.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010

Ο Μυστικός Δείπνος και ο ρόλος του Ιούδα – Ευγένιος Ουίτγουερθ

...Παρ' όλ' αυτά, ακόμα κι όταν η τελευταία Πέμπτη είχε σχεδόν τελειώσει και κάτσαμε για το δείπνο – για το αρνί του Πάσχα – δεν ήξερα τι επρόκειτο πραγματικά να συβμεί. Για τρεις ολόκληρες μέρες μέχρι τότε, προσπαθούσα να δω καθαρά και δεν έβλεπα παρά ελάχιστα. Οι θυσίες στο ναό είχαν μετατεθεί μια ώρα νωρίτερα, για να υπάρχει άνεση χρόνου για την πασχαλινή γιορτή. Έστειλα δύο μαθητές μου στην πόλη να βρουν ένα συγκεκριμένο άνθρωπο, που είχα προμαντέψει ότι θα τον συναντούσαν στο δρόμο να κουβαλά ένα δοχείο με νερό. Δεν ξέρω γιατί μου είχε έρθει η εικόνα του ή γιατί ήξερα ότι αυτός ο άνθρωπος μπορούσε να μας φιλοξενήσει και να μας παραχωρήσει ένα δωμάτιο να φάμε το αρνί του Πάσχα με τους μαθητές μου. Ηξερα ότι είχε έναν ευυχωρο ξενώνα στο δα του σπιτιού του, επιπλωμένο και έτοιμο, κι ότι εκεί έπρεπε να συγκεντρωθούμε για να μοιραστούμε το τελευταίο συντροφικό μας δείπνο. Μες στην αμφιβολία και το φόβο μου, ήθελα να βεβαιωθώ για τις ετοιμασίες που είχε κάνει το Συμβούλιο. Κι όταν καθίσαμε στο τραπέζι, τους είπα:
-Σύντομα ένας από σας θα με προδώσει.
Στα μάτια των έντεκα από τους μαθητές μου διάβασα θλίψη, έγνοια κι ανησυχία. Στα μάτια ενός είδα το λαμπερότερο βλέμμα αγάπης και καθήκοντος. Κι αυτός ήταν ο Ιούδας ο Ισκαριώτης. Ωστόσο, δεν είχε προδώσει την ταυτότητά του τόσο καιρό, με κανέναν τρόπο. Πως δεν τον είχα υποψιαστεί; Ο Ιούδας, ο Ιουδαίος, ο άνθρωπος από την Καριότ. Σίγουρα αυτός ήταν ο άνθρωπος της Αδελφότητας από την αρχή. Σίγουρα εκείνος ήξερε! Ηταν κοντά μου συνέχεια, τρία χρόνια, και όλο εκείνο τον καιρό, παρ' όλες τις διδασκαλίες και τις συζητήσεις, δεν είχε ποτέ προδώσει, με καμία πράξη, λέξη ή σκέψη, τη βαθύτερη γνώση του ή τη βαθιά αγάπη του. Πόση αυτοκυριαρχία είχε δείξει και πόσο τον αγαπούσα εκείνη τη στιγμή για την ανιδιοτελή πειθαρχία του, την προσήλωσή του στο έργο μου, την υπηρεσία του προς την Αδελφότητα! Ο Ιούδας ήταν σίγουρα ένας αληθινός μύστης, με μεγαλύτερη σοφία και γνώσεις από τους υπόλοιπους μαθητές, όποίος μ' αγαπούσε διπλά για το έργο που εκτελούσαμε μαζί, αλλά η προσήλωσή του στο ευρύτερο καλό ήταν ακόμα μεγαλύτερη από την αγάπη του για μένα. Ο Ιούδας ο Ισκαριώτης ήταν ο αληθινότερος απ' όλους τους μαθητές μου και τ' όνομά του σίγουρα θα 'πρεπε να γαφτεί στην ιστορία!
Ηταν τόσο λίγος ο χρόνος κι είχα τόσα πολλά να κάνω! Καθίσαμε στο τελευταίο μας δείπνο και δεν είχα δώσει ακόμα στη θρησκεία μου ένα σύμβολο της μεταμόρφωσης του ανθρώπου σε θεό. Θυμήθηκα την αρχαία ιεροτελεστία των Καραϊβων. Εκείνοι έτρωγαν, έπιναν και εισπνεαν τη θεότητα. Θέλησα να καθιερώσω μια τέτοια ευχαριστία, με ένα ιδιαίτερο νόημα, ώστε να με θυμούνται.
Πήρα τον άζυμο άρτο, που τον είχαμε κόψει στα δύο και τον είχαμε ακουμπήσει στην άκρη, και τον έκοψα σε μικρά κομμάτια.
-Πάρτε και φάτε. Αυτό είναι το σώμα του εσωτερικού θεού!
Πήρα το κύπελλο που είχε κάνει τρεις φορές το γύρο του τραπεζιού, το γέμισα και το έδωσα στους μαθητές.
-Πάρτε και πιείτε. Αυτό είναι το αίμα του εσωτερικού θεού.
Θυμίαμα δεν είχαμε, είχαμε μόνο την ευωδιά των ρόδων, όμως είχα ήδη ενσωματώσει στη δική μου θρησκεία την αρχαία τελετή των Καραϊβων. Μέσα σε κείνο το δωμάτιο, μονάχα ένας κατάλαβε ότι εκείνη τη στιγμή καθιέρωνα σύμβολα που βοηθούσαν νοερά να φτάσει κανείς στον εσωτερικό θεό. Τώρα η θρησκεία μου είχε πια ιδρυθεί, με δόγμα, μέθοδο και τελετουργικό. Ηξερα ότι είχα υφάνει μέσα της όση από την αιώνια αλήθεια μπορούσαν τότε να δεχτούν τα μυαλά των ανθρώπων και, μολονότι αυτό το τμήμα της αλήθειας ήταν μικρό, σίγουρα θα άντεχε στο χρόνο. Ο άνθρωπος δεν μπορεί ν' αγγίξει την περιφέρεια και το περίβλημα της γνώσης ή να γνωρίσει ένα ίχνος της αλήθειας, χωρίς να προχωρήσει στη συνέχεια, για να βρεθεί στο βάθος της αλήθειας. Ακόμα και μ' αυτό το μικρό ξεκίνημα, το αμπέλι της αλήθειας θα φουντώνε και θα μεγάλωνε, ώσπου μια μέρα ο νους των ανθρώπων θα ήταν έτοιμος να οδηγηθεί ξανά στην αληθινή θρησκεία. Ένα πράγμα μου έμενε ακόμα να διδάξω – κι αυτό ήταν η ταπεινότητα. Εδεσα γύρω μου ένα κομμάτι ύφασμα κι έσκυψα και τους έπλυνα τα πόδια.
Τώρα είχα κάνει όλα όσα μου επέτρεπε ο χρόνος. Το έργο μου δεν είχε τελειώσει, αλλά οι ώρες κυλούσαν ραγδαία. Αλήθεια σας λέω, ήμουν έτοιμος, γιατί η νοσταλγία για την αγαπημένη μου είχε γίνει τόσο μεγάλη, που βιαζόμουν να οδηγηθώ μια ώρα αρχύτερα είτε στο θάνατο είτε στην αγκαλιά της! Ημουν έτοιμος να πεθάνω, αλλά όχι και να πετύχω στην αποστολή μου. Κάτι με έσπρωξε και ύψωσα τη φωνή μου. Είπα το σύνθημα:
-Ο,τι είναι να γίνει, ας γίνει γρήγορα!
Πριν καν τελειώσουμε το αρνί, πριν ακόμα πλύνουμε τα χέρια μας μετά το δείπνο, ο αδερφός μου ο Ισκαριώτης είχε φύγει από το δωμάτιο. Ηξερα ότι ο τροχός θα άρχιζε τώρα να γυρνά και τίποτα δε θα μπορούσε να τον σταματήσει.
Πριν ακόμα τελειώσει το δείπνο, η εσωτερική μου αμφιβολία και ο τρόμος με είχαν κυριέψει ολόκληρο, τόσο που ένιωσα να καταρρέω από το βάρος. Ψάλαμε τιςευχαριστίες προς το θεό και φύγαμε από τον ξενώνα. Οι σκέψεις και τα βήματά μου ήταν βαριά, γιατί δεν ήμουν έτοιμος και τα χρονικά περιθώρια είχαν τελειώσει! Προχωρήσαμε δυτικά, περάσαμε το ρα Κιτρόν, που το όνομά του το χρωστούσε στο μελανό χρώμα των υγρών του βράχων, και στρίψαμε αριστερά. Σ' ένα σημείο, χίλια βήματα πιο κάτω, σταματήσαμε για να βεβαιωθούμε ότι δεν μας είχε ακολουθήσει κανείς ως εκεί, γιατί οι Εβράιοι είχαν ξεσηκωθεί και μπορούσαν να γίνουν επικίνδυνοι. Έπειτα στρίψαμε δεξιά σ' ένα στενό μονοπάτι και φτάσαμε σ' ένα κτήμα με αμπέλια, όπου υπήρχαν πατητήρια για τα σταφύλια, ξύλινοι κάδοι και κανάτες για μούστο και κρασί. Γι' αυτό το λόγο το είχαμε βγάλει Γεσθημανή. Επειδή φοβόμασταν μήπως μας πιάσουν απροειδοποίητα, αφησα τους οκτώ στην είσοδο του κτήματος και πήρα τον Σίμωνα-Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωαννη του Ζεβεδαίου στην άλλη άκρη του αμπελώνα, πίσω από τους κάδους και τα πατητήρια. Αλλά δεν είχαμε κάνει τριάντα βήματα, όταν η πίκρα και ο πόνος της ψυχής μου μου λύγισαν τα πόδια κι ένιωσα αδύναμος, βαρύς και δυστυχής.
Μόλις συνειδητοποίησα τι μου συμβαίνει, μου κόπηκε η ανάσα από τον τρόμο. Κατάλαβα την πραγματική αιτία όλης εκείνης της αμφιβολίας, του φόβου, της εξάντλησης και της ηττοπάθειας. Ηξερα τώρα γιατί σκιζόταν η καρδιά μου, γιατί θρηνούσαν τα κύτταρά μου, γιατί η ψυχή μου πονούσε. Είχα πέσει στα νύχια της φοβερής Βαθιάς Νύχτας της Απελπισίας. Είχε καβαλήσει το πνεύμα μου και κάλπαζε σαν διάβολος. Αρπάχτηκα από τους φίλους μου με τρόμο κι ένιωσα να καταρρέω. Εκείνοι με συγκράτησαν εκπληκτοι και τους ψιθύρισα αδύναμα:
-Το πνεύμα μου το διακατέχει η θλίψη και ο θάνατος. Μείνετε εδώ και προσευχηθείτε για μένα.
Προχώρησα παραπατώντας με λυγμούς και σωριάστηκα καταγής. Είχα προδώσει το τάγμα. Είχα αγνοήσει τις διαταγές που μου είχαν δώσει, είχα καταστρέψει το μεγάλο μυστικό σχέδιο. Ο Σκάκος με είχε προειδοποιήσει, αλλά είχα αψηφήσει τα λόγια του καω από την πίεση του χρόνου και της εντατικής διδασκαλίας. Για μια ολόκληρη ώρα, τη μια στιγμή έκλαιγα, την άλλη προσευχόμουν. Για μία ολόκληρη ώρα προσπαθούσα απεγνωσμένα να εξωτερικεύσω τον πνευματικό μου εαυτό, μα η απελπισία μου δυνάμωνε ολοένα. Στο τέλος κατέθεσα ηττημένος τα όπλα και κραύγασα μες στην έναστρη νύχτα:
-Ω θεέ, για Σένα όλα είναι δυνατά! Απομάκρυνε από μένα τούτο το ποτήρι της μύησης, αν είναι το θέλημά Σου!
Μες στην απόγνωσή μου γύρισα πίσω στους μαθητές μου και τους βρήκα και τους τρεις να κοιμούνται. Η αγωνία κι η μοναξιά μου έγιναν εξαφνα θυμός. Και από λύπη για τον εαυτό μου, χωρίς να έχω δίκιο, τους αποπήρα:
-Κοιμάστε; Δεν μπορείτε να μείνετε ξύπνιοι ούτε μια ώρα; Ξυπνήστε και προσευχηθείτε, μην μπαίνετε στον πειρασμό να κοιμηθείτε. Προσευχηθείτε για μένα! Ω το πνεύμα μου είναι δυνατό, μα η σάρκα μου είναι αδύναμη!
Θρηνώντας μέσα μου πήγα ξανά να προσπαθήσω, μήπως μπορέσω να συγκεντρωθώ στις ασκήσεις μου, στους διαλογισμούς, στις προσευχές μου και να εξωτερικεύσω τον πνευματικό μου εαυτό. Αλλά τα κύτταρά μου είχαν γίνει τανάλιες που δεν άφηναν το πνεύμα μου να φύγει. Προσπάθησα ξανά και ξανά κι όσο η ώρα περνούσε, τόσο ο τρόμος απλωνόταν στο σκοτεινιασμένο μου μυαλό. Αποζητώντας τη συντροφιά και τη συμπόνια των φίλων μου, ξαναγύρισα στους μαθητές μου, αλλά τους βρήκα πάλι ναρκωμένους από την πολύωρη αναμονή και μισοκοιμισμένους, παρ' όλες τις φιλότιμες προσπάθειες που κατέβαλλαν για να μην τους πάρει ο ύπνος. Θλιμμένος έφυγα πάλι να προσευχηθώ μ' ένα αίσθημα αυτολύπησης.
Ξάφνου μου φάνηκε ότι άκουσα την αμείλικτη φωνή του Σκάκου: “Κανείς δεν είναι δάσκαλος, αν δεν παίξει το ρόλο του δασκάλου!”
Πραγματικά, δεν είχα παιξει το ρόλο του δασκάλου. Είχα στραφεί στους οπαδούς μου ζητώντας ανθρώπινη παρηγοριά. Με πόση υπομονή είχαν σταθεί και με περίμεναν και πόσο άδικος ήμουν απέναντί τους! Εκείνοι δεν ήξεραν, δεν το ήξεραν, αλήθεια, ότι είχα μπροστά μου μια φοβερή και άγνωστη δοκιμασία. Οι τελευταίες μέρες ήταν κοπιαστικές, η δουλειά ήταν έντονη, η αναμονή μεγάλη κι είχαν διακολογημένα εξαντληθεί, τόσο σωματικά, όσο και πνευματικά. Με κοίταζαν με τα βλέφαρα βαριά και με περίμεναν με υπομονή κι αγάπη. Επρεπε να είμαι ο δάσκαλος. Δεν έπρεπε να τους ζητώ παρηγοριά, αλλά ν' αποδεχτώ τη μοίρα μου.
Πήγα ξανά και προσευχήθηκα, παρακαλώντας να καθυστερήσει λίγο ακόμη αυτό το ποτήρι της μύησης. Η απάντηση στις προσευχές μου ήρθε με τις απόμακρες φωνές που ήδη άρχιζαν ν' ακούγονται στο μονοπάτι, καθώς πλησίαζαν στο κτήμα. Απεγνωσμένα προσπάθησα γι' άλλη μια φορά να εξωτερικεύσω το πνεύμα μου, αλλά και πάλι δεν τα κατάφερα, οπότε έπαψα ν' αγωνίζομαι και άρχισα να ηρεμώ. Γιατί θυμήθηκα ότι το σχέδιο της Μεγάλης Καβάλας ήταν τόσο ευφυές, που ακόμα κι αν αποτύγχανα στον ανώτερο στόχο μου, πάλι η αποστολή μου θα είχε πετύχει εν μέρει. Κι ενώ οι φωνές πλησίαζαν ολοένα, άρχισα να νιώθω καλύτερα έχοντας ξεπεράσει κάπως την αίσθηση της συντριβής μπροστά στην αναπόφευκτη αποτυχία.
Τώρα άκουγα καθαρά τις φωνές από την ομάδα των Ρωμαίων στρατιωτών της φρουράς Αντωνία, που κατέφταναν μαζί με τους Εβραίους της περιφρούρησης του ναού. Δε μου ήταν δύσκολο να μαντέψω ι τους είχε στείλει ο μεγάλος αρχιερέας να με βρουν. Τα γεγονότα έτρεχαν πράγματι με ιλιγγιώδη ταχύτητα κι η ώρα είχε φτάσει. Σηκώθηκα από το έδαφος νιώθοντας να έχω πάρει λίγη δύναμη. Οταν τα πράγματα είναι τελειωμένα, όταν η αμφιβολία δίνει τη θέση της στη βεβαιότητα, τότε έρχεται η παρηγοριά και το κουράγιο. Κάτι που είναι γνωστό δεν μπορεί ποτέ να είναι τόσο φοβερό, όσο αυτό που βάζει ο νους κι η φαντασία. Γύρισα πίσω στους αγαπημένους μου συντρόφους, μ' εκείνη τη γαλήνη του πνεύματος που έρχεται μαζί με τη δράση.
-Κοιμηθείτε, λοιπόν, αγαπημένοι μου φίλοι, τώρα αναπαυθείτε. Ηρθε η ώρα να παραδοθώ στα χέρια των ψευτοιερέων.
Πριν καλά καλά σταματήσω να τους μιλώ, οι φωνές είχαν δυναμώσει τόσο, που όλοι οι μαθητές πετάχτηκαν όρθιοι με ανησυχία και μερικοί έτρεξαν προς την είσοδο. Και πριν προλάβουμε να φτάσουμε στην πόρτα, μπήκε στον κήπο μια μεγάλη ομάδα ψάχνοντάς μας με φανάρια κρεμασμένα σε κονταρόξυλα. Οι εβραίοι ήταν οπλισμένοι με ρόπαλα. Οι Ρωμαίοι κρατούσαν σπαθιά. Μας έκλεισαν τον δρόμο και μας περικύκλωσαν. Ο Ιούδας ο Ισκαριώτης έκανε ένα βήμα μπροστά, με κείνο το απροσδιόριστο βλέμμα αγάπης στα μάτια, της αγάπης που υπηρετεί το καθήκον. Με χαιρέτησε κι ύστερα με αγκάλιασε.
Αχ, εκείνο το φιλί! Μου το 'δωσε μ' όλα τα διακριτικά γνωρίσματα του ενεγκαλισμού της Αδελφότητας. Ηταν φιλί αγάπης, ήταν στιγμή ανάτασης και χαράς. Ενιωσα τα δάκρυά που έβρεχαν το μελαψό του μάγουλο και τον κοίταξα βαθιά στα καστανά του μάτια. Είδα εκεί μέσα την αγωνία της αγάπης να επισκιάζεται από μια μεγαλύτερη ακόμη αγάπη, την αγάπη για το καθήκον, κι ένιωσα όλη τη δόξα της αγάπης που δε γνωρίζει εγωισμό.
Ωστόσο, θέλοντας και μια έμπρακτη διαβεβαίωση, ρώτησα μαλακά:
-Με παραδίνεις μ' αυτό το φιλί;
εκείνος δεν παραδέχτηκε ότι είχε εκτελέσει το καθήκον του, αλλά εγώ ήξερα. Και πήρα λίγο κουράγιο στη σκέψη ότι η Αδελφότητα ήταν ενήμερη και παρακολουθούσε τα πάντα. Ηξεραν ότι όπου να 'ναι θα άρχιζε η τελική μύησή μου. Με κράτησε στην αγκαλιά του ακόμα ένα δευτερόλεπτο κι έπειτα γύρισε και έφυγε -αυτός ο αφοσιωμένος, σιωπηλός, στοργικός στρατιώτης, ο ταγμένος στο στρατό του Θεού.
Μου έδινε κουράγιο το γεγονός ότι δεν ήμουν μόνος στον αγώνα για την ελευθερία του νου, της καρδιάς και της ψυχής των ανθρώπων. Δεν ήμουν μόνος, γιατί εγώ ήμουν μονάχα ο αρχηγός μαις ολόκληρης στρατιάς. Προσπάθησα να καθησυχάσω τους οργισμένους και φοβισμένους μαθητές μου που όρμησαν να με υπερασπιστούν και τους έπεισα να φύγουν, για να μην πέσουν στα χέρια του εξαγριωμένου πλήθους. Ήθελα να ζήσουν για χάρη μου...

ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΟΥΙΤΓΟΥΕΡΘ
ΤΑ ΕΝΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Μια διήγηση των εννία μεγάλων μυστικών μυήσεων
του Ιωσήφ-του-Ιωσήφ στην Αιώνια Θρησκεία.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΟΦΙΑ ΓΙΑΝΝΑΤΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια: