.

Όποιος φοβάται τον θάνατο είναι ήδη νεκρός.
Όποιος θέλει για μια στιγμή η ζωή του να ανήκει μόνο σ' αυτόν, που θέλει για μια στιγμή να είναι πεπεισμένος για όσα κάνει, πρέπει να αδράξει το παρόν.
Πρέπει να αντιμετωπίζει τα πάντα στο παρόν ως τελικά, σαν να ήταν βέβαιο ότι θα ακολουθήσει αμέσως ο θάνατος.
Και πρέπει μετά στο σκοτάδι να δημιουργήσει ζωή. Ζωή μέσα από τον εαυτό του.
Carlo Michelstaedter, La Persuasione e la Rettorica

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

Οι Ιτιές – Αλτζερνον Μπλάκγουντ

...Η μοναξιά του τόπου μας είχε διαποτίσει ως το μεδούλι, και η σιωπή φαινόταν να είναι η φυσιολογική κατάσταση, γιατί ύστερα από λίγο οι φωνές μας άρχισαν να ηχούν λίγο εξωπραγματικές και ζορισμένες στ' αυτιά μου. Ενιωθα ότι ο ψιθυρος ήταν ο ταιριαστός τρόπος επικοινωνίας για την περίπτωση, και η ανθρώπινη φωνή, που πάντοτε ακούγεται μάλλον γελοία ανάμεσα στους βρυχηθμούς των στοιχείων, είχε τώρα κάτι το σχεδόν βέβηλο. Ηταν σαν να μιλας πολύ φωναχτά σε μια εκκλησία ή σε κάποιο τόπο όπου αυτό είναι ανεπίτρεπτο, ίσως όχι και τόσο ασφαλές το να σε πάρει κάποιο αυτί. Η άγρια απόκοσμη ατμόσφαιρα αυτού του μοναχικού νησιού, χαμένου ανάμεσα σ' εκατομμύρια ιτιές που το σάρωνε η θύελλα και το κύκλωναν τα χειμαρρώδη βαθιά νερά, υποθέτω ότι μας είχε επηρεάσει και τους δύο. Απάτητο από τον άνθρωπο, σχεδόν άγνωστο απ' αυτόν, το νησί απλωνόταν εκεί κάτω από το φεγγάρι, μακριά από τις ανθρώπινες επιρροές, στα σύνορα ενός άλλου κόσμου, ενός κόσμου κατοικημένου μονάχα από ιτιές και τις ψυχές των ιτιών. Και εμείς, στην απερισκεψία μας, είχαμ κάνει την αποκοτιά να εισβάλλουμε σ' αυτόν τον κόσμο, ακόμη και να τον χρησιμοποιήσουμε. Οπως ήμουν ξαπλωμένος εκεί στην άμμο, με τα πόδια γυρισμένα προς την φωτιά ατενίζοντας πέρα από τα φυλλώματα προς τ' αστέρια, κάτι παραπάνω από τη δύναμη του μυστηρίου που ασκούσε ο τόπος ανασάλευε μέσα μου. Για μια τελευταία φορά σηκώθηκα να μαζέψω ξύλα για τη φωτια.
“Οταν καούν και αυτά” δήλωσα αποφασιστικά, “θα πέσω για ύπνο”. Ο σύντροφός μου με κοίταζε νωχελικά καθώς απομακρυνόμουν προς τις σκιές που μας περιέβαλλαν.
Για έναν άνθρωπο στερούμενο φαντασίας, σκέφτηκα, ο Σουηδός φαινότα ασυνήθιστα δεκτικός εκείνη τη νύχτα, ασυνήθιστα ανοικτός στην υποβολή πραγμάτων που ήταν πέρα από τις αισθήσεις. Τον είχε αγγίξει και αυτόν η ομορφιά και η μοναξιά του τόπου. Δε χάρηκα ιδιαίτερα, θυμάμαι, όταν παρατήρησα αυτή τη μικρή αλλαγή στη συμπεριφορά του, και αντί ν' αρχίσω αμέσως να μαζεύω ξύλα, προχώρησα ως την απώτερη άκρη του νησιού απ' όπου μπορούσε κανείς ν' αγναντέψει καλύτερα το φεγγαρόφωτο πάνω από τον κάμπο και το ποτάμι. Με είχε κυριέψει ξαφνικά μια επιθυμία να μείνω μόνος. Οι προηγούμενοι φόβοι μου επέστρφαν δριμύτεροι και με είχε καταλάβει ένα ακθόριστο συναίσθημα που ήθελα να το αναλύσω και να το διερευνήσω σε βάθος.
Οταν έφτασα στην αμμώδη άκρη που εισχωρούσε στα κύματα, η μαγεία του τόπου με χτύπησε κατακέφαλα, λειτουργώντας σαν ένα αληθινό σοκ. Κανένα απλό “τοπίο” δε θα μπορούσε να έχει τέτοια επίδραση. Υπήρχε κάτι παραπάνω εδώ, κάτι το ανησυχητικό.
Αγνάντεψα πέρα στην απεραντοσύνη των ανταριασμένων νερών, κόιταξα προς τις ψιθυρισ΄τες ιτιές και αφουγκράστηκα το ατέρμονο σφυροκόπημα του ακούραστου ανέμου. Ολα αυτά, ξέχωρα και μαζί, το καθένα με τον τρόπο του, αναμόχλευε μέσα μου εκείνο το συναίσθημα της παράξενης ανησυχίας. Αλλά ιδίως το έκαναν οι ιτίες: αυτές ποτέ δεν σταματούσαν τα μουρμουρητά και τις κουβέντες μεταξύ τους. Αλλοτε γελούσαν λίγο, άλλοτε έσκουζαν διαπεραστικά κι άλλοτε αναστέναζαν πότε – πότε αλλά εκείνο για το οποίο έκαναν τόση φασαρία ήταν κάτι που ανήκε στη μυστική ζωή της μεγάλης πεδιάδας όπου κατοικούσαν. Και αυτό το κάτι ήταν εντελώς ξένο προς τον κόσμο που ήξερα ή και προς τον κόσμο των ατίθασων μεν αλλ' ωστόσο πιο φιλικών στοιχείων της φύσης. Οι ιτιές μου έφερναν στο νού την ιδέα από κάποιες ορδές όντων από άλλο πλανήτη, κάποιας εντελώς διαφορετικής εξέλιξης, που ίσως όλα συζητούσαν μεταξύ τους κάποιο μυστήριο που μονάχα τα ίδια γνώριζαν. Τις κοίταζα που ανασάλευαν σ' ένα αεικίνητο πλήθος, κουνώντας παράξενα τα μεγάλα θαμνώδη κεφάλια τους συστρέφοντας τα μυριάδες φύλλα τους ακόμη κι όταν δε φυσούσε άνεμος. Ανασάλευαν με μια δική τους βούληση σαν να ήσαν ζωντανές, και διέγειραν, με κάποια ανατανόητη μέθοδο, τη δική μου οξυμένη αίσθηση περί φρικαλέου.

Μετάφραση Γιώργος Μπαλάνος
Εκδόσεις Locus 7

Δεν υπάρχουν σχόλια: