.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Τρίτη, 9 Μαρτίου 2010

Η κρέμα του Αζαζέλο - Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ

Μέσ' απ' τα κλαδιά του σφενδάμου, στο νυχτερινό ξάστερο ουρανό, ξεπρόβαλε ολόγιομο το φεγγάρι. Οι φλαμουριές κι οι ακακίες σχεδίαζαν περίπλοκα κεντίδια στον κήπο. Το τρίφυλλο παράθυρο διάπλατα ανοιγμένο, αλλά καλυμμένο με μια κουρτίνα, φωτιζόταν άπλετα απ' το ηλεκτρικό φως. Στην κρεβατοκάμαρα της Μαργαρίτας ήταν αναμμένα όλα τα φωτα, φωτίζοντας την απόλυτη αταξία που επικρατούσε στο δωμάτιο. Στο κρεβάτι ήταν απλωμένα πουκάμισα, κάλτσες, στο πάτωμα βρίσκονταν πεταμένα τσαλακωμένα ρούχα, δίπλα σ' ένα στραπατσαρισμένο πακέτο τσιγάρα πάνω στο κομοδίνο, πλάι σ' ένα φλυτζάνι μισοπιωμένο καφέ κι ένα τασάκι μ' ένα αποτσίγαρο που κάπνιζε, ήταν ένα ζευγάρι παπούτσια. Στη ράχη μιας καρέκλας κρεμόταν μια μαύρη νυχτερινή τουαλέτα. Το δωμάτιο μύριζε αρώματα και από κάπου ερχόταν μια μυρωδιά από πυρωμένο σίδερο.
Η Μαργαρίτα ήταν καθισμένη μπροστά στην τουαλέτα της μ' ένα μπουρνούζι ριγμένο στο γυμνό κορμί της, φορούσε όμως σουέτ μαύρες γόβες. Ενα χρυσό μπρασελέ με ρολόι ήταν ακουμπισμένο στην τουαλέτα δίπλα στο κουτάκι που της είχε δώσει ο Αζαζέλο, και η Μαργαρίτα δεν ξεκολλούσε τα μάτια της από τους δείχτες. Κάποτε της φαινότανε πως το ρολόι είχε σταματήσει και πως οι δείχτες δεν προχωρούσαν. Προχωρούσαν βέβαια, αλλά πολύ αργά, και επιτέλους, ο μεγάλος δείχτης έπεσε στο εικοστό ένατο λεπτό του ημιώρου. Η καρδιά της Μαργαρίτας βρόντησε στο στήθος της τόσο δυνατά, που δεν μπόρεσε να πιάσει αμέσως το κουτάκι. Αυτοκυριαρχώντας το άνοιξε και είδε μεσα μια κιτρινωπή λιπαρή κρέμα. Της φάνηκε ότι μύριζε σαν τη μούχλα του βάλτου. Με την άκρη του δαχτύλου η Μαργαρίτα άπλωσε στην παλάμη λίγη κρέμα κι ένιωσε πιο δυνατά πως άναδιδε μια μυρωδιά από χόρτα του βάλτου κι από δάσος, μετά με τις παλάμες της άρχισε ν' αλείφει με την κρέμα το μέτωπο και τα μάγουλά της. Η κρέμα απλωνόταν εύκολα και η Μαργαρίτα είχε την εντύπωση πως εξατμιζόταν αμέσως. Κάνοντας μερικές επαλείψεις, η Μαργαρίτα πετάχτηκε στον καθρέφτη και με μιας το κουτάκι της έπεσε απ' τα χέρια πάνω στο τζάμι του ρολογιού, γεμίζοντάς το ραγάδες. Η Αμαργαρίτα έκλεισε τα μάτια, μετά ξανακοιτάχτηκε και ξέσπασε σε δυνατά γέλια. Τα μαδημένα με τσιμπιδάκι σαν κλωστίτσες φρύδια της είχαν πυκνώσει, σχηματίζοντας δύο μαύρα ίσια τόξα πάνω απ' τα μάτια της που πρασίνισαν. Μια λεπτή κάθετη ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια της που είχε εμφανιστεί τον Οκτώβρη, τότε που χάθηκε ο μαιτρ, έσβησε χωρίς ν' αφήσει σημάδι. Εξαφανίστηκαν και οι κιτρινωπές σκιές στους κροτάφους και οι αχτιδωτές ρυτιδούλες που άρχισαν να διαγράφονται στις εξωτερικές γωνιές των ματιών. Το δέρμα στα μάγουλα απέχτησε ένα ομοιόμορφο ροδαλό χρώμα, το μέτωπο γίνηκε λευκό και καθαρό και απ' τα μαλλιά της χάθηκε το μιζανπλί του κομμωτηρίου.
Μεσ' απ' τον καθρέφτη κοιτούσε την τριαντάχρονη Μαργαρίτα μια γυναίκα γύρω στα είκοσι, με φυσικά μαύρα σγουρά μαλλιά που γελούσε ασταμάτητα.
Αφού χόρτασε πια το γέλιο, η Μαργαρίτα μ' ένα πήδημα πέταξε από πάνω της το μπουρνούζι και παίρνοντας άφθονη κρέμα άρχισε να τρίβει με απλωτές κινήσεις όλο της το σώμα, που πήρε μεμιάς μια τριανταφυλλένια απόχρωση και έλαμψε. Μετά, σε μια στιγμή, λες και της βγάλανε μια βελόνα απ' το μυαλό της, σίγασε εκείνος ο πόνος στα μηλίγγια, ύστερα απ' τη συνάντηση στον κήπο Αλεξαντρόφσκι. Οι μυς των χεριών και των ποδιών της έσφιξαν γεμίζοντας σφρίγος και το σώμα της Μαργαρίτας έχασε ολότελα το βάρος του.
Αναπήδησε και έμεινε μετέωρη στον αέρα λίγο ψηλότερα απ' το χαλί, και ύστερα άρχισε να κατεβαίνει αργά ώσπου ακούμπησε χάμω.
-Τι κρέμα είναι αυτή, τι κρέμα! ξεφώνισε η Μαργαρίτα, πέφτοντας στην πολυθρόνα.
Οι επαλήψεις αυτές δεν την άλλαξαν μόνο εξωτερικά. Τώρα μέσα της, μέσα σε κάθε κύτταρό της, φούντωνε η χαρά που την ένιωθε σαν κάποιες φυασαλίδες να κεντάγανε απάλά όλο της το κορμί. Η Μαργαρίτα αισθάνθηκε ελεύθερη, ελεύθερη απ' όλα. Ταυτόχρονα κατάλαβε με απόλυτη διαύγεια πως είχε συμβεί εκείνο ακριβώς που είχε διαισθανθεί το πρωί, και πως θα εγκατέλειπε αυτό εδώ το αρχοντικό και την ως τώρα ζωή της για πάντα. Αλλ' απ' αυτή την προηγούμενη ζωή της μπόρεσε να ξεπροβάλει μια ακόμα σκέψη για ένα τελευταίο χρέος που όφειλε να εκπληρώσει. Κι έτσι όπως ήταν γυμνή, έτρεξε πετώντας με ανάλαφρα πηδήματα στον αέρα από την κρεβατοκάμαρα στο γραφείο του άντρα της, άναψε το φως και ρίχτηκε στο τραπέζι. Σ' ένα φύλλο χαρτί που έσκισε από ένα μπλοκ έγραψε βιαστικά, χωρίς σβησίματα, με μεγάλα γράμματα το ακόλουθο σημείωμα: “Συγχώρεσέ με και ξέχασέ με όσο γίνεται πιο γρήγορα. Σε αφήνω για πάντα. Μη με αναζητήσεις, θα ήταν μάταιο. Η θλίψη και οι συμφορές που με βρήκανε, με μεταμόρφωσαν σε δαιμόνισσα. Φεύγω. Αντίο. Μαργαρίτα”.
Με την ψυχή ολότελα πια ξαλαφρωμένη, η Μαργαρίτα αλαφροπέταξε στην κρεβατοκάμαρα και πίσω της μπήκε τρέχοντας η Νατάσα, φορτωμένη με ρούχα. Και μεμιάς όλα όσα κρατούσε: ξύλινες κρεμάστρες, δαντελωτά μαντήλια, μπλε μετάξινα παπούτσια με φιόγκους, όλα κόρπισαν στο πάτωμα κι η Νατάσα χτύπησε τα ελευθερωμένα της χέρια.
-Λοιπόν, είμαι ωραία; φώναξε με βραχνιασμένη φωνή η Μαργαρίτα.
-Μα πως γίνηκε αυτό; ψιθύρισε η Νατάσα, πισωπατώντας, πως το κάνατε αυτό, Μαργαρίτα Νικολάγεβνα;
-Η κρέμα! Η κρέμα! απάντησε η Μαργαρίτα, δείχνοντας το αστραφτερό χρυσό κουτάκι και στριφογυρνώντας μπροστά στον καθρέφτη.
Η Νατάσα ξεχνώντας το τσαλακωμένο φόρεμα στο πάτωμα, έτρεξε στη τουαλέτα και κάρφωσε ένα άπληστο βλέμμα στο υπόλοιπο της κρέμας. Κάτι ψέλλισε. Γύρισε πάλι προς τη Μαργαρίτα και είπε με δέος:
-Τι δέρμα! Μα τι δέρμα, ε; Μαργαρίτα Νικολάγεβνα, το δέρμα σας λάμπει. Συνήλθε τέλος, σήκωσε το φουστάνι και άρχισε να το τινάζει.
-Πετάξτε το! Πετάξτε το! της φώναξε η Μαργαρίτα. Ας πάει στο διάολο, πετάξτε τα όλα. Ή μάλλον, όχι πάρτε τα για ενθύμιο. Σας λέω, πάρτε τα για ενθύμιο. Πάρτε όλα όσα υπάρχουν στο δωμάτιο.
Εχοντάς τα χαμένα, ακίνητη, η Νατάσα κοίταξε για μια στιγμή τη Μαργαρίτα και μετά κρεμάστηκε στο λαιμό της, φιλώντας την και φωνάζοντας:
-Σαν να' στε από ατλάζι! Ατλαζένια! Και τα φρύδια σας, τα φρύδια!
-Πάρτε όλα αυτά τα ρούχα, πάρτε τα αρώματα και κρύψτε τα στο μπαούλο σας, μόνο τα κοσμήματα μην παίρνετε, μη σας κατηγορήσουν για κλεψιά.
Η Νατάσα μάζεψε όλα όσα της έπεσαν στο χέρι – φουστάνι, παπούτσια, κάλτσες, εσώρουχα – σ' ενα μπόγο, και βγήκε τρέχοντας απ' την κρεβατοκάμαρα.
Εκείνη τη στιγμή από ένα ανοιχτό παράθυρο στο στενό, κάπου από αντίκρυ, ξεχύθηκε ένα ηχηρό, ξέφρενο βαλς και ακούστηκε το αγκομαχητό ενός αυτοκινήτου που έφτανε στην καγκελόπορτα.
-Τώρα θα τηλεφωνήσει ο Αζαζέλο! Ξεφώνισε η Μαργαρίτα ακούγοντας το βαλς που πλημμύριζε το στενό, θα τηλεφωνήσει! Και ο ξένος δεν είναι καθόλου επικίνδυνος. Ναι, το νιώθω τώρα, πως δεν είναι επικίνδυνος.
Το αυτοκίνητο απομακρύνθηκε με θόρυβο απ' την πύλη. Χτύπησε η καγκελόπορτα και στις πλάκες ακούστηκαν βήματα.
“Είναι ο Νικολάι Ιβάνοβιτς, τον γνωρίζω από τα βήματα, σκέφτηκε η Μαργαρίτα, πρέπει να του σκαρώσω κάτι πολύ γουστόζικο για αποχαιρετισμό”.
Η Μαργαρίτα τράβηξε την κουρτίνα και κάθισε λοφά στο περβάζι, πιάνοντας με τα χέρια τα γόνατά της. Το φεγγάρι τη φωτιζε απ' τα δεξιά. Σήκωσε το κεφάλι προς το φεγγάρι, παίρνοντας πόζα ποιητική και στοχαστική. Τα βήματα αντήχησαν άλλες δυό φορές και μετά σίγησαν. Αφού κοίταξε για λίγο ακόμα το όμορφο φεγγάρι, αφήνοντας έναν αναστεναγμό, καθώς ταίριαζε στην περίσταση, η Μαργαρίτα γύρισε το κεφάλι στον κήπο και είδε πραγματικά τον Νικολάι Ιβάνοβιτς που κατοικούσε στο ισόγειο του αρχοντικού. Το φεγγάρι τον έλουζε ολόκληρο. Ο Νικολάι Ιβάνοβιτς καθόταν σ' ένα παγκάκι. Ηταν φανερό πως είχε πέσει σ' αυτό απ' το ξάφνιασμα. Το πεσ-νε είχε γείρει στο πρόσωπό του κι έσφιγγε στα χέρια το χαρτοφύλακά του.
-Α, γειά σας, Νικοάι Ιβάνοβιτς, είπε κάπως θλιμμένα η Μαργαρίτα. Καλησπέρα! Ερχεστε από συνεδρίαση;
Ο Νικολάι Ιβάνοβιτς δεν αποκρίθηκε.
-Κι εγώ, συνέχισε η Μαργαρίτα σκύβοντας περισσότερο προς τον κήπο, κάθομαι μόνη μου καθώς βλέπετε, και πλήττω κοιτάζοντας το φεγγάρι κι ακούγοντας το βαλς.
Με το αριστερό της χέρι η Μαργαρίτα διόρθωσε μια τούφα απ' τα μαλλιά της που της έπεφτε στο μέτωπο και μετά είπε θυμωμένη:
-Αυτό λέγεται αγένεια, Νικολάι Ιβάνοβιτς! Είμαι κυρία επιτέλους. Είναι αγένεια να μην απάντάτε όταν σας μιλούν!
Ο Νικολάι Ιβάνοβιτς, που στο φως του φεγγαριού μποπούσε να διακρίνει κανείς και το τελευταίο κουμπάκι του γκρίζου γιλέκου του και την τελευταία τριχίτσα στο μυτερό γενάκι του, άρχισε να γελάει αλλόκοτα, σηκώθηκε απ' το παγκάκι και ολοφάνερα σαστισμένος, αντί να βάλει το καπέλο του, κούνησε το χαρτοφύλακα πέρα-δώθε και κάθισε ανακούκουρδα λες κι ετοιμαζόταν να χορέψει κοζάκικο.
-Αχ, τι ανιαρός τύπος, είστε Νικολάι Ιβάνοβιτς, συνέχισε η Μαργαρίτα, και γενικά δε λέγεται πόσο σας έχω βαρεθεί όλους και πόσο χάιρομαι που σας αφήνω! Στου διαόλου τη μάνα όλοι σας!
Πάνω στην ώρα, πίσω απ' την πλάτη της Μαργαρίτας στην κρεβατοκάμαρα, χτύπησε δυνατά το τηλέφωνο. Η Μαργαρίτα πήδησε απ' το περβάζι, και ξεχνώντας ολότελα τον Νικοάι Ιβάνοβιτς, έπιασε το ακουστικό.
-Αζαζέλο εδώ, άκουσε μια φωνή.
-Καλέ μου Αζαζέλο! ξεφώνισε η Μαργαρίτα.
-Ηρθε η ώρα! Πετάξτε, είπε ο Αζαζέλο στο ακουστικό, και από τον τόνο της φωνής του φαινότανε πως τον ευχαριστούσε ο αυθόρμητος ενθουσιασμός της Μαργαρίτας. Καθώς θα πετάτε πάνω από την καγκελόπορτα, φωνάξτε: “Αόρατη!” Υστερα πετάξτε πάνω από την πόλη για να συνηθίσετε και μετά τραβήξτε κατά το νότο έξω απ' την πόλη, κατευθείαν στο ποτάμι. Σας περιμένουν!
Η Μαργαρίτα κρέμασε το ακουστικό και τότε στο διπλανό δωμάτιο ακούστηκε να προχωράει κούτσα κούτσα και να χτυπιέται στο φύλλο της πόρτας κάτι ξύλινο. Η Μαργαρίτα άνοιξε κι ένα σκουπόξυλο με την σκούπα προς τα πάνω πέταξε χορεύοντας στης κρεβατοκάμαρα. Με την άκρη του το σκουπόξυλο χτυπύσε ανυπόμονα το πάτωμα, και γέρνοντας έδειχνε να την καλεί προς το παράθυρο. Η Μαργαρίτα τσίριξε από ενθουσιασμό και μ' ένα πήδημα καβάλησε το σκουπόξυλο. Και μόνο τότε η αμαζόνα μας κετηκε ότι μέσα σ' όλη αυτή τη φασαρία είχε ξεχάσει να ντυθεί. Καλπάζοντας πήδησε στο κρεβάτι και άρπαξε ένα γαλάζιο νυχτικό. Ανεμίζοντάς το σαν λάβαρο πέταξε απ' το παράθυρο. Και το βαλς αντήχησε πάνω απ' τον κήπο ακόμα πιο δυνατά.
Από το παράθυρο η Μαργαρίτα γλίστρησε προς τα κάτω και είδε τον Νικοάι Ιβάνοβιτς στο παγκάκι. Εκείνος, μοιάζοντας απολιθωμένος, αφουγκραζόταν τις φωνές και τα χτυπήματα που έρχονταν από την κατάφωτη κρεβατοκάμαρα των ενοίκων του πάνω ορόφου.
-Αντίο Νικολάι Ιβάνοβιτς! Φώναξε η Μαργαρίτα, αναπηδώντας χορευτικά μπροστά στον Νικολάι Ιβάνοβιτς.
Εκείνος άρχισε να γλιστράει μ' ένα “οχ” πάνω στο παγκάκι, γραπωνοντάς το μια με το ένα και μια με το άλλο χέρι και ρίχνοντας χάμω τον χαρτοφύλακά του.
-Αντίο για πάντα! Πετώ. Πετώ, φώναξε η Μαργαρίτα, σκεπάζοντας με τη φωνή της το βαλς.
Κατάλαβε τότε πως δεν της χρειαζόταν καθόλου εκείνο το νυχτικό, και γελώντας μοχθηρά τύλιξε με αυτό το κεφάλι του Νικολάι Ιβάνοβιτς. Τυφλωμένος ο Νικολάι Ιβάνοβιτς γκρεμίστηκε από το παγκάκι στις πλάκες του μονοπατιού.
Η Μαργαρίτα γύρισε πίσω να κοιτάξει για τελευταία φορά το αρχοντικό, όου τόσον καιρό είχε βασανιστεί. Στο παράθυρο που έμοιαζε να φλέγεται είδε το παραμορφωμένο από την έκπληξη πρόσωπο της Νατάσας.
-Αντίο Νατάσα! φώναξε η Μαργαρίτα και σπιρούνισε το σκουπόξυλο.
Αόρατη, αόρατη, φώναξε ακόμη πιο δυνατά και ανάμεσα στις φυλλωσιές του σφενδάμου που χάιδεψαν το πρόσωπο, περνώντας πάνω από την καγκελόπορτα, πέταξε μέσα στο στενό. Την ακολούθησε, πετώντας ξέφρενο ολότελα το βαλς.

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΟΥΛΓΚΑΚΟΦ
Ο ΜΑΙΤΡ ΚΑΙ Η ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗΑΠΟ ΤΑ ΡΩΣΙΚΑ:
ΤΙΝΑ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΗ, ΓΙΟΥΡΙ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΠΕΤΡΟΣ ΑΝΤΑΙΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΘΕΜΕΛΙΟ

Δεν υπάρχουν σχόλια: