.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2009

ΚΑΙ ΝΑ ΚΑΘΑΡΙΣΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΚΟΜΟΥΤΣΟΥΝΟΥΣ - Boris Vian

...Κατεβαίνουμε και μπαίνουμε, αφήνοντας το αμάξι στην πόρτα του κήπου για να μπορέσουμε να ξαναφύγουμε δίχως να χάσουμε καιρό. Εχει ωραίο καιρό, από κείνον που μόνο στην Καλιφόρνια μπορείς να βρεις. Ο αέρας είναι γλυκός και χλιαρός και αξίζει τον κόπο να ζεις απλώς και μόνο για ν' ανασαίνεις...
-Ας μείνουμε έξω... λεω... Είναι τόσο όμορφα...
-Θέλουμε να σου μιλήσουμε, λέει η Μόνα.
Διάβολε! Δε χασομεράμε καθόλου... Μόλις καθόμαστε στο σαλόνι, η Μπέρυλ αρχίζει την επίθεση:
-Ποιά ήταν αυτή η κοπέλα στο σπίτι σου Ροκ; Κοιμήθηκες μαζί της;
-Ε... να... δεν είναι δικιά σας δουλειά, λέω, αρκετά αμήχανος.
-Είναι λέει η Μόνα. Οπωσδήποτε. Σ' αφήσαμε ήσυχο μέχρι τώρα γιατί ξέραμε ότι δεν ήθελες να κάνεις τίποτα μέχρι να κλείσεις τα είκοσι, αλλά αν έτσι κρατάς τις υποσχέσεις σου, δε θα κρατήσουμε ούτε και μες τις δικές μας. Γδύσου.
-Μα Μόνα, λέω ικετευτικά. Είμαι πτώμα... Περίμενε μερικές μέρες... Οταν θα ξανάρθω...
-Ασε τα λόγια, λέει η Μπέρυλ. Σ' έχουμε στο χέρι, και δεν πρόκειται να σ' αφήσουμε. Οταν σκέφτομαι ότι διάλεξες εκείνη τη φρίκη για το βάφτισμα του πυρός...
-Δεν έχεις καθόλου γούστο, συνεχίζει η Μόνα. Δεν έχει ούτε στήθος ούτε γοφούς και είναι αδύνατη σαν ακρίδα.
-Μα τέλος πάντων, λέω, όχι εδώ... Μπορεί κάποιος να 'ρθει... Δεν προλαβαίνω...
-Εχεις μία ώρα, λέει η Μπέρυλ. Φτάνει και περισσεύει. Κι εξάλλου θα σε διευκολύνουμε... Μπρός... βγάλε τα ρούχα σου... αλλιώς, θα σου τα βγάλουμε εμείς... Μπορείς να κρατήσεις τις κάλτσες σου.
-Κλείσε την πόρτα, Μόνα, τουλάχιστον...
-Εντάξει, συμφωνεί η Μόνα, θακλείσω την πόρτα για να σου κάνω το χατήρι. Βοήθησε τον να γδυθεί Μπέρυλ. Κι άσε τις διαμαρτυρίες. Ακου... να διαλέξει εκείνη την ακρίδα...
Βροντάει την πόρτα, κάνει μεταβολή, ξεκουμπώνει το φόρεμά της και τα στήθια της πετάγονται στον αέρα... Σίγουρα δεν έχουν καμία σχέση με της Σάνταιη Λαβ... Νοιώθω τσιμπιματάκια στην κοιλιά... Μα διάβολε, τέλος πάντων θα 'ναι η δωδέκατη φορά από το πρωί... Σα να το 'χω παραξηλώσει...
-Μη βιάζεσαι Μόνα, διαμαρτύρεται η Μπέρυλ... Μιά στιγμή να ετοιμαστώ κι εγώ...
Η Μόνα ασχολιέται μαζί μου... φοράει ακόμα τις κάλτσες της κι ένα πραματάκι από ξανθιά νταντέλα που τις συγκρατεί... Ακριβώς το ίδιο χρώμα με το... τέλος πάντων, ακριβώς το ίδιο χρώμα, δηλαδη. Ζεσταίνεται και μυρίζει γυναίκα... κι ο γερο-Ρόκυ μπορεί να μην είναι και τόσο ψόφιος όσο φαίνεται... Μού βγάζει το πουκάμισο, μου τραβάει το παντελόνι... Την αφήνω... Δυσκολεύεται λιγάκι περισσότερο με το εσώρουχο μου που σκαλώνει...
-Ασε τ' αστεία Μόνα, σου λέω... Θα τον ρίξουμε στον κλήρο, τσιρίζει η Μπέρυλ.
Ούτε κι αυτή φοράει τίποτα... εχει τυλίξει τις κάλτσες της γύρω από τους αστραγάλους της... Κάνω συγκρίσεις.
-Μα τέλος πάντων δεν είμαι ο πρώτος αριθμός του λαχείου.
-Σιωπή εσύ, διατάζει η Μόνα. Εχει δίκιο. Θα σε ρίξουμε στον κλήρο.
-Δεν είναι σωστό, λέω. Κι αν προτιμώ τη μία από τις δυό σας...
Δυσκολεύομαι να μιλήσω. Οι δύο αυτές κοπέλες μ' έχουν φέρει σε τέτοια κατάσταση που ένα πράγμα θέλω μόνο. Ας είναι όποια να 'ναι, αλλά αμέσως.
-Σύμφωνοι, λέει η Μόνα. Θα σου δέσουμε τα μάτια κι έπειτα θα σου κάνουμε κάτι και θα πεις ποιά προτιμάς.
-Πρέπει να του δέσουμε και τα χέρια, φωνάζει η Μπέρυλ, ολοένα και πιό ερεθισμένη...
Ορμάει στο παράθυρο και κατεβάζει ένα από τα κορδόνια που τραβάνε τις κουρτίνες... Την αφήνω να με δέσει, σίγουρος ότι θα μπορέσω να σπάσω το σπάγγο όποτε θελήσω... και μόλις τελειώνει, η Μόνα με βουτάει και με πετάει στο χαλί...
-Το φουλάρι σου Μπέρυλ...
Είμαι ξαπλωμένος ανάσκελα... ευτυχώς, αλλιώς θα πονούσα... και δε βλέπω πιά τίποτα... Δύο χέρια ακουμπάνε στο στήθος μου, δύο μακριά πόδια κολλάνε σταδικά μου... Είμαι έτοιμος να ουρλιάξω, τόσο οδυνηρό είναι να περιμένω έτσι... Και ξαφνικά η πρώτη ξαπλώνεται πάνω μου... Μπαίνω μέσα της μ' όλη μου τη δύναμη... σχεδόν αμέσως τραβιέται κι η δεύτερη παίρνει τη θέση της... Τραβάω απελπισμένα το κορδόνι που μου δένει τα χέρια... Σπάει... Δεν κατάλαβε τίποτα... Τη στιγμή που πάει να τραβηχτεί κι εκείνη, τα χέρια μου κλείνουν γύρω της... Την κρατάω με το ένα χέρι και με το άλλο καταφέρνω ν' αρπάξω τη δεύτερη από τα πόδια... Τη ρίχνω δίπλα μου και τα χείλια μου ανεβαίνουν κατά μήκος των μπουτιών της... μέχρι εκεί που μπορώ να φτάσω... Μ' αρέσει... Μ' αρέσει πολύ... Βογγάνε λίγο... γλυκά-γλυκά...
...Ο καιρός περνάει...
Πολύ περνάει, σήμερα...

Boris Vian, “Et on touera tous les affreux” (1948)
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΑΜΜΑΤΑ (1981)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΡΕΝΑ ΧΑΤΧΟΥΤ

Δεν υπάρχουν σχόλια: