.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2009

BLADE RUNNER του Ridley Scott

Από το site http://www.comicorange.gr/RidleyScott.htm


"Κανείς θεός δεν νοιάστηκε ούτε να σ' αναστήσει…"

Στην αρχή του 21ου αιώνα, η εταιρεία Tyrell οδήγησε την εξέλιξη των ρομπότ στη φάση Nexus - σε πλάσματα όμοια με τους ανθρώπους - που ήταν γνωστά ως Ρεπλίκες.
Οι Ρεπλίκες του Nexus 6 ήταν ανώτερες σε δύναμη κι ευελιξία και ίσης ευφυΐας με τους μηχανικούς της Γενετικής που τις δημιούργησαν.
Οι Ρεπλίκες χρησιμοποιούνταν στον Έξω Κόσμο (σε άλλους πλανήτες) ως σκλάβοι, κούκλες ευχαρίστησης, μαχητικές μηχανές στις επικίνδυνες εξερευνήσεις και εποικισμούς των άλλων πλανητών.
Μετά από μια αιματηρή εξέγερση των Nexus 6 σε μια αποικία οι Ρεπλίκες κηρύχτηκαν εκτός νόμου στη Γη - επί ποινή θανάτου.
Ειδικά αστυνομικά σώματα - οι Ομάδες Blade Runner - είχαν εντολή να σκοτώνουν κάθε παραβάτιδα Ρεπλίκα. Αυτό δεν θεωρούνταν εκτέλεση, ονομαζόταν απόσυρση.
Λος Άντζελες, Νοέμβριος 2019….


Ακολουθούν εναέρια γενικά πλάνα του Λ.Α., με τεράστια Ζιγκουράτ και πύργους να ξερνούν φωτιές, ιπτάμενα ταξί να διασχίζουν τον μαύρο ουρανό, ένα ορθάνοιχτο μάτι, ένας κεραυνός…, εφιαλτικές και απειλητικές εικόνες που χαρακτηρίζουν πλήρως την απαισιόδοξη και κυνική ματιά του σκηνοθέτη πάνω στο αινιγματικό αύριο. Τα πάντα φαίνονται ισοπεδωμένα από τον αμοραλισμό ενώ οι "καλοί" δεν έχουν σχεδόν καμία διαφορά από τους "κακούς".
Βρισκόμαστε στην αρχή της μυθικής ταινίας Blade Runner, του μεγάλου σκηνοθέτη Ridley Scott, σε ένα μελλοντικό Λος Άντζελες - που θυμίζει κάτι μεταξύ του Metropolis του Fritz Lang και του σύγχρονου Τόκιο - όπου βρέχει συνέχεια, και αυτή ακριβώς η βροχή, δέσμες από όξινες, αστραφτερές σταγόνες κάνουν την φουτουριστική πόλη να μοιάζει σαν ένα περιδέραιο φτιαγμένο από νέον, συμβάλλοντας τα μέγιστα στην δημιουργία μιας μοναδικής ατμόσφαιρας -ένα φιλμ noir στο 2019.
Σε μια παρακμιακή δυστοπική μελλοντική Αμερική, σε ένα θλιβερό, βροχερό, πνιγμένο στις αναθυμιάσεις, στη φθορά και τις φωτεινές "ιπτάμενες" διαφημίσεις του Λ.Α. κινείται αυτή η εκπληκτική ταινία που εισήγαγε το Cyberpunk στον κινηματογράφο και επηρέασε όσο καμία άλλη τις μετέπειτα ταινίες του Φανταστικού (και όχι μόνο).
Μια ταινία που θεωρείται πλέον cult, όχι μόνο από τους φαν της Επιστημονικής Φαντασίας, αλλά και από το ευρύτερο κοινό.
Ο λόγος για αυτό είναι απλός και ευκολονόητος. Δεν έχει, όπως και κάθε καλή ταινία Ε.Φ., ως επίκεντρο το στοιχείο της επιστημονικής φαντασίας, αλλά το χρησιμοποιεί ως γοητευτικό και ταυτόχρονα απειλητικό και δυσοίωνο υπόβαθρο, ως απλό μέσο για να προσεγγίσει -πιο δραματικά - και να εστιάσει την θεματική της σε παγκόσμια και αιώνια προβλήματα, υπαρξιακά θέματα που υπάρχουν στη σκέψη του ανθρώπου από την στιγμή που του εμφυσήθηκε η ζωή και ο…θάνατος.
Η ταινία είναι τόσο άψογα συνδεδεμένη και συγκροτημένη, τόσο δομικά όσο και οπτικά, με εξαιρετική λεπτομέρεια που σπάνια βλέπει κανείς πλέον σε ταινίες.
Το ασαφές και η τελειότητα δημιουργούν έτσι, ένα πρωτόγνωρο και περίεργο υβρίδιο που λάμπει και χάσκει μέσα στην μοναδικότητα του.
Άραγε ο Scott να το επιδίωξε, ή να έγινε τυχαία κάποια στιγμή που οι γεωγραφικές συντεταγμένες της παγκόσμιας σκέψης τον επέλεξαν ως στόχο, θύτη και θύμα;
Ίσως αυτή είναι μια από τις άπειρες παραμέτρους που υπάρχουν σε κάθε ενέργεια, σε κάθε πράξη και οδηγούν, ανάλογα με την επιλογή, σε κάποιο διαφορετικό μονοπάτι. Και αυτό έγινε με άφθονο τρόπο και στο φιλμ, το οποίο από το 1982 (οπότε και εμφανίστηκε) γνώρισε τουλάχιστον δυο διαφορετικές εκδοχές με προσθαφαιρέσεις σκηνών, και το 1992-93 κυκλοφόρησε η επίσημη εκδοχή του σκηνοθέτη (Director's Cut) στο οποίο συμπεριλήφθηκε μια αμφιλεγόμενη σκηνή όπου ο Deckard ονειρεύεται ένα μονόκερο, μια σκηνή που αποτελεί το κρίσιμο στοιχείο γιατί στο τέλος της ταινίας ο Gaff (Edward James Olmos) αφήνει έναν χάρτινο μονόκερο έξω από την πόρτα του Deckard.
Αυτό υπονοούσε ότι γνώριζε το όνειρό του, σημάδι ότι αυτό ήταν τεχνητό και εμφυτευμένο.
Ο Scott πρόσθεσε άλλο ένα στοιχείο στον αριθμό των ρεπλίκας που αναφέρονται στην ταινία. Έξι έφτασαν στην Γη, εκ των οποίων το ένα σκοτώθηκε. Ο Deckard ψάχνει για τέσσερα. Αυτό αφήνει ανοιχτό το ερώτημα: ποιο είναι το πέμπτο;
Η Sean Young που υποδύονταν την Rachael, τον έρωτα του Deckard στην ταινία, δήλωσε πως γνώριζε εξαρχής την πραγματική φύση του Deckard. "Αυτή ήταν η αρχική ιδέα, αλλά δεν έγινε έτσι το μοντάζ γιατί το στούντιο πίστευε ότι ο ήρωας έπρεπε να είναι άνθρωπος".
Ακόμη το σπικάζ του Harrison Ford έχει αφαιρεθεί, κάποιες σκηνές έχουν διαγραφεί και το φινάλε είναι διαφορετικό
Η ταινία είναι εμπνευσμένη από το βιβλίο του μέγιστου συγγραφέα Ε.Φ Philip K(indred) Dick (1928-1982), Do androids dream of Electric Sheep? (Το Ηλεκτρικό Πρόβατο, 1968).
Στο βιβλίο του ο Dick θίγει το πρόβλημα της σχέσης δημιουργού - δημιουργήματος, θεού - ανθρώπου με ένα υπέροχο και βαθύ φιλοσοφικό τρόπο.
Η ταινία ίσως να ευθύνεται, εν μέρει, για τον θάνατο του Dick, ο οποίος είχε τρομερό άγχος σε όλη την διάρκεια της παραγωγής της ταινίας, όπως και αρκετούς εφιάλτες με τον εαυτό του να εισβάλλει στα πλατό, να στραγγαλίζει μια γαζέλα και σε κατάσταση αμόκ να ουρλιάζει: “Μου καταστρέψατε το βιβλίο”!
Και τότε να πέφτουν όλοι πάνω του, να τον γεμίζουν με ηρεμιστικά και να τον στέλνουν κατευθείαν στο ψυχιατρείο, ενώ εκείνος να συνεχίζει να ουρλιάζει.
Το φιλμ παραμένει πιστό στην άποψη, την ατμόσφαιρα, την αυθεντικότητα των χαρακτήρων και τον ουσιαστικό προβληματισμό του Dick, ο οποίος ήταν πάντα αρνητής ενός κατασκευασμένου και για αυτού ακατανόητου θεού, σε ένα εξίσου ακατανόητο σύμπαν.
Ένας άνθρωπος που όλη του την ζωή απέρριπτε τις δομές του κόσμου, αντιπαραθέτοντας τις δικές του, εκείνες που του επέτρεπαν να ορίσει ξανά τον άνθρωπο, ως ένα ελεύθερο πλάσμα, στα όρια ενός απόλυτου αναρχισμού που καταρρίπτει τις κοινωνικοπολιτικές σκοπιμότητες.
Πολλοί υποστήριξαν πως το Blade Runner ήταν το Ηλεκτρικό Πρόβατο από την ανάποδη. Κάτι που είναι λάθος.
Γιατί έστω και αν φαινομενικά έχει επικρατήσει η άποψη πως ο βασικός προβληματισμός του φιλμ ήταν το ερώτημα "Πόσο ανθρώπινες μπορούν να γίνουν οι μηχανές (ανδροειδή);", και πως το κεντρικό ερώτημα στο βιβλίο του Dick ήταν το "Πόσο ανθρώπινοι είναι οι άνθρωποι;", η ουσία είναι πως τόσο το βιβλίο -όπως και στα περισσότερα βιβλία του Dick - όσο και η ταινία θέτουν το ερώτημα "Πόσο πραγματικό είναι το πραγματικό;, πόσο υπάρχει αυτό που υποτίθεται πως υπάρχει και ποια είναι η μορφή του;, είμαστε ξεχωριστές οντότητες, ξεχωριστά μόρια ή παίζουμε ένα τραγικό παιχνίδι ως κομμάτια μιας μεγαλύτερης οντότητας, μέσα την οποία είμαστε ένα χωρίς να το συνειδητοποιούμε, μικρές στάλες υγρού που ποτίζουν τον "εγκέφαλο" ενός ασύλληπτου πλάσματος;".
Ο Dick σε μια συνέντευξή του ανέφερε "Όταν μια μύγα σφύριξε δίπλα στο αυτί μου, φαντάστηκα (παρανοϊκό, πράγματι) ότι γελούσε μαζί μου και τότε μου ήρθε η ιδέα να γράψω ένα μυθιστόρημα".
Στο Blade Runner, 6 Ρεπλίκες (ανδροειδή) τύπου Nexus 6 σφάζουν το πλήρωμα ενός διαστημόπλοιου και έρχονται στη Γη για να αναζητήσουν τον δημιουργό - κατασκευαστή τους και να του ζητήσουν (μάλλον να απαιτήσουν) παράταση ζωής, γιατί εκτός από εμφυτεύματα μνήμης από ένα σημείο κι έπειτα αναπτύσσουν τυπικά ανθρώπινα συναισθήματα, μια θεωρούμενη από τους κατασκευαστές τους "επιπλοκή" ή "ανωμαλία" στον οργανισμό τους, οι οποίοι ως δικλείδα ασφαλείας τα έχουν προγραμματίσει για ορισμένο χρόνο ζωής, με "ημερομηνία λήξης" τα τέσσερα χρόνια, έπειτα ο θάνατος.
Ο Rick Deckard (Harrison Ford) είναι ένας αμφιβόλου ηθικής ήρωας (πρώην μπάτσος, πρώην Blade Runner, πρώην φονιάς - όπως λέει κι ο ίδιος στην αρχή της ταινίας, και πρώην κάτι…) που αναλαμβάνει να βρει τα πέντε επαναστατημένα ανδροειδή και να τα εξοντώσει.
Η συνάντηση του αρχηγού των ρομπότ με τον κατασκευαστή του, είναι η συνάντηση του ανθρώπου με τον θεό δημιουργό του, δίνοντας τραγικά το στίγμα του αιώνιου υπαρξιακού προβληματισμού: "Δώσε μου ζωή" του λέει ο Roy Batty (Rutger Hauer) "αλλιώς γιατί με δημιούργησες αφού θα πεθάνω;", ο κατασκευαστής δηλώνει την αδυναμία του -άρα και την λανθασμένη δημιουργία.
Το ανδροειδές - άνθρωπος σε μια κρίση απελπισίας τον σκοτώνει.
Στην συνέχεια όμως θα σώσει από τον θάνατο, τον κυνηγό αδελφό του, δίνοντας του έτσι την ευκαιρία να ζήσει μια ζωή, που αυτός χάνει. "Είδα πράγματα που εσείς οι άνθρωποι δε θα τα πιστεύατε ποτέ. Επιθετικά σκάφη να καίγονται στον αστερισμό του Ωρίωνα…ακτίνες Γάμα να λάμπουν στο σκοτάδι κοντά στην Πύλη του Τανχώυζερ…Όλες αυτές οι στιγμές θα χαθούν μες στο χρόνο σαν δάκρυα στη βροχή. Ήρθε η στιγμή να πεθάνω" λέει στον Deckard ο Batty, με ένα γλυκό-μελαγχολικό χαμόγελο, έχοντας ένα μπηγμένο καρφί στο χέρι του, αιμορραγώντας… η μεγαλειώδης σκηνή επιφοίτησης όπου το ανδροειδές έγινε άνθρωπος -και επέλεξε να σώσει τον αδελφό του Deckard, ο οποίος είναι αυτός που ακολουθεί…προς την επιφοίτηση- όπου η ψυχή του εν είδη περιστεράς φεύγει (προς τα πάνω).
"Ήθελε να μάθει από πού ερχόμαστε, που πάμε και γιατί όλο αυτό το άχρηστο παιχνίδι;" λέει ο Deckard -σε off-αφήγηση-, "αλλά δεν είχα να πω τίποτα. Τον έβλεπα μονάχα να πεθαίνει".
Ο Rene Descartes (1596-1650) - στα Λατινικά Renatus Cartesius- έλεγε "Cogito; ergo sum" (Σκέφτομαι άρα υπάρχω) που παραπέμπει σ' αυτό που πίστευε ο Ιερός Αυγουστίνος (354-430) ότι το μυαλό μπορεί να έχει απόλυτη και ακριβή γνώση μόνο σ' αυτό που αμέσως και άμεσα παρουσιάζεται σ' αυτό.
Άρα ο Deckard (που δανείζεται αμυδρά το όνομα του Descartes) έχει δυο προφανείς λόγους για να νομίζει ότι είναι άνθρωπος και δεν είναι ανδροειδές, το ότι μπορεί και σκέφτεται, έχει δικιά του βούληση (άνθρωπος εκ του άνω-θρώσκω: αυτός που βλέπει επάνω -αντίθετα με το Λατινικό Homus: αυτός που είναι φτιαγμένος από χώμα, άρα βλέπει προς τα κάτω, προς το χώμα της Γης) και μπορεί να κάνει τις δικές του επιλογές.
Μια από τις επιλογές του είναι να "αποσύρει" τις Ρεπλίκες.
Ακόμη και με την ελεύθερη βούληση του, το να σκεφτεί ότι είναι ανδροειδές, έρχεται σε αντίθεση με τα στοιχεία που έχει, άρα απορρίπτεται εκ προοιμίου γιατί είναι αντίθετο στην λογική του.
Ο Deckard βασίζεται στην αλληλουχία των στοιχείων που του παρουσιάζονται για να φτάσει σε ένα λογικό συμπέρασμα, όπως ο Cartesius, ξεκίνησε να ερευνά την ανθρώπινη γνώση στη βάση του μεθοδολογικού σκεπτικισμού.
Αμφιβάλλει για όλα μέχρι να τα συνδέσει σε μια λογική αλληλουχία, η οποία θα είναι η μόνη και σίγουρη αλήθεια, διότι αυτή τεκμηριώνεται από τα στοιχεία που έχει συλλέξει, και για αυτό είναι ένας Blade Runner.
Ο τίτλος Blade Runner ήταν ένας βικτοριανός αμφιλεγόμενος όρος για τον ιδιωτικό ντετέκτιβ, σύμφωνα με δύο βιβλία, ένα από τον William Burroughs και ένα από τον συγγραφέα Ε.Φ. Alan E. Nourse.
Του έχει εμφυτευτεί αυτή η λογική και έχει υποστεί έλεγχο συνειδήσεως (δεν είναι τυχαίο ότι κοιτά ψηλά τα κτίρια με τις επιγραφές -σαν να ενεργοποιούν κάτι στο μυαλό του- και εκτελεί το έργο που του έχει ανατεθεί).
Άρα ο Deckard είναι το 5ο (6ο αρχικά) ανδροειδές, και δεν θυμάται ότι είναι διότι του έχουν αφαιρεθεί οι μνήμες και αφού ήρθε με τους άλλους 5 στη Γη επαναπρογραματίστηκε, διατηρώντας παράλληλα κάποιες μνήμες, επειδή οι δημιουργοί του δεν μπορούσαν να επαναπρογραματισουν τις βασικές λειτουργίες του και τα ανθρώπινα συναισθήματα.
Ο μοναχικός -χωρίς κανένα φίλο ή συγγενή- Deckard είναι ο μόνος από τους άλλους μπάτσους "ανθρώπους" που συνεργάζεται που έχει την ανάγκη να πιστεύει πως είναι "άνθρωπος", ενώ φυσικά δεν είναι, και ονειρεύεται τον μονόκερο, ένα μυθικό δύσμορφο πλάσμα.
Του έχουν εμφυτεύσει την λογική του πλάσματος που νομίζει πως είναι άνθρωπος και βάση καρτεσιανής λογικής μπορεί να εξοντώσει τους κάποτε συντρόφους του, που θεωρεί πλέον μέρος της δουλειάς του.
Όμως οι παλιές του μνήμες είναι παρούσες περιπτωσιακά, φέρεται με μηχανικό τρόπο, είναι απαθής σε αισθήματα και ψυχρός στους φόνους που διαπράττει.
Όμως ο Blade Runner Deckard στο τέλος της ταινίας έχει φτάσει στο συμπέρασμα -πάλι βάση καρτεσιανής λογικής- ότι είναι ανδροειδές, κάτι φυσικά που το γνώριζε και η Rachael (εάν προσέξει κανείς την έκφραση της, όταν αυτός περιεργάζεται τον χάρτινο μονόκερο κι αυτή τον περιμένει στο ασανσέρ) και για αυτό δέθηκε μαζί του. Στο σενάριο που κυκλοφόρησε σε βιβλίο, ενώ φεύγει με την Rachael, καταδιωκόμενοι από τον Gaff , ακούγεται η φωνή του να λέει: "Το ήξερα εκείνη τη νύχτα στην ταράτσα. Ήμασταν αδέλφια, ο Roy Batty κι εγώ! Πολεμικά μοντέλα στην τελειότερη μορφή τους. Είχαμε πολεμήσει πολέμους που κανείς δεν τους είχε ονειρευτεί καν…Εφιάλτες ακατονόμαστους. Ήμασταν οι νέοι άνθρωποι! Φτιαχτήκαμε γι' αυτόν τον κόσμο: ήταν δικός μας!".
Μια ταινία σταθμός, ένα ορόσημο του κινηματογράφου, ένα ντοκουμέντο για το άγχος της εποχής μας.
Οι Ρεπλίκες παρουσιάζονται ως μοναχικοί, πολλά υποσχόμενοι τύποι του περιθωρίου, άνθρωποι των οποίων η ζωή -η ομορφιά και η δύναμη- έχει ένα αυστηρό όριο και οι οποίοι πεθαίνουν σε μια παράξενη, σκοτεινή και λαμπερή πόλη που πεθαίνει μαζί τους.
Κατά μια άποψη το φιλμ περιστρέφεται γύρω και από τις περιθωριακές ομάδες-φυλές των σύγχρονων μεγαλουπόλεων.
Μίγμα φιλμ noir και περιπέτειας Ε.Φ., ερωτική ιστορία, σουρεαλιστικά ιντερλούδια, φιλοσοφικός στοχασμός (στα βασικά ανθρώπινα ερωτήματα "από πού ερχόμαστε", "που πάμε", "πόσος καιρός μας μένει να ζήσουμε ακόμα", στο δέος και την απόγνωση μπροστά στην τεχνολογία και στο ίδιο το σύμπαν, μια αίσθηση ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να κυριαρχήσει στο περιβάλλον που ζει, και ότι είναι τελικά αβοήθητος και μόνος εμπρός στο πεπρωμένο του), κλπ., καταλήγοντας τελικά να είναι κάτι παραπάνω από όλα αυτά, μη εντασσόμενο πουθενά, σε καμία κατηγορία ή είδος. Όπως σχεδόν κάθε cult δεν αναγνωρίστηκε στην εποχή της αλλά στη συνέχεια επανεκτιμήθηκε αποκτώντας φανατικούς λάτρεις και φαν σε ολόκληρο τον κόσμο και ύμνους από την κριτική που παλαιότερα την αποδοκίμαζε.
Ένα υπέροχο, βλάσφημο δημιούργημα με εξαιρετική, παραδειγματικά αποτελεσματική γραφή, με τη βία και την σήψη να κυριαρχεί στην "επίγεια ζωή" και την χαλάρωση και την ηρεμία να χαρακτηρίζει τις εναέριες μεταφορές του Deckard από τον ένα χώρο στον άλλο.
Τα αξεπέραστα και μοναδικά ντεκόρ, τα μαγευτικά χρώματα, η διάχυτη μελαγχολία, η αλλόκοτη αίσθηση των χώρων (ανοιχτοί και κλειστοί ταυτόχρονα), ο λυρισμός, η ποιητική διάθεση, το μυστήριο, το διφορούμενο κλίμα, η αίσθηση απειλής, της ζωής που τρεμοπαίζει στο χείλος της αβύσσου (οι Ρεπλίκες, όπως και ο Deckard υποφέρουν από συχνά ρίγη και τρέμουλα), το Blade Runner μοιράζεται την ίδια ποιότητα με το Solaris, το Stalker και το Space Odyssey 2001.
Ένα cult classic.
Η μουσική του Βαγγέλη Παπαθανασίου είναι ωραιότατη και συνοδεύει έξοχα τον ρυθμό αυτής της φιλοσοφικής ταινίας, που δεν αρνείται το θέαμα.

“Gaff: Κάνατε καλή δουλειά, κύριε. Θα πρέπει να τελειώσατε, ε;
Rick Deckard: Τελείωσα.
Gaff: Κρίμα που εκείνη δε θα ζήσει, αλλά, εντέλει, ποιος ζει για πάντα;”



BLADE RUNNER (ΜΠΛΕΪΝΤ ΡΑΝΕΡΣ: ΟΜΑΔΕΣ ΕΞΟΝΤΩΣΕΩΣ / ΜΠΛΕΪΝΤ ΡΑΝΕΡ)
ΗΠΑ, 1982. Έγχρωμο (Technicolor). Σκηνοθεσία: Ridley Scott. Σενάριο: Philip K. Dick (νουβέλα: Do Androids Dream of Electric Sheep?), Hampton Fancher, David Webb Peoples (David Peoples). Φωτογραφία: Jordan Cronenweth. Μουσική: Vangelis. Σχεδιασμός Παραγωγής: Lawrence G. Paull. Κουστούμια: Jean "Moebius" Giraud. Μοντάζ: Marsha Nakashima. Ηθοποιοί: Harrison Ford (Rick Deckard), Rutger Hauer (Roy Batty), Sean Young (Rachael), Edward James Olmos (Gaff), M. Emmet Walsh (Bryant), Daryl Hannah (Pris), William Sanderson ( J.F. Sebastian), Brion James (Leon Kowalski), Joe Turkel (Eldon Tyrell), Joanna Cassidy (Zhora). Διάρκεια: 117΄.
Γίνεται Αναφορά του Blade Runner στις εξής -μεταξύ άλλων- ταινίες:
Last Action Hero (1993), Johnny Mnemonic (1995), Star Trek: First Contact (1996), Lawnmower Man 2: Beyond Cyberspace (1996), Alien: Resurrection (1997), Batman & Robin (1997), The Fifth Element (1997), Nirvana (1997), Dark City (1998), Matrix (1999).

Δεν υπάρχουν σχόλια: