Δεν υπάρχουν σχόλια: